Legislator Case Law & Legislation
586/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal dismissal due to failure to examine ex-trial settlement admissibility.

Case Number 586/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Court of First Instance's dismissal of the appeal, specifically regarding the admissibility of an ex-trial settlement. The appellant argued that the lower court incorrectly rejected the settlement claim without examining the statutory conditions for its admissibility under the Code of Civil Procedure. The Court found the lower court violated procedural rules by failing to investigate the settlement's validity despite the appellant's clear presentation of the legal basis, thus ruling the appeal admissible on this point.

Legislator headnote

AI generated

Articles 293, 361, 871 of the Civil Code; Articles 527(3), 269(2)(g) of the Code of Civil Procedure: An ex-trial settlement constitutes a valid contract that may serve as a rebuttable objection, compelling the court to rule according to its terms if proven, and the failure to examine such an objection constitutes a ground for appeal.

Keywords

AI generated
ex-trial settlement admissibility of appeal rebuttable objection Code of Civil Procedure procedural violation civil litigation settlement agreement

Cited Legislation

AI generated
Article 293 of the Code of Civil Procedure
Article 361 of the Civil Code
Article 871 of the Civil Code
Article 527(3) of the Code of Civil Procedure
Article 269(2)(g) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 586 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 586/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Πετρόχειλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Π. του Σ., 2) Χ. Π. του Σ. και 3) Ο. Π. του Σ., απάντων κατοίκων .... Οι 1ος και 3η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Κοτζιά - Σοφαντζή, ενώ ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5174/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 307/2015 του Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-7-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 17-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή των δεύτερου και τρίτου και την απόρριψη του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 30-7-2015 αίτησης για αναίρεση της 307/2015 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 293 ΚΠολΔ,οι διάδικοι μπορούν σε κάθε στάση της δίκης να συμβιβάζονται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Ο συμβιβασμός γίνεται με δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου ή του εντεταλμένου δικαστή ή συμβολαιογράφου και επιφέρει αυτοδίκαιη κατάργηση της δίκης.

Συμβιβασμός που έγινε με άλλο τρόπο δεν επιφέρει κατάργηση της δίκης και κρίνεται κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 871 του ΑΚ, προκύπτει, ότι ο συμβιβασμός που έγινε εκτός του πλαισίου της εκκρεμούς δίκης ή στο πλαίσιο μεν της δίκης, αλλά χωρίς τις διατυπώσεις της παρ. 1 του άρθρου 293 Κ.Πολ.Δ, φέρει τον χαρακτήρα εξώδικου συμβιβασμού και κρίνεται ως σύμβαση κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Ο εξώδικος συμβιβασμός, κρινόμενος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, δεν καταργεί τη δίκη, αλλά μπορεί να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση, η οποία, αν προταθεί και αποδειχθεί, υποχρεώνει το δικαστήριο της ουσίας να ρυθμίσει το διατακτικό της απόφασής του σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού και να αποφανθεί περαιτέρω ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 1800/2005).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 παρ. 2 περ. γ και 527 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η πρώτη ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 21 παρ. 2 του Ν. 3911/2011 από 21-7-2011 (και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση που η συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό έγινε υπό την ισχύ της), προκύπτει, ότι είναι παραδεκτή η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν, ή προτάθηκαν απαράδεκτα στην πρωτόδικη δίκη, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως (ΑΠ 1143/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (Ολ.ΑΠ 12/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την επαναφερθείσα ενώπιον του Εφετείου και αποδεικνυομένη εγγράφως, ένσταση εξώδικου συμβιβασμού.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), στο πλαίσιο διερεύνησης του άνω αναιρετικού λόγου προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, με τις από 17-1-2012 προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επί της συζητηθείσας στις 8-2-2012, από 16-2-2006 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι το ποσοστό συμμετοχής τους στην ομόρρυθμη εμπορική εταιρία με την επωνυμία "...

ΟΕ", ανερχόταν σε 40% καθενός των δύο πρώτων απ’ αυτούς και 20% του εναγομένου και ότι είναι άκυρο το από 3-9-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης εταιρικού της ανωτέρω εταιρίας, προέβαλε τον ισχυρισμό του έγγραφου εξώδικου συμβιβασμού ως προς το επίδικο θέμα, δυνάμει του από 13-2-2009 εγγράφου με τον τίτλο "ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΕΞΩΔΙΚΟΥ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ" υπογεγραμμένου από τους διαδίκους (το περιεχόμενο του οποίου εξέθετε εξ ολοκλήρου στις προτάσεις του), και με το οποίο συμφωνήθηκε, μετά από αμοιβαίες εξηγήσεις και εν όψει και του συγγενικού τους δεσμού (πατέρας και τέκνα) να λύσουν οριστικά την μεταξύ τους ανακύψασα αντιδικία από την άσκηση της ένδικης αγωγής, με την αποδοχή (μεταξύ άλλων) ότι τα ποσοστά συμμετοχής τους στην πιο πάνω εταιρία, ανεξαρτήτως των μέχρι σήμερα μεταβολών της ανέρχονται σε 50% του ιδίου και 50% συνολικά των αντιδίκων του και ζήτησε να επικυρωθεί από το δικαστήριο και να καταργηθεί η δίκη.

