Supreme Court dismisses appeal against lower court judgment on insufficient reasoning grounds under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment regarding a tourism company's liability. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning for its finding of fault, but the court held that the reasoning was complete and consistent. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews substantive findings only if they lack a legal basis due to insufficient or contradictory reasoning, excluding mere evidentiary evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 586 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 586/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Φ. Κ. & ΣΙΑ Ε.Ε", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κάππο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ρισβά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Δεκεμβρίου αγωγή 2003 του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2541/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4401/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Μαρτίου 2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 20 Φεβρουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 203/11-3-2011 αιτήσεως για αναίρεση της 4401/20-8-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 203/11-3-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4401/20-8-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 358/17/5-1-2004 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου απορρέουσες, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, από την αποδιδόμενη στον πρώτο των εναγομένων άδικη και υπαίτια, από αμέλεια, πράξη, προστηθέντα από την δεύτερη τούτων ετερόρρυθμη εταιρεία και ήδη μόνη αναιρεσείουσα.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, ερήμην του πρώτου των εναγομένων και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά μερική παραδοχή της, η 2541/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 2111/3-3-2009 έφεση της δεύτερης των εναγομένων, η 4401/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν του ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως.
Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους, "Η εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "Φ. Κ. και ΣΙΑ Ε.Ε." διατηρεί Γραφείο Γενικού Τουρισμού και λειτουργεί με βάση τους ορισμούς του Ν. 711/1977 "Περί ειδικών τουριστικών λεωφορείων", διαθέτουσα ιδιόκτητα λεωφορεία δημοσίας χρήσεως.
Με βάση την υπ' αριθμ/Γ430/8908/878/98 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών και προς υλοποίηση διμερών συμφωνιών μεταξύ Ελλάδος και Ρουμανίας, έχει χορηγηθεί σ' αυτή προσωρινή άδεια λεωφορειακής γραμμής για την εξυπηρέτηση Ελλήνων φοιτητών μεταξύ Ελλάδας - Ρουμανίας. Για την εκτέλεση του μεταφορικού της έργου, σε περιόδους αιχμής, εκτός από τα ιδιόκτητα λεωφορεία, αναγκάζεται να χρησιμοποιεί και λεωφορεία τρίτων.
Ένα τέτοιο λεωφορείο ήταν και το υπ' αρ. κυκλοφ. ... τουριστικό λεωφορείο που ανήκε στην ιδιοκτησία του τουριστικού πράκτορα Α. Α., ο οποίος ανέλαβε να πραγματοποιήσει το δρομολόγιο της 5ής Ιανουαρίου 1999, από Αθήνα προς το Ιάσιο της Ρουμανίας, για την εξυπηρέτηση των Ελλήνων φοιτητών, οι οποίοι, μετά τις εορτές του νέου έτους, επέστρεφαν μαζικά στη Ρουμανία, όπου φοιτούσαν.
Μεταξύ των φοιτητών ήταν και ο ενάγων, ο οποίος, με σύμβαση που κατήρτισε με την εκκαλούσα στα γραφεία της, ανέθεσε σ' αυτή τη μεταφορά του προς το Ιάσιο, έναντι κομίστρου 22.000 δραχμών, εκδοθείσης και της υπ' αριθμ. 000045/5-1-1999 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών (εισιτηρίου). Η εν λόγω σύμβαση, έχουσα ως αντικείμενο την επίτευξη ορισμένου οικονομικού αποτελέσματος, δηλαδή τη μετακίνηση προσώπου οδικώς από ένα τόπο στον άλλο, έχει το χαρακτήρα συμβάσεως έργου και επ' αυτής εφαρμόζονται οι διατάξεις 97-107 Εμπ.Ν και συμπληρωματικά οι διατάξεις για τη μίσθωση έργου του ΑΚ.
Η κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσης, απαιτούμενη από το νόμο "ειδική έγγραφη σύμβαση" μεταξύ του ιδιοκτήτη του τουριστικού λεωφορείου Α. Α. και της εκκαλούσας εταιρίας, για λογαριασμό της οποίας διενεργείτο το δρομολόγιο, δεν προσκομίστηκε στο δικαστήριο. Ο μάρτυρας της εκκαλούσης, λογιστής της εταιρίας, κατέθεσε ότι πρόκειται για σύμβαση μισθώσεως του λεωφορείου, δυνάμει της οποίας η εκκαλούσα ανέθεσε στον Α.
