Legislator Case Law & Legislation
586/2011 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on collective agreement validity and remands case for retrial.

Case Number 586/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that a collective agreement did not bind them as they were not members of the union, while the respondent contended the agreement's mandatory scope extended to all workers in the sector. The court found the first three grounds for appeal invalid but ruled the fourth ground valid because the lower court incorrectly applied the effective dates of the collective agreements, leading to a remand for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2, 3, 5, 7, 11 of Law 1876/1990; Collective labor agreements possess the force of law and bind all workers in the relevant sector regardless of union membership, but the lower court erred in applying the specific effective dates of these agreements.

Keywords

AI generated
collective labor agreement mandatory scope union membership remand for retrial labor dispute effective date binding force

Cited Legislation

AI generated
Article 2, paragraph 7 of Law 1876/1990
Article 3, paragraph 1 of Law 1876/1990
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 11, paragraph 3 of Law 1876/1990
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 586 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 586/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " MULTIMEDIA ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΜΕΣΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτρη Ζερδελή .

Της αναιρεσίβλητης : Κ. Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπουτσή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-03-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 429/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1594/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-05-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 12-03-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μουστάκα με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του ενάτου λόγου της ένδικης αιτήσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, και ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΣΣΕ), είναι ενοχική σύμβαση, η οποία γεννά δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταξύ των μερών, που έχουν συμβληθεί για τη σύναψη της. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 1876/1990 (Ελεύθερες Συλλογικές διαπραγματεύσεις), που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόμο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις κατά τη σύναψη Σ.Σ.Ε.

ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σε αυτές από την ως άνω συνταγματική διάταξη, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας, κατά παραχώρηση από το Κράτος και, συνεπώς, οι Σ.Σ.Ε, ως προς το κανονιστικό μέρος τους, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Οι Σ.Σ.Ε ρυθμίζουν, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών (άρθρο 2 παρ. 7 Ν. 1876/1990), διακρίνονται δε, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 1876/1990 α) σε εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζομένους όλης της χώρας, β) σε κλαδικές, που αφορούν τους εργαζομένους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, γ) σε επιχειρησιακές, που αφορούν τους εργαζομένους μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης και δ) σε εθνικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζομένους ορισμένου επαγγέλματος ή συναφών ειδικοτήτων -συγκεκριμένης πόλης ή περιφέρειας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του Ν. 1876/1990, "οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζομένους όλης της χώρας. Οι υπόλοιπες συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες, που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Εφόσον ο εργοδότης δεσμεύεται από επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, οι κανονιστικοί όροι της ισχύουν υποχρεωτικά και στις εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων, που απασχολούνται στον εν λόγω εργοδότη", κατά δε το άρθρο 11 παρ. 2 του ίδιου νόμου, "με απόφαση που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική, για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες, που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος.

Ειδικότερα, η επέκταση όμοιο επαγγελματικής συλλογικής σύμβασης εργασίας δεσμεύει όλους τους εργαζομένους του επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 10 (σύμφωνα με την οποία "κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με όμοιο επαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας").

Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων (άρθρων 3 παρ. 1β, 8 παρ. 2 και 11 παρ. 2 του ν. 1876/1990) προκύπτει ότι οι κλαδικές ΣΣΕ και Δ.Α. περιέχουν τους όρους εργασίας που αφορούν τους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων πόλεως, περιφέρειας ή και όλης της χώρας. Ομοειδείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών και συναφείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες.

Οι κλαδικές Σ.Σ.Ε. ρυθμίζουν τους όρους εργασίας των εργαζομένων σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις ανεξαρτήτως από την ειδικότητα των εργαζομένων και συνάπτονται από συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τους εργαζομένους των επιχειρήσεων αυτών. Αντίθετα, οι ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ και ΔΑ ρυθμίζουν τους όρους εργασίας εργαζομένων του αυτού επαγγέλματος ή συναφών ειδικοτήτων, ανεξαρτήτως από το είδος της επιχειρήσεως στις οποίες ασχολούνται.

Ως "επάγγελμα" νοείται το συγκεκριμένο είδος εργασίας που προσφέρει ο μισθωτός και τα ειδικότερα καθήκοντα που συνδέονται με το είδος αυτό εργασίας. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι με απόφαση που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.

Στην περίπτωση αυτή η ΣΣΕ όταν έχει κλαδικό χαρακτήρα ισχύει όχι μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την είχαν συνάψει αλλά επεκτείνεται με βάση την άνω διοικητική κανονιστική πράξη και πέρα από τα πρόσωπα αυτά, πάντως όμως μέσα στα όρια της τοπικής της ισχύος, στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι μέλη των.

οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη της (Ολ.ΑΠ 540/1980). Αντίθετα επί ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ η επέκταση αυτής δεσμεύει όλους τους εργαζομένους του συγκεκριμένου επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης η εκμετάλλευσης στην οποία προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, εκτός αν υφίσταται γι αυτούς κλαδική η επιχειρησιακή ΣΣΕ, οπότε υπερισχύει η τελευταία.