Μετά την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την αιτιολογία ότι "δεν πρότεινε ένσταση ανατρεπτική, ζητώντας να εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα ή να κριθεί ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της δίκης" και την μερική αποδοχή της αγωγής, ο αναιρεσείων, με λόγο της ασκηθείσας από 19-3-2014 έφεσής του, επανέφερε τον ισχυρισμό του περί εξώδικου συμβιβασμού, ζητώντας να εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με αυτόν και να αποφανθεί περαιτέρω το δικαστήριο ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της δίκης, ενώ το από 13-2-2009 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό που τον απεδείκνυε, το επεκαλείτο ρητώς τόσο με το δικόγραφο της έφεσής του (στο οποίο περιέλαβε αυτούσιο το περιεχόμενό του), όσο και με τις ενώπιον του Εφετείου από 10-11-2014 προτάσεις του.

Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε για το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία ζήτημα της ένστασης εξώδικου συμβιβασμού και του αντίστοιχου λόγου έφεσης τα ακόλουθα: "...Το αίτημα δε να αναγνωρισθεί ότι το ποσοστό συμμετοχής του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) στο κεφάλαιο της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΟΕ" ανέρχεται σε 50% και το ποσοστό των εναγόντων - εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσιβλήτων) επίσης σε 50% συνολικά για όλους του ενάγοντες - εφεσίβλητους (που αποτελεί μέρος του περιεχομένου του, ως θα αναφερθεί κατωτέρω από 13-2-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού εξώδικου συμβιβασμού) απορριπτέο τυγχάνει ως απαράδεκτο... Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο ως άνω ισχυρισμός ως λόγος εφέσεως αλυσιτελώς υποβάλλεται ως στηριζόμενος επί λανθασμένης προυποθέσεως, διότι...

και όπως προκύπτει από το κείμενο της εκκαλούμενης αλλά και από τα οικεία πρακτικά της συζήτησης και τις προτάσεις του εναγομένου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ένσταση ανατρεπτική δεν υποβλήθηκε ποτέ από τον εναγόμενο και γι’ αυτόν το λόγο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν ασχολήθηκε (ορθώς), με τέτοιο θέμα".

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο παρά το νόμο και ειδικότερα κατά παράβαση των προαναφερθεισών δικονομικών διατάξεων των άρθρων 527 παρ. 3 και 269 παρ. 2 εδ. γ ΚΠολΔ απέρριψε ως απαράδεκτο τον άνω λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος με τον οποίον επανέφερε την ένστασή του περί εξώδικου συμβιβασμού, και ζήτησε να εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με αυτόν, χωρίς να ερευνήσει ότι συνέτρεχε η συνδρομή της προϋπόθεσης του εδ.

γ της παρ. 2 του άρθρου 269 ΚΠολΔ, της απόδειξής του δηλαδή με έγγραφο, η οποία σε κάθε περίπτωση τον καθιστούσε παραδεκτό και επέβαλε την ουσιαστική διερεύνησή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ακόμη και αν είχε υποβληθεί απαραδέκτως ενώπιον του πρωτοβαθμίου, λόγω μόνο της μη επιγραμματικής καταχώρησής του στα οικεία πρακτικά, δοθέντος ότι σχετικό αίτημα υπήρχε.

Επισημαίνεται, ότι για το παραδεκτό της βραδείας αυτής προβολής δεν ήταν αναγκαία η πανηγυρική επίκληση στο δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσειοντος του κειμένου και του αριθμού της διάταξης του άρθρ. 269 παρ. 2γ περ. γ του ΚΠολΔ (ΑΠ 1735/2008), πέραν του ότι στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του επεκαλείτο συγκεκριμένα και τις διατάξεις αυτές.

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων που πλήττουν το αυτό κεφάλαιο.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που αφορά την απόρριψη του προαναφερθέντος λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.) Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου σ’ αυτόν (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες στα δικαστικά του έξοδα (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο, την 307/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ίδιο κεφάλαιο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2017.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