Α. την έναντι συμφωνηθείσης αμοιβής, εκτέλεση του μεταφορικού έργου των πελατών-επιβατών και των αποσκευών τους, με βάση τις παραδιδόμενες απ' αυτή καταστάσεις επιβατών, σε δρομολόγιο που η ίδια είχε προγραμματίσει, με αφετηρία την έδρα της ιδίας στην Αθήνα, με συνοδηγό, υπάλληλο της εκκαλούσης εταιρίας, ονομαζόμενο K. .
Μάλιστα, ως εκ τη φύσεως της συμβάσεως και ενόψει όλων των πιο πάνω περιστατικών, καθίσταται σαφές ότι η εκκαλούσα εταιρία είχε την επίβλεψη και διεύθυνση του όλου έργου της μεταφοράς, ο δε ιδιοκτήτης του λεωφορείου έχει το χαρακτήρα του βοηθού εκπληρώσεως, τον οποίο η πρώτη ενέταξε στη δραστηριότητα της, προκειμένου να επεκτείνει τη δράση της του μεταφορικού έργου που είχε αναλάβει και για το οποίο δεν επαρκούσε ο αριθμός των ιδιόκτητων λεωφορείων που διέθετε.
Ανεξάρτητα όμως, από το είδος και το χαρακτήρα της μεταξύ τους συμβάσεως, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 1 παρ. 4 Ν. 711/1977 όπως έχει προαναφερθεί, έναντι των επιβαινόντων, ο οδηγός που εκμεταλλεύεται το ως άνω τουριστικό λεωφορείο θεωρείται προστηθείς, ενώ η εκκαλούσα εταιρία για λογαριασμό της οποίας εκτελείται το μεταφορικό έργο, θεωρείται προστήσασα.
Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων επιβιβάστηκε στο λεωφορείο, αφού πρώτα έγινε η φόρτωση των αποσκευών από ειδικούς εργάτες της εκκαλούσης εταιρίας συμμετέχοντος και του οδηγού. Η φόρτωση έγινε σε ειδική εξωτερική μπαγκαζιέρα που ήταν προσαρμοσμένη στο οπίσθιο τμήμα του λεωφορείου.
Όταν το όχημα έφθασε στη χιλιομετρική θέση 147 της Ν.Ε.Ο. Αθηνών-Λαμίας, με κατεύθυνση προς Λαμία και περί ώρα 10:00' περίπου, ο οδηγός διαπίστωσε μηχανική βλάβη και αποσυρθείς στη βοηθητική λωρίδα της οδού, στάθμευσε το λεωφορείο και ζήτησε τη βοήθεια των επιβατών, των σωματικά δυνατότερων, ώστε να τον βοηθήσουν στην επιδιόρθωση.
Συγκεκριμένα ζήτησε από τους επιβάτες, συνολικά οκτώ, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, και τους υπέδειξε να ανασηκώσουν και να κρατήσουν την ογκώδη μεταλλική μπαγκαζιέρα, ώστε να αποκτήσει ο ίδιος πρόσβαση στη μηχανή του λεωφορείου, προκειμένου να επιδιορθώσει τη βλάβη. Και ενώ ο ενάγων μαζί με τους υπόλοιπους 7-8 επιβάτες κρατούσαν την μπαγκαζιέρα, αιφνιδίως έσπασαν οι δύο μεταλλικοί πύροι στερέωσης που συγκρατούσαν αυτή πάνω στο σώμα του λεωφορείου, με αποτέλεσμα να καταπέσει στο έδαφος και να καταπλακώσει τα πόδια του ενάγοντος, ο οποίος τραυματίστηκε, υποστάς συντριπτικό κάταγμα αριστερού μηριαίου.
