Supreme Court dismisses appeal against accident compensation award, upholding court's free evaluation of conflicting medical expert reports.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against a lower court's compensation award for personal injury. The insureds argued that the appellate court erred in rejecting specific medical expert reports, while the insurer contended the evidence was insufficient. The court ruled that the lower court correctly exercised its free evaluation power by considering all submitted expert opinions and rejecting those deemed unreliable, thereby validating the original compensation decision.
Legislator headnote
AI generatedArt. 931 of the Civil Code; The court's free evaluation of evidence allows it to weigh conflicting expert medical reports and determine the extent of disability based on the totality of the case facts, without being bound by a single expert's opinion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 586 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 586/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας "ΕΟS ΑΕΑΖ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τζούμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 425/2007 μη οριστική και 106/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2011 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 26-9-2011 αίτησή του. Εκδόθηκε η 924/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό αυτής μέρος και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 346/2013 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-12-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης διάβασε την από 13-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των λόγων της από 20-12-2013 αίτησης για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ' αριθμ. 346/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του Ν. 1329/1983, "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση", νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Περαιτέρω, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμόρφωσης να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.
Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί (ΑΠ 2067/2006, ΑΠ 1645/2006, ΑΠ 1073/2001).
Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την ΑΚ 931 εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσής του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 525/2007, ΑΠ 1645/2006).
Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α' και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως αν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).- Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με το επίμαχο θέμα της κατ' άρθρο 931 ΑΚ αποζημίωσης των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα και ειδικότερα ότι:
Με την υπ' αριθμ. 141/2011 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επισυμβάντος στις 2.7.2005 αυτοκινητικού ατυχήματος και του εξ αυτού προκληθέντος τραυματισμού των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων ήταν ο οδηγός του ενός των συγκρουσθέντων οχημάτων, στο οποίο επέβαιναν αυτές, Β.
Ε. Χ.. Ότι η πρώτη των ήδη αναιρεσιβλήτων Ζ. Μ., "ηλικίας 30 ετών, έγγαμη με ένα μικρό παιδί υπέστη συντριπτικό ενδαρθρικό κάταγμα κάτω πέρατος δεξιάς κερκίδας του δεξιού χεριού, κάταγμα του οπισθίου τόξου της 5ης πλευράς και θλαστικό τραύμα κάτω σιαγώνος" και η δεύτερη τούτων Α. Κ. (υπέστη) "διπολικό κάταγμα δεξιού μηριαίου οστού, κάταγμα αριστερού μηριαίου οστού, κάταγμα δεξιού αντιβραχίου, θλαστικό τραύμα ραχιαίας επιφάνειας δεξιάς άκρας χειρός και πρώτης μεσοδακτυλικής πτυχής, τραύμα δεξιάς παρειάς προσώπου, κάκωση θώρακα και τραύμα δεξιού οφθαλμού".
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εκθέτει τις ιατρικές ενέργειες οι οποίες έγιναν προς αντιμετώπιση της πρώτης των προαναφερομένων σωματικών κακώσεων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και ότι παρά τις ενέργειες αυτές "η υγεία της δεν έχει αποκατασταθεί μέχρι και σήμερα", δέχεται ότι "έτσι, παρουσιάζει σήμερα οστεοπόρωση στην παραπάνω περιοχή του χεριού της, δυσκαμψία και αλγυδοστροφία της πηχεοκαρπικής, σημαντικό περιορισμό της κάμψης του δεξιού δείκτη στις 30 μοίρες, μεγάλη δυσκαμψία της πηχεοκαρπικής, η κάμψη της οποίας περιορίζεται στις 10 μοίρες και σημαντικό περιορισμό στις κινήσεις υπτιασμού - πρηνισμού στις 10 μοίρες και στις 35 - 40 μοίρες, αντίστοιχα.
Λόγω των σωματικών της αυτών κακώσεων, αδυνατεί να χρησιμοποιήσει πλήρως το δεξί της χέρι και έχει καταστεί, ως προς αυτό, μερικά ανάπηρη. Οι σωματικές της αυτές κακώσεις και η εξαιτίας αυτών αναπηρία της είναι ισόβιες και μόνιμες και, με την πάροδο του χρόνου, όχι μόνο δεν πρόκειται να εκλείψουν ή να βελτιωθούν, αλλά, αντίθετα, θα χειροτερεύουν, θα επιτείνονται και θα μεγαλώνει η εξαιτίας τούτων αδυναμία της να χρησιμοποιεί το δεξί της χέρι και επομένως και η αναπηρία της.
