Legislator Case Law & Legislation
586/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in traffic fatality case, upholding lower court's finding of driver's non-liability.

Case Number 586/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the deceased's family against the Athens Court of Appeal's judgment in a traffic fatality case. The lower court found the deceased, who was driving a tractor, primarily liable due to his lack of attention and failure to yield to a pedestrian, while exonerating the taxi driver. The Court rejected the appellant's arguments regarding the driver's liability and the deceased's blood alcohol level, ruling that the lower court did not err in its assessment of the facts and legal provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that a traffic accident where a pedestrian struck a moving tractor is attributable to the pedestrian's negligence and the tractor driver's lack of ability to avoid the collision, provided the driver could not see the pedestrian due to traffic density and vehicle size.

Keywords

AI generated
traffic accident liability pedestrian negligence blood alcohol limit Supreme Court appeal civil procedure dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 42(1)(b) of Law 2696/1999
Article 38(4) of the Code of Criminal Procedure
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(3) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 586 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 586/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Α. χήρας Γ. Τ., 2Σ. Τ. του Γ. χήρα Κ. Π., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Χ. Π. του Κ., 3Θ. Π. του Κ., 4Π. Τ. του Γ., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Θ. Τ., 5Μ. Τ. του Γ. για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας την γονική μέριμνα της ανηλίκου κόρης της Α. Ζ. του Π., 6Π. Ζ. για τον εαυτό του και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης του Α. Ζ., 7Κ. Ζ. του Π., 8 Π. Τ. του Γ. και 9Ι. Ν. του Χ. για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντων την γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης τους Α. Ν. του Ι., και 10Α. Τ. του Γ., κατοίκων ... εκ των οποίων οι 1η, 2η, 4η, 5η 10ος των αναιρεσειόντων παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μιχαήλ Νικολιδάκη και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1P. C. του K., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2.Της εδρεύουσας στη …, Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…" νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τάντση, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3.Της εδρεύουσας στην Αθήνα Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών, με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ" νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σπανέλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:433/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3762/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-11-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 17-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Με το άρθρο 62 του ν.4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ.

Α.Π. 7/2008, 39/2005 9/2003) και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικο τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους.

Αντιθέτως, σε περιπτώσεις απλής ομοδικίας ισχύει η ως άνω ρύθμιση της διάταξης του β1 εδαφίου της παραγράφου 3,που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις ( άρθρο 98 του ν. 4139/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδάφ. β και γ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δε χρειάζεται νέα κλήτευση τους.

Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ'αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (Α.Π. 240/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου (24-1-2014) μετά την εκφώνηση με τη σειρά της από το πινάκιο, παρέστησαν οι πρώτη, δεύτερη, τέταρτη, πέμπτη και δέκατος των αναιρεσειόντων μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Μιχαήλ Νικολιδάκη, οι λοιποί αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο, και οι δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, Κωνσταντίνο Τάντση η δεύτερη και Νικόλαο Σπανέλη η τρίτη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..

Αντιθέτως, δεν εμφανίσθηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος P. C.. Δεν αποδεικνύεται όμως, ότι ο υπό στοιχ. στ' των αναιρεσειοντων Π. Ζ. του Κ. έχει διορίσει νομίμως, κατ' άρθρο 96 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., τον υπογράφοντα την αίτηση αναίρεσης, δικηγόρο Μιχαήλ Νικολιδάκη. Από δε το υπ' αρ. .../22-4-2013 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Περράκη, με το οποίο όλοι οι αναιρεσείοντες πλην του προαναφερθέντος διόρισαν πληρεξούσιο δικηγόρο τους τον ως άνω δικηγόρο, προκύπτει ότι η υπό στοιχ.

Ε' των αναιρεσειόντων, Μ. Τ. του Γ., δήλωσε ότι είναι όχι σύζυγος αλλά χήρα Π. Ζ. (αναγράφεται Ζ.). Πλην όμως, εφόσον δεν γνωστοποιήθηκε ο θάνατος του εν λόγω αναιρεσείοντος, ως λόγος διακοπής της δίκης, η δίκη συνεχίζεται στο όνομα αυτού, ως προς τον οποίο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση, δοθέντος ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που επισκοπούνται παραδεκτώς, περί των οποίων θα γίνει λόγος κατωτέρω, οι αναιρεσείοντες συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας.

Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη υπ' αρ.../30-5-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθήνας … προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 1-11-2013, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-1-2014), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα ανωτέρω δικηγόρου των αναιρεσειόντων, στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων P. C.. Επομένως, εφ' όσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Με την κρινόμενη 953/9-11-2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 3762/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Με την από 25-8-2009 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν, ότι ο πρώτος εναγόμενος- ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ρυμουλκό μετά του υπ' αριθ. Ρ 18114 επικαθημένου Δ.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου, που ανήκε στην ιδιοκτησία της δεύτερης εναγομένης- ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη - ήδη τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε από υπαιτιότητα του τον θανάσιμο τραυματισμό του Γ. Τ. κατά το ατύχημα που έλαβε χώρα κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονταν στην αγωγή, ζήτησαν δε με την ιδιότητα αυτών, της υπό στοιχ. α' ως συζύγου του θανόντος, των υπό στοιχ. β', δ', ε', η' και ι' ως τέκνων του, των στ' και θ' ως γαμβρών του και των λοιπών ως εγγονών του, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικού σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρο, να τους καταβάλουν, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, για την αυτή αιτία, οφείλουν να τους καταβάλλουν τα, επίσης αναφερόμενα στην αγωγή, επί πλέον ποσά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 433/2011 απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στους ενάγοντες τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή ποσά.

Κατ' αυτής άσκησαν εφέσεις οι αναιρεσείοντες και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ενώ οι λοιποί αναιρεσίβλητοι άσκησαν αντέφεση με τις προτάσεις τους.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 26-3-2009 και περί την 15.00' ώρα ο Γ. Τ. , συγγενής των εναγόντων, ευρίσκετο στη διαχωριστική νησίδα της Ιεράς οδού, στο ύψος του Χαϊδαρίου Αττικής, στη συμβολή της Ιεράς Οδού με την οδό Ελευθερίου Βενιζέλου, έχοντας ήδη διασχίσει κάθετα το ρεύμα της Ιεράς Οδού προς Δαφνί, προτιθέμενος εν συνεχεία να διασχίσει το έτερο ρεύμα-κυκλοφορίας της Ιεράς Οδού προς Αθήνα, μέχρι το απέναντι πεζοδρόμιο.

Κατά τον αυτό χρόνο ο πρώτος εναγόμενος, προστηθείς στην οδήγηση από τη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Φ.Δ.Χ. αυτοκίνητο - ελκυστήρα, μετά του με αριθμό κυκλοφορίας ... επικαθήμενου οχήματος συνολικού μήκους 16,50 μέτρων, που ανήκε στην ιδιοκτησία της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, κινούμενος στο ίδιο ύψος της Ιεράς Οδού στο Χαϊδάρι, στη συμβολή με την οδό Ελευθερίου Βενιζέλου, με κατεύθυνση από Δαφνί προς Αθήνα, καταλαμβάνοντας τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.

Η Ιερά Οδός, στο ύψος της συμβολής της με την οδό Ελευθερίου Βενιζέλου, έχει δύο ρεύματα κυκλοφορίας- -με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7 μ., αριθμό λωρίδων κυκλοφορίας 2 ανά κατεύθυνση. Κατά τον άνω δε χρόνο η άσφαλτος ήταν ξηρά, οι καιρικές συνθήκες καλές και η κυκλοφορίας των οχημάτων ήταν πυκνή επί της Ιεράς Οδού.

Με την αφή του πράσινου ο πρώτος εναγόμενος ξεκίνησε την πορεία του οχήματος του, πλην όμως σταμάτησε, αφού ειδοποιήθηκε από έναν οδηγό ταξί που εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ίδιου ρεύματος προς Αθήνα, ότι είχε παρασύρει έναν πεζό (τον Γ. Τ.), ο οποίος είχε προλάβει να διασχίσει την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος της Ιεράς οδού προς Αθήνα και προσπαθούσε να διασχίσει και την έτερη - τη δεξιά, στην οποία εκινείτο το φορτηγό, ώστε να φτάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Ο τράκτορας, παρασύροντας τον Γ. Τ. με τον οπίσθιο αριστερό τροχό του, προκάλεσε την πλήρη διάνοιξη της κεφαλής του με καθολικές τραυματικές διασχίσεις των μαλακών μορίων, καθολικά συντριπτικά κατάγματα οστών βάσης, θόλου και σπλαχνικού κρανίου, αυχενικής μοίρας ΣΣ, καθολικά κατάγματα πλευρών άμφω, τραυματικές ρήξεις πνευμόνων-αιμοθώρακα και συμφύσεις άμφω, τραυματική ρήξη της καρδιάς στο οπίσθιο τοίχωμα της αριστερής κοιλίας, διάσπαρτες εκδορές - εκχυμώσεις - θλαστικά τραύματα και κατάγματα οστών άνω και κάτω άκρων, δηλαδή βαρύτατες κακώσεις κεφαλής - σώματος, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του (βλ.

