Supreme Court dismisses appeal due to lack of special power of attorney and inadmissible grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two brothers against a second-instance court ruling regarding a property dispute. The appellants failed to produce a special power of attorney for their lawyer, while the court rejected their arguments as inadmissible due to lack of factual basis and vague legal citations. Consequently, the appeal was rejected, costs were imposed on the appellants, and the original second-instance decision stood.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 lit. g' KPolD; Art. 559 para. 1, 8 KPolD: An appeal is inadmissible if the appellant fails to produce a special power of attorney for their counsel, and grounds are inadmissible if they rely on false premises, lack factual basis, or cite vague legal provisions without specifying the violated rule.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 586 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 586/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Παρασκευή Καλαϊτζή-εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Π. Α. του Γ., 2. Κ.-Γ. Α. του Π., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν ο 1ος μετά η 2η δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Νικολάου Ρουσσόπουλου Της αναιρεσίβλητης:Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου Απόστολου Μαργαρίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1432/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 199/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-5-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η δεύτερη αναιρεσείουσα, κατά την συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της προκειμένης αποφάσεως, όπως έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά συνεδριάσεως, εκπροσωπήθηκε από τον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ρουσσόπουλο, (παρασταθείσα διά τούτου). Πλην όμως δεν προσκομίζεται το αντίστοιχο ειδικό (συμβολαιογραφικό) πληρεξούσιο έγγραφο, ουδέ γίνεται επίκληση υπάρξεώς του. Υπό το εν λόγω δεδομένο και τούτο συνδυαζόμενο με το ότι η επισπεύδουσα αναιρεσίβλητη έχει επιδόσει στην ανωτέρω δεύτερη αναιρεσείουσα ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την προαναφερομένη δικάσιμο (επικαλουμένη και προσκομιζομένη .../3-11-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Δ.), η συζήτηση προχωρεί σαν να ήταν παρούσα και η (δικονομικώς λογιζομένη ως απουσιάζουσα) δεύτερη αναιρεσείουσα (576 παρ.2 εδ.γ'ΚΠολΔ).
ΙΙ. Ο από τον αρ.1 του αρθρ.559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Περαιτέρω, κατά τον αρ.8 της άνω διατάξεως, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά τον νόμο....δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". "Πράγματα" είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (και όχι λ.χ.
οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων). Έτι περαιτέρω, στον αρ.10 της εν λόγω διατάξεως προβλέπεται, ότι στοιχειοθετείται λόγος αναιρέσεως "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη".
Ωσαύτως κατά τον αρ.19 του ιδίου άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογίας, ότι είπε τα ίδια με την πρωτόδικη απόφαση του Πρωτοδικείου και δεν αιτιολογείται η απόρριψη της ενστάσεώς τους ιδίας κυριότητος αυτών επί του επιδίκου οικοπέδου (στην ... Αττικής), ενστάσεως που την στηρίζουν στην (έκτακτη) χρησιδεσποτεία του επιδίκου απ'το έτος 1980, ενώ με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ουδόλως έλαβε υπόψιν του τον προμνησθέντα (περί ιδίας κυριότητός τους) ισχυρισμό κι έτσι το εν λόγω δικαστήριο "διολίσθησε" στις κατ'αρθρ.559 αρ.19, 8 ΚΠολΔ πλημμέλειες αντιστοίχως.
IV. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Με το 10524/18.5.1987 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Π. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα η ενάγουσα αγόρασε κατά κυριότητα από τον αληθή κύριο Ν. - Γ. Κ. ένα οικόπεδο εμβαδού 377 τ.μ., το οποίο ευρίσκεται στη θέση "..." ή "Ά.
Ν. Β. Α." του Δήμου Βούλας Αττικής επί της ..., εμφαίνεται με τον αριθμό … στο …° Ο.Τ. στο από Φεβρουαρίου 1958 σχεδιάγραμμα της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας, που προσαρτάται στο υπ' αριθμ. .../1958 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ., επίσης εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από μηνός Μαΐου 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Σ.
Α., που προσαρτάται στο εν λόγω συμβόλαιο και συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσης.........βορειοανατολικά επί πλευράς Β-Γ μήκους 17,67 μ., με το υπ' αριθμ. ... οικόπεδο ιδιοκτησίας αγνώστου, βορειοδυτικά επί πλευράς Γ-Δ μήκους 19,50 μ. με το υπ' αριθμ. ... οικόπεδο ιδιοκτησίας αγνώστου, νοτιοανατολικά επί πλευράς Α-Β πρόσοψης μήκους 19 μ.
με την ... και νοτιοδυτικά επί πλευράς Α-Δ μήκους 22 μ. με το υπ' αριθμ. 1... οικόπεδο ιδιοκτησίας αγνώστου. Το οικόπεδο αυτό είχε περιέλθει στον ως άνω πωλητή Ν. - Γ. Κ. με το με αριθμ. .../18.4.1979 συμβόλαιο ανταλλαγής οικοπέδων του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Η., που μεταγράφηκε νόμιμα, με το συμβόλαιο αυτό το εν λόγω οικόπεδο με αριθμό ...