Ο τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται σε αμέλεια του οδηγού του λεωφορείου, ο οποίος, όντας οδηγός και ιδιοκτήτης τούτου, παρέλειψε να λάβει όλα εκείνα τα ενδεδειγμένα μέτρα ασφαλείας που συνδέονται με το όχημα του, όπως είχε υποχρέωση και ειδικότερα: α) παρέλειψε να ελέγξει επισταμένως, αν η προσθέτως τοποθετείσα για τις ανάγκες του δρομολογίου, στο οπίσθιο τμήμα του διώροφου αυτοκινήτου του, ογκώδης μπαγκαζιέρα που προεξείχε από τον κυρίως κορμό του οχήματος, και ως εκ τούτου απαιτούσε ιδιαίτερα μέτρα ασφαλείας, είχε προσδεθεί κατά τρόπο στέρεο στο κυρίως σώμα του λεωφορείου, λαμβάνοντας υπόψη του όχι μόνο τον όγκο, αλλά και το μεγάλο βάρος -περίπου ενός τόνου-που τοποθετήθηκε επ' αυτής και β) μετά τη διαπίστωση της βλάβης (η ακριβής φύση της οποίας δεν διακριβώθηκε από τις αποδείξεις), όχι μόνο παρέλειψε να λάβει όλα εκείνα τα μέτρα και προφυλάξεις που ήταν αναγκαία, προκειμένου να διασφαλισθεί η σωματική ακεραιότητα των επιβατών που μετέφερε, αλλ' επιπλέον, με το να ζητήσει, ανεπίτρεπτα, τη βοήθεια αυτών για την αντιμετώπιση της ανώμαλης κατάστασης που δημιουργήθηκε και η οποία συνδέεται άμεσα με τους τυπικούς κινδύνους της κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του, για τους οποίους ευθύνεται ο ίδιος ο οδηγός, εξέθεσε αυτούς σε αυξημένο κίνδυνο.
Η συμπεριφορά του αυτή υπολείπεται της συμπεριφοράς του μέσου συνετού οδηγού, εφόσον ο κίνδυνος τραυματισμού κάποιου επιβάτη, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες ήταν προβλέψιμος και παρ' όλα αυτά, ο εναγόμενος οδηγός δεν ενήργησε για να τον αποτρέψει, όπως ευχερώς μπορούσε να πράξει. Ειδικότερα, αυτός όφειλε, πριν ξεκινήσει το ταξίδι, να βεβαιωθεί απόλυτα για τη σταθερή πρόσδεση της μπαγκαζιέρας, η οποία, ως εκ των περιστάσεων (πρόσθετη προεξέχουσα κατασκευή) εγκυμονούσε ιδιαίτερους κινδύνους πτώσης, ενώ μετά τη διαπίστωση της βλάβης, όφειλε πρωτίστως να κρατήσει τους επιβάτες μακριά από το πρόβλημα του οχήματος και λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις (στάθμευση στη βοηθητική λωρίδα της εθνικής οδού και κάθοδος των επιβατών στο οδόστρωμα υπό συνθήκες βροχοπτώσεως), όφειλε να λάβει ιδιαίτερα μέτρα πρόνοιας, ώστε να μην εκθέσει αυτούς σε συνθήκες κινδύνου, τις οποίες ο ίδιος δημιούργησε με το να ζητήσει από τους επιβάτες να κατέλθουν από το λεωφορείο και να προσεγγίσουν το οπίσθιο τμήμα του λεωφορείου.
Ο βαθμός αμέλειας του μάλιστα, επεκτείνεται, λόγω της ιδιότητας του, όχι μόνο ως ιδιοκτήτη, αλλά κυρίως ως επαγγελματία οδηγού δημοσίας χρήσεως οχήματος, με το οποίο μετέφερε μεγάλο αριθμό επιβατών, για την ασφάλεια των οποίων έπρεπε να μεριμνήσει. Η ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του οδηγούς που ήταν πρόσφορη να θέσει σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα των επιβατών "και πράγματι επέφερε τον τραυματισμό του ενάγοντος, εκδηλώθηκε στα πλαίσια των καθηκόντων που του είχε αναθέσει η εκκαλούσα εταιρία, που συνάπτονται με την ασφαλή κατά τις αρχές των συναλλακτικών ηθών, μεταφορά των επιβατών στον προορισμό τους και βρίσκεται σε άμεση εσωτερική αιτιώδη συνάφεια με αυτά.