την υπ' αριθμ. πρωτ. 7-8-Φ/136/31-3-2-0.09 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή Ν. Κ.).

Με τα δεδομένα αυτά το ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής και σύνεσης που όφειλε να καταβάλει ως μέσος συνετός πεζός, επεχείρησε να διασχίσει κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας της Ιεράς Οδού προς Αθήνα εκτός διαβάσεων πεζών κινούμενος ανάμεσα στα διερχόμενα αυτοκίνητα και ειδικότερα χωρίς να ασκήσει τον προσήκοντα έλεγχο της κίνησης των οχημάτων αυτών, επέπεσε στον οπίσθιο εξωτερικό αριστερό τροχό του τράκτορα, δηλαδή σε σημείο που δεν μπορούσε να ελεγχθεί από τη θέση του οδηγού (πρώτου εναγομένου), η οποία ευρίσκεται στο εμπρόσθιο τμήμα του τράκτορος και αρκετά ψηλότερα από το ύψος του οπίσθιου εξωτερικού αριστερού τροχού. Παρέβη δηλαδή τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 4 του ΚΟΚ. Ο πεζός Γ. Τ. εκινείτο επί του ρεύματος κυκλοφορίας της Ιεράς Οδού προς Αθήνα μέσω των διερχομένων οχημάτων - ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, καθόσον, σύμφωνα με την εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, τοξικολογικό εργαστήριο (αριθμ. βιβλ. εργαστ. 540/2008) με ημερομηνία 11-3-2010, το αίμα του περιείχε οινόπνευμα σε συγκέντρωση 39 χιλιοστόγραμμα ανά εκατό κυβικά εκατοστά αίματος ή 0,39‰ (gr/lt).

Πρέπει να σημειωθεί ότι στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της 26-3-2009 που απεικονίζονταν οι πιθανές συνθήκες τροχαίου ατυχήματος αναφέρεται ότι σύμφωνα με τον οδηγό του Φ.Δ.Χ. αυτοκινήτου ο πεζός (Γ. Τ.) εκινείτο ανάμεσα στα διερχόμενα ΕΙΧ αυτοκίνητα, κάνοντας επαιτεία, γεγονός που επιβεβαίωσε στην από 16-3-2010 ένορκη εξέταση του ενώπιον της πταισματοδίκου του 31ου Τμήματος ο Π. Σ. του Α..

Υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, καθόσον αυτός εκινείτο κανονικά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος κυκλοφορίας της Ιεράς Οδού προς Αθήνα με μικρή ταχύτητα, λόγω της πυκνής κυκλοφορίας των οχημάτων επ' αυτής (Ιεράς Οδού) αλλά και λόγω του βάρους και του όγκου του εν λόγω οχήματος, συνολικού μήκους 16,50 μέτρων (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες αυτού), ούτε είχε ο πρώτος εναγόμενος - οδηγός αυτού δυνατότητα εγκαίρου εντοπισμού του πεζού, ο οποίος επέπεσε στους οπίσθιους τροχούς του τράκτορα, ούτε είχε επίσης τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως εγκαίρου αποφευκτικού ελιγμού και ο οποίος (οδηγός), όπως προέκυψε, ήταν νηφάλιος κατά την οδήγηση (βλ. τις από 15-4-2009 εκθέσεις τοξικολογικής

εξέτασης και προσδιορισμού οινοπνεύματος σε αίμα του εν λόγω οδηγού, της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών τμήμα χημικών και φυσικών εξετάσεων, εργαστήριο τοξικολογίας)".

Και υπό τις παραδοχές αυτές, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και έκανε κατ' ουσίαν δεκτές την έφεση της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και την αντέφεση των λοιπών εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή, και κρατώντας την υπόθεση απέρριψε την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ.