Λόγω των σωματικών της αυτών κακώσεων και της αναπηρίας της αδυνατούσε, αδυνατεί και θα αδυνατεί να ασκήσει τα πλήρη καθήκοντα του δημοτικού αστυνομικού, που ασκούσε στο Δήμο Φυλής Αττικής και, για το λόγο τούτο, έχει μεταχθεί σε βοηθητική θέση της παραπάνω υπηρεσίας. Επίσης, εξαιτίας της αναπηρίας της αυτής, είναι αδύνατη και, σε κάθε περίπτωση, δυσχεραίνεται η εκτέλεση των εργασιών, αλλά και των απλών καθημερινών κινήσεων, οι οποίες απαιτούν δυνατότητα και ικανότητα πλήρους χρήσης του δεξιού χεριού και τις οποίες εργασίες και κινήσεις μέχρι του ατυχήματος εκτελούσε, ενώ δεν θα μπορεί πλέον να εκτελεί ή να εκτελεί με την ίδια ευκολία και αποτελεσματικότητα.
Έτσι, δυσκολεύεται να κρατήσει στην αγκαλιά της το μικρό της παιδί και καθίσταται προβληματική, ενόψει της αναπηρίας της και της μειωμένης ικανότητάς της και των εξ αυτής περιορισμών της, η απόκτηση από μέρους της άλλου παιδιού. Παράλληλα, παρά τη συρραφή και την εν γένει θεραπευτική αγωγή, στην οποία έχει υποβληθεί για την αντιμετώπιση του ανωτέρω θλαστικού τραύματος της κάτω σιαγώνος, παρουσιάζει σήμερα δύσμορφες ουλές στην υπογνάθια χώρα και στον καρπό του δεξιού της χεριού, οι οποίες δεν πρόκειται να εξαλειφθούν πλήρως, έστω και αν υποβληθεί σε πλαστικές χειρουργικές επεμβάσεις, αλλά αντίθετα θα τη συνοδεύουν σ' ολόκληρο τον υπόλοιπο βίο της και οι οποίες, λόγω της φύσης τους, των χαρακτηριστικών τους και των ανωτέρω σημείων του σώματός της, ασκούν αρνητική επίδραση στην εξωτερική της εμφάνιση, με συνέπεια να έχει μειωθεί αυτή κοινωνικά και να έχουν επηρεασθεί αρνητικά οι κοινωνικές συναναστροφές της και η κοινωνική δραστηριότητα που έχει ο μέσος υγιής άνθρωπος και την οποία είχε και η ίδια μέχρι του ατυχήματος".
Περαιτέρω, το Εφετείο, αφού εκθέτει τις ιατρικές ενέργειες οι οποίες έγιναν προς αντιμετώπιση των προαναφερομένων σωματικών κακώσεων της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και ότι παρά τις ενέργειες αυτές "η υγεία της δεν έχει αποκατασταθεί μέχρι και σήμερα", δέχεται ότι "έτσι, παρουσιάζει σήμερα χωλότητα στο αριστερό της πόδι, οι κινήσεις των ισχίων της είναι επώδυνες, ενώ το αριστερό ισχίο έχει και μικρό περιορισμό στην έσω και έξω στροφή, το αριστερό γόνατο έχει μικρό περιορισμό 10 περίπου μοιρών στην κάμψη, ενώ οι κινήσεις του συνοδεύονται από πόνο, το αριστερό αντιβράχιο, το οποίο έχει χειρουργηθεί, παρουσιάζει περιορισμό 15 περίπου μοιρών στον πρηνισμό και υπτιασμό, ενώ δεν έχει αίσθηση του δείκτη του δεξιού της χεριού.
Λόγω των σωματικών της αυτών κακώσεων, έχει καταστεί ανάπηρη, αφού πλέον είναι κουτσή στο αριστερό της πόδι, ενώ αδυνατεί να χρησιμοποιήσει πλήρως το αριστερό της χέρι και παράλληλα στερείται της αίσθησης του δείκτη του δεξιού της χεριού. Οι σωματικές της αυτές κακώσεις και η εξαιτίας αυτών αναπηρία της είναι ισόβιες και μόνιμες και, με την πάροδο του χρόνου, όχι μόνο δεν πρόκειται να εκλείψουν ή να βελτιωθούν, αλλά, αντίθετα, θα χειροτερεύουν, θα επιτείνονται και θα μεγαλώνει η εξαιτίας τούτων αδυναμία της να χρησιμοποιεί τα παραπάνω μέλη του σώματός της και επομένως και η αναπηρία της.
Λόγω των σωματικών της αυτών κακώσεων και της αναπηρίας της αδυνατούσε, αδυνατεί και θα αδυνατεί να ασκήσει τα πλήρη καθήκοντα του δημοτικού αστυνομικού, που ασκούσε στο Δήμο Φυλής Αττικής και, για το λόγο τούτο, έχει μεταχθεί σε βοηθητική θέση της παραπάνω υπηρεσίας. Επίσης, εξαιτίας της αναπηρίας της αυτής, είναι αδύνατη και, σε κάθε περίπτωση, δυσχεραίνεται η εκτέλεση των εργασιών, αλλά και των απλών καθημερινών κινήσεων, οι οποίες απαιτούν δυνατότητα και ικανότητα πλήρους χρήσης του αριστερού ποδιού και των χεριών και τις οποίες εργασίες και κινήσεις μέχρι του ατυχήματος εκτελούσε, ενώ δεν θα μπορεί πλέον να εκτελεί ή να εκτελεί με την ίδια ευκολία και αποτελεσματικότητα.
