Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the ground relied on an argument not properly raised before the court of first instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by a cooperative organization against a second-instance labor court decision. The appellant argued that the lower court erred by rejecting claims regarding the formation of an indefinite-term employment contract, but the court found these specific legal grounds were never formally presented to the court of first instance. Consequently, the appeal was declared inadmissible under Article 562 of the Code of Civil Procedure, as the Supreme Court can only review arguments that were legitimately raised during the initial proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticle 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is based on an argument that was not legitimately raised before the court of first instance, unless it concerns a non-provocable violation, an error inherent in the decision itself, or a matter of public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 586 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αναιρετικοί λόγοι, απαράδεκτοι εφ' όσον ερείδονται επί ισχυρισμών που δεν είχαν προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Απορρίπτει την αίτηση.
Αριθμός 586/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 31η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Δευτεροβάθμιας Αγροτικής Συνεταιριστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Λιβαδειά και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τσίχλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ι. Ν. του Φ. και 2) Ι. Λ. του Χ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαρίλαου Λάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 23/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 80/2010 απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-3-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 18-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς, που είχαν τεθεί από τους διαδίκους υπ' όψη του δικαστηρίου της ουσίας. Ισχυρισμοί που δεν είχαν προβληθεί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν για τη θεμελίωση λόγων αναιρέσεως, αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις. Ο αναιρεσείων φέρει το βάρος να επικαλεσθεί τη νόμιμη προβολή των ισχυρισμών στο δικαστήριο της ουσίας και να την αποδείξει με τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα. Αν δεν συμβεί αυτό, ο Άρειος Πάγος οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν οι ισχυρισμοί είχαν προβληθεί νομίμως και, σε περίπτωση παράλειψης, πρέπει να απορρίψει ως απαράδεκτο το λόγο αναιρέσεως, που στηρίζεται σε μη προβληθέντα ισχυρισμό (ΑΠ 1482/2006).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις που ίσχυαν από το έτος 1985 μέχρι το έτος 2006 και ρύθμιζαν τις προσλήψεις και την κατάσταση του προσωπικού στις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις, όπως η αναιρεσείουσα, με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και είχαν προσφέρει τις υπηρεσίες τους στην αναιρεσείουσα επί μία εικοσαετία περίπου, όπως αναφερόταν στην ένδικη, από 26-4-2006 αγωγή, ενώ στην πραγματικότητα αυτοί είχαν προσληφθεί ως έκτακτοι υπάλληλοι, με συμβάσεις εργασίας ετήσιας διάρκειας, οι οποίες δεν ήταν κατά νόμο επιτρεπτό να συνεχισθούν και να εξελιχθούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και, ως εκ τούτου, είχαν παραταθεί ακύρως, με αποτέλεσμα να μην γεννώνται εξ αυτών και υπέρ των αναιρεσιβλήτων οι αξιώσεις, των οποίων η ικανοποίηση επιδιώκεται με την αγωγή.
Όπως, όμως, προκύπτει από αναιρετήριο και την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι προέβαλε τον περί ακυρότητας των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων ισχυρισμό ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ούτε και στην πραγματικότητα προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, αλλά, αντιθέτως, η αναιρεσείουσα είχε συνομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής και είχε περιορισθεί στο να προβάλει την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για να διεκδικήσουν τις ένδικες αξιώσεις.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος, που ερείδεται επί ισχυρισμού ο οποίος δεν είχε προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, είναι προεχόντως απαράδεκτος.
2. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 341, 648 παρ.1 και 655 ΑΚ και 216 παρ.1 ΚΠολΔ, στο δικόγραφο αγωγής του εργαζομένου, με την οποία επιδιώκεται η καταψήφιση του εργοδότη στην καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, αποδοχών για χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο εργαζόμενος άσκησε το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του και τόκων υπερημερίας επί αποδοχών, οι οποίες καταβλήθηκαν με χρονική καθυστέρηση, είναι αρκετό το να αναφέρεται η κατάρτιση και λειτουργία συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, χωρίς να προσαπαιτείται η διευκρίνιση περί του εάν η σύμβαση ήταν ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αφού σε κάθε περίπτωση η παροχή της εργασίας γεννά δικαίωμα εμπρόθεσμης καταβολής της οφειλομένης αμοιβής.
Ακόμη περισσότερο, εάν ο ενάγων επικαλείται την κατάρτιση συμβάσεως αορίστου χρόνου, δεν είναι υποχρεωμένος να περιγράψει το νομοθετικό πλαίσιο εντός του οποίου έλαβε χώρα η κατάρτιση της συμβάσεως αυτής, εν όσω ο εναγόμενος, στην απάντησή του, δεν αμφισβητεί το εν λόγω περιστατικό. Εξ άλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί ως προς το νόμο βάσιμο της αγωγής είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.8 ή αρ.14 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, όμως, για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως πρέπει η αοριστία του δικογράφου της αγωγής να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και το περιστατικό αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1508/2003).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις με το να μη δεχθεί τον περί αοριστίας της ένδικης αγωγής ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, συνιστάμενο στο ότι στο εισαγωγικό δικόγραφο δεν γινόταν αναφορά στην πλήρωση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες καταρτίζεται εγκύρως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ αυτής και του προσωπικού της. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προβλήθηκε μεν ισχυρισμός περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, συνιστάμενος, όμως, στον μη ακριβή προσδιορισμό του είδους της εργασίας, την οποία ο αναιρεσίβλητοι είχαν προσφέρει στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας και όχι των προϋποθέσεων του κύρους των συμβάσεων αορίστου χρόνου που είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσίβλητοι, περί των οποίων, άλλωστε, αυτοί δεν είχαν βάρος επίκλησης. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, που ερείδεται επί ισχυρισμού ο οποίος δεν είχε προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, είναι προεχόντως απαράδεκτος (ΚΠολΔ 562 παρ.2).
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-3-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 80/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε την 28η Φεβρουαρίου 2012 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα την 3η Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