Α.Π. 3/1997). Δεν είναι "πράγματα", όμως με την πιο πάνω έννοια, η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π. 469/1984, Α.Π. 2176/2009). Ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο καταλογίζεται στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των εναγόντων, ότι στο σημείο της Ιεράς Οδού, στην περιοχή Χαϊδαρίου, από το οποίο ο προαναφερόμενος συγγενής των αναιρεσειόντων διέσχισε το οδόστρωμα, υπάρχουν σε ευθεία γραμμή τέσσερα φανάρια πεζών( δύο στα πεζοδρόμια των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας και δύο στην υπάρχουσα στο μέσο της οδού διαχωριστική νησίδα), από τα οποία διήλθε ο πεζός, ενώ ήταν αναμμένο το πράσινο για τους πεζούς.

Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος, δοθέντος ότι ο σχετικός ισχυρισμός ως θεμελιωτικός της αποδιδομένης στον πρώτο αναιρεσίβλητο υπαιτιότητας, λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και αρνητικά αξιολογήθηκε με την αντίθετη περί πραγμάτων κρίση του .

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340, 591 §1 και 681 Α' του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και περιέχονται στην αγωγή ή ένσταση ή χρησιμεύουν προς αντίκρουση της αγωγής. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1413/2010, 1763/2007). Για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού αρκεί η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε ή όχι υπόψη του τέτοια αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1622/2010, Α.Π. 1869/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση οι ήδη αναιρεσείοντες για να στηρίξουν την αγωγή τους και ειδικότερα τον ισχυρισμό τους ότι το ζημιογόνο όχημα παραβίασε κόκκινο φανάρι και να θεμελιώσουν υπαιτιότητα αυτού προσκόμισαν τα εξής αποδεικτικά μέσα: α) Την από 17-12-2009 προανακριτική κατάθεση του φερομένου ως αυτόπτη μάρτυρα Β.

Μ., ο οποίος κατέθεσε ότι κατά το χρόνο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος οδηγούσε το υπ' αρ. ... TAXI και έβαινε επί της Ιεράς Οδού κατευθυνόμενος από την Αθήνα προς την Πλατεία Κορυδαλλού και ότι, όταν έφθασε στη διασταύρωση με την Ελευθερίου Βενιζέλου σταμάτησε πρώτος στον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη και ανέμενε να ανάψει ο πράσινος σηματοδότης.

Ότι, όταν άναψε το πράσινο ξεκίνησε και τότε είδε μια νταλίκα στη δεξιά λωρίδα της Ιεράς Οδού, στο ρεύμα προς Αθήνα, η οποία κινούμενη με μικρή ταχύτητα βγήκε στη διασταύρωση και η καμπίνα της πέρασε μπροστά από το φανάρι, που είχε στην πορεία της και το οποίο πρέπει να ήταν κόκκινο, αφού το δικό του ήταν πράσινο, β) το υπ' αρ. 8989/20-10-2010 έγγραφο του Υπουργείου Υποδομών-Μεταφορών και Δικτύων και την υπ' αρ. 211010/21-10-2010 τεχνική έκθεση του πραγματογνώμονα Ε.

Μ., από τα οποία προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι υπάρχουν τα προαναφερθέντα τέσσερα φανάρια πεζών στο σημείο της Ιεράς Οδού, από το οποίο επιχείρησε ο θανών να διασχίσει καθέτως την ως άνω οδό, τα οποία δεν αναφέρονται στην έκθεση αυτοψίας και δεν απεικονίζονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Αιγάλεω.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου με επίκληση και μεταξύ αυτών, ειδικότερα, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος των εναγόντων και το περιεχόμενο όλων των εγγράφων, τα οποία προσκόμισαν οι διάδικοι νόμιμα με επίκληση. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των 433/25-10-2010 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο φερόμενος ως αυτόπτης μάρτυς Β. Μ., που εξετάσθηκε στην προανάκριση, κατέθεσε και ως μάρτυς αποδείξεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα αυτά περιστατικά με το περιεχόμενο της προανακριτικής του κατάθεσης, προκύπτει ανενδοίαστα , ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα ( άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ. ) με τις λοιπές αποδείξεις όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα , μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα προαναφερθέντα. Κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης της είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.

Α.Π. 1/2013). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ βχ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 παράγραφος 4 εδ α' και ε' του Ν 2696/1999 οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται, α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν, ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ'αυτό αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονα του (Α.Π. 686/2011).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π.24/1992, Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π.9/2013).