Παράλληλα, παρά τις χειρουργικές επεμβάσεις και την εν γένει θεραπευτική αγωγή, στην οποία έχει υποβληθεί για την αντιμετώπιση των ανωτέρω τραυμάτων της, παρουσιάζει σήμερα δύσμορφη μετατραυματική ουλή έξω γνάθου και κάτω βλεφάρου δεξιού οφθαλμού, δύσμορφή ουλή ραχιαίας επιφάνειας δεξιάς άκρας χειρός με αισθητηριακή διαταραχή στην κατανομή του ραχιαίου κερκιδικού κλάδου, δύσμορφες ουλές αριστερού πήχεως μήκους 8 εκ.
στην κερκίδα και 12 εκ. στην ωλένη, μεγάλη δύσμορφη ουλή δεξιού ισχίου μήκους 5 περίπου εκ. και δύσμορφή ουλή δεξιού ισχίου 5 περίπου εκ. Οι δυσμορφίες αυτές δεν πρόκειται να εξαλειφθούν πλήρως, έστω και αν υποβληθεί σε πλαστικές χειρουργικές επεμβάσεις, αλλά αντίθετα θα τη συνοδεύουν σ' ολόκληρο τον υπόλοιπο βίο της, λόγω δε της φύσης τους, των χαρακτηριστικών τους και των ανωτέρω σημείων του σώματός της, ασκούν αρνητική επίδραση στην εξωτερική της εμφάνιση, με συνέπεια να έχει μειωθεί αυτή κοινωνικά και να έχουν επηρεασθεί αρνητικά οι κοινωνικές συναναστροφές της και η κοινωνική δραστηριότητα που έχει ο μέσος υγιής άνθρωπος και την οποία είχε και η ίδια μέχρι του ατυχήματος.
Οι ανωτέρω αναπηρία και δυσμορφία της δυσχεραίνουν τη δυνατότητα σύναψης γάμου από μέρους της". Δέχεται δε περαιτέρω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι εναγόμενες - εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσίβλητες, "λόγω των ανωτέρω σωματικών τους κακώσεων από το επίδικο τροχαίο ατύχημα και των, εξαιτίας αυτών, αναπηριών και δυσμορφιών τους, όπως τα στοιχεία αυτά εκτέθηκαν ειδικότερα παραπάνω, αλλά και των συνεπειών και επιπτώσεων τούτων και της αρνητικής επίδρασής τους στην όλη παρουσία τους, έχουν μειωθεί κοινωνικά, ενώ η ανωτέρω κατάστασή τους έχει επηρεάσει αρνητικά το επαγγελματικό και κοινωνικό τους μέλλον, τις κοινωνικές τους συναναστροφές και την κοινωνική δραστηριότητα που έχει ο μέσος υγιής άνθρωπος και την οποία είχαν και οι ίδιες μέχρι του ατυχήματος, όπως επίσης έχει επηρεάσει και την καθημερινή τους ζωή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ειδικότερα παραπάνω.
Επίσης, εξαιτίας των προβλημάτων τους αυτών, δυσχεραίνεται η εκτέλεση των καθημερινών τους κινήσεων, οι οποίες απαιτούν την ανεμπόδιστη χρήση των ανωτέρω πασχόντων μελών του σώματός τους και τις οποίες κινήσεις μέχρι του ατυχήματος εκτελούσαν και οι ίδιες, όπως και κάθε άλλος άνθρωπος που δεν έχει τα εν λόγω προβλήματα".