ιδιοκτησίας τότε της Σ. Κ., το οποίο είχε αποκτήσει με αγορά κατά κυριότητα από τον αληθή κύριο τελούντα υπό εκκαθάριση οικοδομικό συνεταιρισμό με την επωνυμία "Οικοδομικός Συνεταιρισμός Πανελληνίου Ενώσεως Τραυματιών Πολέμου 1940 - 1941 και Αντισυμμοριακού Αγώνος Σ.Π.Ε.", δυνάμει του 7581/1965 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Μ. ή Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ανταλλάχθηκε με το 1... οικόπεδο του 37ου Ο.Τ. εμβαδού 386 τ.μ., που ευρίσκεται στη θέση "..." ή "Ά. Ν. Β. Α." του Δήμου Βούλας, επί της ..., ιδιοκτησίας τότε του Ν. Γ. Κ.. Στον ανωτέρω Συνεταιρισμό το επίδικο οικόπεδο είχε περιέλθει με αγορά κατά κυριότητα από τον αληθή κύριο συνεταιρισμό με την επωνυμία "...", δυνάμει του .../19.5.1965 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Η ενάγουσα αφότου αγόρασε το εν λόγω οικόπεδο ασκούσε επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, ήτοι είχε περιφράξει με σιδηροπασσάλους και δικτυωτό σύρμα την πρόσοψη αυτού προς την ..., το επισκεπτόταν τακτικά και επέβλεπε τα όρια αυτού. Εξάλλου, η ενάγουσα στις 22.9.2008 δήλωσε το επίδικο οικόπεδο στο γραφείο Κτηματογράφησης του Δήμου Βούλας (βλ.
το από 22.9.2008 αποδεικτικό δήλωσης του ν. 2308/1995) και κατέβαλε τον αναλογούντα φόρο ακίνητης περιουσίας για το επίδικο ακίνητο για τα έτη 2011, 2012, 2013, 2014 και 2015 (βλ. το από 11.10.2016 Πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ). Η μάρτυρας της ενάγουσας Α. Γ. στην κατάθεση της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με πειστικότητα και σαφήνεια αναφέρει ότι, η ενάγουσα αφότου αγόρασε το επίδικο, ήτοι από το έτος 1987 μέχρι το 2012 το νεμόταν με διάνοια κυρίας, το επισκεπτόταν και το επέβλεπε τακτικά, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα.
Επίσης, ο μάρτυρας Γ. Γ. στην ένορκη κατάθεσή του αναφέρει, ότι τόσον η ενάγουσα όσο και αυτός επισκεπτόταν τακτικά το επίδικο και επέβλεπαν τα όρια αυτού για τυχόν παραβιάσεις αυτών από τρίτους. Επίσης, ο μάρτυρας της ενάγουσας Δ. Π. - Γ., στην ένορκη βεβαίωσή του αναφέρει ότι από το έτος 1987 που αγόρασε η ενάγουσα το επίδικο μέχρι το έτος 2002 επισκεπτόταν τακτικότατα το επίδικο, καθόσον εργαζόταν στο νοσοκομείο της Βούλας ως οφθαλμίατρος και μετέβαινε σ' αυτό καθημερινά και στο διάστημα αυτό δεν είχε διαπιστώσει καμία επέμβαση τρίτου στο επίδικο.
Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι νέμονται το επίδικο από το έτος 1980 που περιήλθε σ' αυτούς με την από 18.7.2000 ιδιόγραφη διαθήκη της Μ. Α. συζύγου του πρώτου εναγομένου και μητέρας της δεύτερης, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και της οποίας την κληρονομιά αποδέχθηκαν με την .../4.3.2009 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Μ. - Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Στην ως άνω διαθέτιδα, όπως αναφέρει στη διαθήκη της, είχε περιέλθει το έτος 1981 με άτυπη αγορά από τον Α. Α.. Ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων - εναγομένων, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύονται πράξεις νομής επί του επιδίκου από αυτούς από το έτος 1980 μέχρι το 2012 που εισέβαλαν στο επίδικο.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ισχυρίζονται ότι νέμονται το επίδικο οι ίδιοι από το έτος 1980, ενώ η δικαιοπάροχός τους - διαθέτιδα στη διαθήκη της, αναφέρει ότι το αγόρασε το έτος 1981. Ο μάρτυρας των εναγομένων Γ. Α. στην κατάθεσή του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αναφέρει ότι μέχρι το έτος 1988 προσπαθούσε να ανεύρει τους ιδιοκτήτες του επιδίκου για να το αγοράσει προκειμένου να το συνενώσει με το όμορο οικόπεδο του και το ενιαίο πλέον οικόπεδο να το δώσει αντιπαροχή, αλλά δεν μπορούσε να ανεύρει κανένα, οπότε έκτισε οικία στο οικόπεδό του.