Περαιτέρω, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, είτε δεν πλήττονται όλες, είτε πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ'αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1652/2010) Το Εφετείο, με το να καταλήξει στην προαναφερθείσα κρίση, ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος, διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Ειδικώς, ως προς τις υποτιθέμενες ελλείψεις, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες προς θεμελίωση του, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., τέταρτου λόγου αναίρεσης, δηλαδή ότι α) δεν διευκρινίζει το Εφετείο εάν περιοριζόταν η ορατότητα του αναιρεσίβλητου οδηγού και πόση απόσταση είχε διανύσει ο θανών συγγενής τους και σε ποιο ύψος βρίσκεται η θέση του οδηγού του φορτηγού, για να διαπιστωθεί εάν μπορούσε ο οδηγός του ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου να αντιληφθεί εγκαίρως τον ανωτέρω συγγενή τους καθ' ον χρόνο διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα της Ιεράς Οδού με κατεύθυνση από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του και εάν μπορούσε να αποφύγει την παράσυρσή του είτε με τροχοπέδηση είτε με αποφευκτικό ελιγμό, και β) δεν διευκρινίζει με πόση ταχύτητα εκινείτο ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων και γιατί δεν είχε δυνατότητα έγκαιρου εντοπισμού του ανωτέρω συγγενούς τους καθώς και δυνατότητα να διενεργήσει έγκαιρο αποφευκτικό ελιγμό, από τις προαναφερόμενες παραδοχές συνάγεται σαφώς ότι η ταχύτητα του ήταν πολύ μικρότερη της επιτρεπομένης, αφού η κυκλοφορία στην Ιερά Οδό ήταν πυκνή, το δε φορτηγό ήταν σταματημένο, ξεκίνησε την πορεία του με την αφή του πράσινου και σταμάτησε μετά από ειδοποίηση ενός οδηγού ταξί, οπότε, λόγω και του βάρους και όγκου του οχήματος, συνολικού μήκους 16,50 μ., δεν υπήρχε δυνατότητα να αναπτύξει ταχύτητα.

Επίσης, προκύπτει ότι ο εν λόγω οδηγός δεν είχε τη δυνατότητα εντοπισμού του πεζού, διότι αυτός εκινείτο ανάδεσα σε διερχόμενα αυτοκίνητα κάνοντας επαιτεία και επέπεσε στους οπίσθιους τροχούς του τρακτορα, ευρισκόμενος έτσι εκτός του οπτικού πεδίου του οδηγού, ο οποίος δεν είχε τη δυνατότητα διενέργειας έγκαιρου αποφευκτικού ελιγμού, και για τον επιπρόσθετο λόγο της ύπαρξης πυκνής κυκλοφορίας των κινουμένων στην ως άνω οδό οχημάτων.

Ήτοι, παρατίθενται όλα τα περιστατικά που θεμελιώνουν επαρκώς την υπαιτιότητα του θανόντος και αιτιολογούν την έλλειψη υπαιτιότητας του εναγομένου, ήδη αναιρεσίβλητου, οδηγού. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1, διότι με το να δεχθεί, ότι ο θανών βρισκόταν κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, επειδή βρέθηκε στο αίμα του περιεκτικότητα οινοπνεύματος 0,39, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η ως άνω περιεκτικότητα συνέβαλε στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 εδ. β του ν. 2696/1999, που ορίζει ως κατώτατο όριο, για να χαρακτηρισθεί κάποιος ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τα 0,50 γραμ. ανά λίτρο αίματος, με τη μέθοδο της αιμοληψίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι, με τις προαναφερόμενες παραδοχές, η υπαιτιότητα του ανωτέρω θανόντος στηρίζεται σε περισσότερες αιτιολογίες (έλλειψη προσοχής και σύνεσης που όφειλε να καταβάλλει, παράβαση των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 4 Κ.Ο.Κ.), που δεν πλήττονται.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλητων, που κατέθεσαν χωριστές προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητη ( άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί δε η εισαγωγή του καταβληθέντος δια του 8869363 (σειρά VI) διπλοτύπου της Δ.Ο.Υ. Ψυχικού παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.) και η απόδοση των λοιπών στους καταθέσαντες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον αναιρεσείοντα Π. Ζ. του Κ. -

Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 953/9-11-2012 αίτηση για αναίρεση της 3762/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.-

Καταδικάζει τους αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητη.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος δια του 8869363 (σειρά VI) διπλοτύπου της Δ.Ο.Υ. Ψυχικού παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και την απόδοση των καταβληθέντων δια των λοιπών διπλοτύπων στους καταθέσαντες αυτά.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 121 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