Στη συνέχεια το Εφετείο αναφέρεται στα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων στήριξε τις προαναφερόμενες παραδοχές και κρίσεις του, εκθέτει ότι "η κρίση για το είδος, τη φύση, την έκταση και τις συνέπειες των ανωτέρω σωματικών κακώσεων των εφεσιβλήτων από το επίδικο τροχαίο ατύχημα, της, εξαιτίας τούτων, αναπηρίας και δυσμορφίας τους και των επιπτώσεων αυτών στο μέλλον τους, όπως τα στοιχεία αυτά εκτέθηκαν ειδικότερα παραπάνω, στηρίζεται, κυρίως, στα οικεία ιατρικά πιστοποιητικά των ανωτέρω νοσοκομείων και των θεραπόντων ιατρών των εφεσιβλήτων, καθώς επίσης και στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που προαναφέρθηκαν, χωρίς η κρίση αυτή να αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο", ότι "η κρίση για τη δυσμενή υπηρεσιακή εξέλιξη των εφεσιβλήτων που προαναφέρθηκε, στηρίζεται και στις 34115/18.7.2013 και 34490/18.7.2013 βεβαιώσεις του Δήμου Φυλής Αττικής/Διεύθυνση Δημοτικής Αστυνομίας" και καταλήγοντας δέχεται ότι "εξαιτίας της παραπάνω μόνιμης αναπηρίας και δυσμορφίας των εφεσιβλήτων και των επιπτώσεων και επιδράσεων τούτων στην επαγγελματική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση και εξέλιξή τους, απαιτείται, ως αποζημίωσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 931 ΑΚ και τη σκέψη που προεκτέθηκε, σε συνδυασμό με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητάς τους στην πρόκληση και στην έκταση των σωματικών τους αυτών κακώσεων, αλλά και στο ότι η υπαιτιότητα του ανωτέρω Β.
Χ. συνίσταται στο ότι εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε μετωπικά με αντιθέτως κινούμενο όχημα, το ποσό των 150.000 ευρώ για την κάθε μια τους". Μετά ταύτα δε έκρινε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την απόφασή του είχε επιδικάσει για την ανωτέρω αιτία σε εκάστη των ήδη αναιρεσιβλήτων το ποσό των 40.000 ευρώ, είχε σφάλει περί την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 931 ΑΚ και περί την εκτίμηση των αποδείξεων και αφού απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε αυτό τη μη επιδίκαση και σε κάθε περίπτωση την επιδίκαση μικροτέρων των ως άνω πρωτοδίκως επιδικασθέντων ποσών, έκανε δεκτή την αντέφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της, για την ενότητα της εκτέλεσης, και επιδίκασε, μαζί με τα υπόλοιπα επιδικασθέντα ποσά και τα προαναφερόμενα των 150.000 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της εφαρμοσθείσας από αυτό διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 931 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Συνεπώς, τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.-
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 259/ 2009).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/2010).- Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη προς απόδειξη του πρωτοδίκως προβληθέντος και στην κατ' έφεση δίκη επαναφερθέντος με την μορφή του πρώτου λόγου της έφεσής του ισχυρισμού του, ότι στις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες δεν καταλήφθηκε συνεπεία του τραυματισμού τους καμία αναπηρία ή παραμόρφωση και ότι κατά συνέπεια δεν δικαιούνται αυτές την εκ του άρθρου 931 ΑΚ αιτούμενη αποζημίωση, τις υπ' αυτού με επίκληση προσκομισθείσες υπ' αριθμ. 42 και 43/2009 και 37/2009 (δύο τον αριθμό οι δεύτερες) εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων πρωτοδίκως ως πραγματογνωμόνων ιατρών Α.
Σ. και Κ. Ρ., ειδικότητας ορθοπεδικού του πρώτου και πλαστικού χειρουργού του δεύτερου. Από το περιεχόμενο όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την διαλαμβανόμενη στην υπ' αριθμ. έξι (6) σελίδα αυτής ειδική μνεία ότι, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, λήφθηκαν υπόψη και οι προαναφερόμενες, τέσσερις τον αριθμό, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, αλλά και της ειδικής μνείας που γίνεται στην υπ' αριθμ.
έντεκα (11) σελίδα της ότι "η κρίση για το ότι αποδείχτηκαν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στηρίζεται σε όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα... καθώς επίσης και στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που προαναφέρθηκαν...", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις προαναφερόμενες τέσσερις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, πλην όμως το ελευθέρως εκτιμώμενο από το δικαστήριο περιεχόμενο αυτών εκτιμήθηκε διαφορετικά από την εκτίμηση που κάνει το αναιρεσείον.
Κατά συνέπεια, ο ερευνώμενος δεύτερος και τελευταίος κατά σειρά λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.-
ΙΙΙ.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει: α) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε το αναιρεσείον για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που άρχισε να ισχύει από 2.4.2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού) και για το οποίο εκδόθηκαν τα με αριθμούς 1579574, 1579591, 1579592 τρία παράβολα του Δημοσίου, των σαράντα (40) ευρώ έκαστο, και τα με αριθμούς 274270, 274271 και 274332 τρία παράβολα του ΤΑΧΔΙΚ, των εξήντα (60) ευρώ έκαστο, και γ) να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχουσών καταθέσει και προτάσεις αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.12.2013 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ' αριθμ. 346/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε το αναιρεσείον για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκαν τα με αριθμούς 1579574, 1579591, 1579592 τρία παράβολα του Δημοσίου, των σαράντα (40) ευρώ έκαστο, και τα με αριθμούς 274270, 274271 και 274332 τρία παράβολα του ΤΑΧΔΙΚ, των εξήντα (60) ευρώ έκαστο. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