Από την κατάθεση αυτή του μάρτυρα και εκμισθωτή της οικίας, όπου διαμένουν οι εναγόμενοι, προκύπτει ότι καμία σχέση δεν είχαν αυτοί (εναγόμενοι) με το επίδικο ακίνητο από το έτος 1980, όπως ισχυρίζονται. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά τη σύνταξη της προαναφερόμενης αποδοχής κληρονομιάς, ήτοι από τα μέσα του έτους 2009 οι εναγόμενοι άρχισαν να διεκδικούν το επίδικο, συγκεκριμένα με την υπ' αριθμ.
…/24.6.2009 δήλωσή τους προς το Δήμο Βούλας, εγγράφησαν στο φορολογικό κατάλογο τέλους ακίνητης περιουσίας για το οικόπεδο που ευρίσκεται επί της ... 23 (το επίδικο ευρίσκεται επί της ... αριθμ. 25), με αριθμό οικοπέδου ... και Ο.Τ. 35°, όπως προκύπτει από τη σχετική πράξη του οικείου Δήμου και άρχισαν να καταβάλουν το σχετικό τέλος ακίνητης περιουσίας στον εν λόγω Δήμο.
Οι εναγόμενοι ως μισθωτές της γειτονικής με το επίδικο οικόπεδο οικίας, επειδή διαπίστωσαν ότι αυτό δεν αξιοποιείτο από την ιδιοκτήτριά του, θέλησαν να προβούν σε πράξεις, προκειμένου να αποκτήσουν δικαιώματα επί του επιδίκου και στη συνέχεια να διεκδικήσουν την κυριότητα αυτού. Ανέθεσαν δε σε γνωστό μεσίτη της περιοχής τον Κ.
Β. την πώληση αυτού, όταν δε εισέρχονταν στο επίδικο, η ιδιοκτήτρια ή ο αδελφός της μετέβαιναν εκεί κατόπιν κλήσης αστυνομικοί, οι οποίοι τους ζητούσαν τα στοιχεία της ταυτότητάς τους (βλ. ένορκη βεβαίωση του Γ. Γ.), οι δε γείτονες ενημέρωσαν την ενάγουσα και τον αδελφό της για την μελλοντική πώληση του επιδίκου μέσω του ανωτέρω μεσίτη (βλ.
ένορκη βεβαίωση του ως άνω μάρτυρα). Τον Ιούλιο δε του έτους 2012, οι εναγόμενοι κατέστρεψαν την περίφραξη του επιδίκου επί της .... Η ενάγουσα μόλις διαπίστωσε την καταστροφή της περίφραξης την αποκατέστησε πάραυτα. Ο αδελφός της Γ. Γ., κατόπιν φύτευσε δένδρα επί του επιδίκου, τα οποία όμως σε επόμενη επίσκεψή του δεν τα ανεύρε.
Εξάλλου, ως προς την ταυτότητα του επιδίκου δεν υφίσταται καμία αμφισβήτηση και ορθά το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε το αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, αναφέροντας "ότι το διεκδικούμενο από τους εναγομένους οικόπεδο είναι το αυτό οικόπεδο, το οποίο περιγράφεται στην αγωγή και διεκδικείται και από την ενάγουσα".
V. Η επισκόπηση των παραδοχών καταδεικνύει την αβασιμότητα των πρώτου και δευτέρου λόγων αναιρέσεως, τούτου δοθέντος, καθόσον το Εφετείο με ειρμό πληρότητος ανέπτυξε το πόρισμά του. Σε αυτό εμφαίνεται η ιδιοκτησιακή (με νόμιμο μεταγεγραμμένο τίτλο) κατοχύρωση της αναιρεσίβλητης και στον αντίποδα αυτής ο αίολος πραγματικού αντικρύσματος ισχυρισμός κυριότητος των αναιρεσειόντων, παρά τα όσα αντιστοίχως αντίθετα αυτοί υποστηρίζουν, αβασίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
VI. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ψέγουν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην υπ'αρ.10 του άνω άρθρ. πλημμέλεια, διότι δεν διέταξε την υπ'αυτών αιτηθείσα πραγματογνωμοσύνη. Ο υπό το προειπωθέν περιεχόμενο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως ερειδόμενος επί λανθασμένης προϋποθέσεως, αφού αυτός ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο δεχθεί ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, (μη εν προκειμένω συντρέξασας τοιαύτης περιπτώσεως και μη διαληφθείσης στο πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως αντίστοιχης παραδοχής, ως επιτρεπτώς επισκοπείται).
VII. Με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο Εφετείο, ότι υπέπεσε στην υπ'αρ.1 του ιδίου, ως άνω, άρθρ. πλημμέλεια, δοθέντος ότι στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται εσφαλμένως ότι δεν έλαβαν χώρα πράξεις τους νομής επί του επιδίκου από το 1980 έως το 2012 κι έτσι παραβιάσθηκε "κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ενέχει απαράδεκτο ως εκ της αοριστίας του, αφού δεν εκτίθεται η φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου.
VIII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου και να επιβληθεί στους ηττωμένους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του αιτήματός της (αρθρ.176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ.3 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-5-2017 αίτηση των: Παναγιώτη Ασημακόπουλου και Κυριακούλας - Γεωργίας Ασημακοπούλου περί αναιρέσεως της 199/2017 αποφάσεως του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2700€). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