Επομένως, η εκκαλούσα εταιρία, η οποία προς εκπλήρωση της έναντι του ενάγοντος αναληφθείσης υποχρεώσεως να τον μεταφέρει οδικώς στο Ιάσιο, χρησιμοποίησε τον πιο πάνω οδηγό και το όχημα του, τον οποίο (οδηγό) ενέταξε στο πεδίο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της και του ανέθεσε την εκπλήρωση της κύρια υποχρεώσεως της, που είχε υποσχεθεί στον ενάγοντα, ευθύνεται για την επιδειχθείσα από τον οδηγό αμελή συμπεριφορά, δοθέντος μάλιστα, ότι η συμπεριφορά αυτή συνδέεται με τους τυπικούς κινδύνους που απορρέουν από τη φύση της συγκεκριμένης υποχρέωσης, για ασφαλή οδική μεταφορά, στην οποία οπωσδήποτε απέβλεψε ο ενάγων κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, εμπιστευθείς τούτο στην εκκαλούσα εταιρία".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνονται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δε προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο και με την έννοια αυτή δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, η οργάνωση και εκμετάλλευση των διεθνών λεωφορειακών γραμμών, που κατ' άρθρο 10 Ν. 1906/1990 ανήκει στον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ), μπορεί με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, η οποία καθορίζει τα κριτήρια και τους όρους, να ανατεθεί και σε τρίτους.
Τέτοιοι είναι και τα Γραφεία Γενικού Τουρισμού, που διέπονται από το Ν. 711/1977 "περί ειδικών τουριστικών λεωφορείων", στα οποία μετά από απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών μπορεί να χορηγείται κατά περίπτωση άδεια για μεταφορά προσώπων και των αποσκευών τους με αμοιβή. Με την επιφύλαξη των διεθνών συνθηκών ή συμφωνιών, τα ως άνω Γραφεία μπορούν να διενεργούν και διεθνείς οδικές επιβατικές μεταφορές σύμφωνα με το άρθρο 3 ΠΔ 160/96.
Κατά την παράγραφο 4 το άρθρου 1 του ως άνω Ν. 711/1977, "τα δημοσίας χρήσεως τουριστικά λεωφορεία διενεργούν μεταφορές επιβατών, για λογαριασμό τουριστικού γραφείου, κατόπιν ειδικής προς τούτο έγγραφης σύμβασης, της οποίας ο τύπος έχει αποδεικτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα και η οποία είναι δυνατόν να αφορά μεμονωμένη μεταφορά ή μεταφορές ή και μακροχρόνια συνεργασία.
Στα πλαίσια εκτελέσεως του συμβατικού έργου, έναντι των επιβατών, ο μεν νομιμοποιούμενος προς μεταφορά επιχειρηματίας του ειδικού τουριστικού λεωφορείου νοείται ως προστηθείς, ο δε επιχειρηματίας του τουριστικού γραφείου ως ο προστήσας". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται με σαφήνεια ότι σε περίπτωση που φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διατηρεί γραφείο γενικού τουρισμού και εκμεταλλεύεται τουριστικά λεωφορεία τρίτων για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το είδος της μεταξύ τους δικαιοπρακτικής σχέσης, προσωρινής ή διαρκούς, δημιουργείται σχέση πρόστησης από το νόμο, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη άλλων προϋποθέσεων, και εφαρμόζονται οι περί προστήσεως διατάξεις.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία τους. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας, που μπορεί να είναι και αντιπροσωπευόμενος σε υλικές ενέργειες, διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπο του κατά την διενέργεια υλικών κυρίως ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσον για την τέλεση της αδικοπραξίας που κατέστη (τέλεση) δυνατή, εξαιτίας ακριβώς της θέσης, των μέσων και των ευκαιριών που χορήγησε ο αντιπρόσωπος στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον αντιπροσωπευόμενο, και με την χρησιμοποίηση τους για άλλον σκοπό από εκείνον για τον οποίο του ανατέθηκαν.
Αντίθετα ο προστήσας δεν ενέχεται έναντι του ζημιωθέντος προς αποζημίωση αυτού, όταν η αδικοπραξία είναι άσχετη ή ξένη με την υπηρεσία που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική συμπεριφορά του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του.
Το ζήτημα της ευθύνης για το πταίσμα του προστηθέντος ρυθμίζει και η διάταξη του άρθρου 334 ΑΚ, η οποία προϋποθέτει προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ του υπευθύνου για το αλλότριο πταίσμα και του ζημιωθέντος. Στην περίπτωση αυτή το πταίσμα του προστηθέντος πρέπει να εντάσσεται στα πλαίσια της εκπληρώσεως της παροχής του προστήσαντος οφειλέτη.
Τέτοια ενοχική σχέση αποτελεί και η σύμβαση μεταφοράς επιβατών με κόμιστρο, επί της οποίας εφαρμόζονται, ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως, αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 95-107 ΕμπΝ περί Χερσαίας μεταφοράς πραγμάτων και συμπληρωματικά έχουσα ως αντικείμενο την επίτευξη ορισμένου οικονομικού αποτελέσματος και ειδικότερα την μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων από ένα τόπο εις άλλο, εκείνες περί συμβάσεως έργου (ΑΚ 681), οι οποίες δεν αποκλείουν τη σχέση προστήσεως μεταξύ εργολάβου και εργοδότη, όταν ο τελευταίος επεφύλαξε για τον εαυτό του ρητώς ή σιωπηρώς ιδίως ως εκ της φύσεως του έργου, την διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου.
Εκ τούτων παρέπεται ότι σε περίπτωση κατά την οποία ο επιβάτης κατά την έναντι κομίστρου μεταφορά του τραυματισθεί από υπαιτιότητα του οδηγού, που χρησιμοποίησε για την εκτέλεση της μεταφοράς, ο αναλαβών την μεταφορά παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο τελευταίος ευθύνεται όχι μόνο συμβατικά, αλλά και εξωσυμβατικά κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 297 και 298 ΑΚ, για κάθε πταίσμα του οδηγού.
Η τελευταία αυτή αξίωση, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, υπόκειται στην από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή. Στην περίπτωση αυτή η αξίωση αποζημίωσης διασώζεται ακόμη και μετά τη συμπλήρωση της βραχύτερης ενιαύσιας παραγραφής του' άρθρου 107 ΕμπΝ, στην οποία έχει υποπέσει η από τη σύμβαση μεταφοράς αξίωση.
Κατά τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι αξιώσεις του αναιρεσίβλητου θεμελιώνονται στην αποδιδόμενη στον οδηγό του τουριστικού λεωφορείου άδικη και υπαίτια πράξη, συνισταμένη στην πρόκληση σωματικής αυτού βλάβης από αμέλεια, προστηθέντα από την αναιρεσείουσα για την εκπλήρωση της συνομολογηθείσης μετά του αναιρεσίβλητου συμβάσεως μεταφορά του με κόμιστρο, έργο κατά την εκτέλεση του οποίου και επήλθε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, υποκείμενες εντεύθεν, σε συνέπεια με τις αμέσως παραπάνω διαλαμβανόμενες νομικές παραδοχές, στην προβλεπόμενη από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή.
Επομένως η προβαλλόμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί συμπληρώσεως της προβλεπόμενης από το άρθρο 107 ΕμπΝ και ισχύουσας για τις αξιώσεις του αναιρεσίβλητου ετήσιας παραγραφής, ελέγχεται, ως αναφερόμενη σε αξιολογούμενο, ως μη νόμιμο ισχυρισμό, ως αβάσιμη.
Όμοια αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμη, η διατυπούμενη με το δεύτερο λόγο και το πρώτο σκέλος του τρίτου και τελευταίου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ως αληθή, (α) ότι ο οδηγός του τουριστικού λεωφορείου ζήτησε την βοήθεια των επιβατών για την αποκατάσταση της βλάβης και (β) ότι υφίσταται σχέση προστήσεως μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας, έχοντας επιφυλάξει για τον εαυτό της την διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως της μεταφοράς, χωρίς απόδειξη, ως θεμελιούμενη επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, δοθέντος ότι, κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως την περί πραγμάτων κρίση της σχημάτισε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνονται με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν το αποδεικτικό της πόρισμα ότι μεταξύ του οδηγού του τουριστικού λεωφορείου και της αναιρεσείουσας υπήρχε σχέση προστήσεως κατά την εκτέλεση του αναληφθέντος από εκείνη έργου της μεταφοράς του αναιρεσίβλητου με κόμιστρο κατά το νόμο (άρθρο 1 παρ.4 εδ.2 του ν. 711/1977) και ουσιαστικά και την κατ' ορθή εφαρμογή των άρθρων 914, 922 ΑΚ παραδοχή της κατ' αυτής απευθυνομένης αγωγής του.
Επομένως η απομένουσα προς έρευνα και διατυπούμενη με το δεύτερο σκέλος του τρίτου και τελευταίου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας αναφορικά με την πρόστηση, ελέγχεται ως αβάσιμη.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 203/11-3-2011 αίτηση για αναίρεση της 4401/20-8-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Απριλίου 2013. Και
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