Η εν λόγω επέκταση ισχύει από την ημερομηνία εκδόσεως της Υπουργικής αποφάσεως και δεν αναδράμει σε προγενέστερο χρονικό σημείο, εκτός εάν έχει υποβληθεί σχετική αίτηση, οπότε η επέκταση αρχίζει από την ημερομηνία υποβολής της. Εξάλλου, με τις ακόλουθες ΣΣΕ, οι οποίες έχουν συναφθεί μεταξύ α) της Ενώσεως Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΙΗΕΑ) και β) της Ένωσης Τεχνικών Ημερησίου και Περιοδικού Τύπου Αθηνών (ΕΤΗΠΤΑ) "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Τεχνικών Τύπου, μελών της Ένωσης Τεχνικών Ημερησίου και Περιοδικού Τύπου Αθηνών, που απασχολούνται σε εφημερίδες μέλη της Ενώσεως Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών", ορίζονται, μεταξύ άλλων, ότι " στη συλλογική αυτή σύμβαση υπάγονται οι Τεχνικοί Τύπου, μέλη της Ενώσεως Τεχνικών Ημερησίου και Περιοδικού Τύπου Αθηνών, που εργάζονται στις ημερήσιες πολιτικές, οικονομικές και αθλητικές εφημερίδες Αθηνών- μέλη της ΕΙΗΕΑ αποκλειστικά σε μία από τις εξής ειδικότητες:

Φωτοσυνθέτη, σελιδοποιού, χειριστή σελιδοποιητικών μηχανημάτων, χειριστή SCAΝΝΕR, μοντέρ, χειριστή φωτογραφικών μηχανών τυπογραφείου, πιεστή και λινοτύπη". Οι συλλογικές αυτές συμβάσεις εργασίας είναι: 1) η από 8-2-1996, που ισχύει από 1-1-1996, 2) η από 10-2-1997, που ισχύει από 1-1-1997, 3) η από 6-2-1998 (ισχύς από 1-1-1998 και αφορά τα έτη 1998 και 1999), 4) η από 28-3-2000 (ισχύς από 1-1-2000) και 5) η από 9-7-2001, η οποία, σύμφωνα με την παρ. 9 αυτής, ισχύει από 1-1-2001.

Οι εν λόγω συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες, όπως προκύπτει από το εν γένει περιεχόμενο τους, φέρουν τον χαρακτήρα εθνικών ομοιεπαγγελματικών ΣΣΕ, αφού αφορούν ορισμένο επάγγελμα, ήτοι εργαζομένους με τις ως άνω αποκλειστικά ειδικότητες, κηρύχθηκαν γενικά υποχρεωτικές, για όλους τους εργαζομένους και απασχολουμένους με το άνω επάγγελμα, με τις ακόλουθες αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, ήτοι 1) ΥΑ 11168/7-5-1996 (ισχύς από 26-3-1996), 2) ΥΑ 11519/7-5-1997 (ισχύς από 20-3-1997), 3) ΥΑ 10865/10-4-1998 (ισχύς από 5-3-1998), 4) ΥΑ 12559/12-2-2001 (ισχύς από 13-10-2000) και 5) ΥΑ 13390/27-9-2001 (ισχύς από 13-7-2001), αντίστοιχα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά από το Εφετείο (μεταξύ άλλων) τα εξής: Η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, προσλήφθηκε στις 3-10-1994 από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως φωτοσυνθέτρια (επεξεργασία κειμένου σε ηλεκτρονικό υπολογιστή) στο τμήμα σελιδοποίησης της ημερήσιας απογευματινής εφημερίδας "ΤΑ ΝΕΑ", την παραγωγή της οποίας είχε τότε αναλάβει η αναιρεσείουσα με ωράριο εργασίας από Δευτέρα έως Παρασκευή, καθώς και την Κυριακή από 18.00 - 00.30 ώρα και "ρεπό" το Σάββατο.

Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η αναιρεσίβλητη, που ήταν μέλος της Ένωσης Τεχνικών Ημερησίου και Περιοδικού Τύπου Αθηνών (Ε.Τ.Η.Π.Τ.Α.) απασχολήθηκε, με την ειδικότητα αυτή στις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας (οδός ... αριθμ. 3 - Αθήνα) μέχρι τις 12-12-2001, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της και της κατέβαλε, ως αποζημίωση, το ποσό των 1.985.652 δραχμών.

Προηγουμένως η αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα από το έτος 1984 μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο 1994, εργαζόταν ως φωτοσυνθέτρια στην εταιρεία "ΦΩΤΡΟΝ Α.Ε." που ασχολείτο τότε, πλην άλλων, και με τη φωτοστοιχειοθετική παραγωγή της εφημερίδας "ΤΑ ΝΕΑ". Η αναιρεσείουσα εταιρεία, με βάση το καταστατικό της, έχει σκοπό την εμπορική και παραγωγική δραστηριότητα στις ηλεκτρονικές εφαρμογές, για όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, καθώς και στις γραφικές τέχνες κάθε είδους και, ενδεικτικά, εκτός των άλλων, τη δημιουργία προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών για εφημερίδες, την ενασχόληση με τον τομέα των γραφικών τεχνών για την έκδοση βιβλίων και, γενικά, εντύπων κάθε είδους, στα οποία περιλαμβάνονται οι εφημερίδες και την εν γένει επιμέλεια κάθε είδους εκδόσεων.

Ανήκει κατά ποσοστό 100% στην εταιρεία "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗ Α.Ε. (Δ.Ο.Λ.)", η οποία είναι ιδιοκτήτρια, πλην άλλων, της εφημερίδας "ΤΑ ΝΕΑ" και μέλος της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (Ε.Ι.Η.Ε.Α.). Η αναιρεσείουσα δεν είναι μέλος της τελευταίας Ένωσης, πλην όμως θα μπορούσε να γίνει με βάση τις προαναφερόμενες δραστηριότητες της, αφού διαθέτει τον αναγκαίο εξοπλισμό για την παραγωγή εφημερίδων, ενώ παράγει τις εφημερίδες "ΤΑ ΝΕΑ", το "ΒΗΜΑ" και το "ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ".

Επίσης δέχθηκε το Εφετείο ότι η εν λόγω επιχείρηση της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. Ιβ', 8 παρ. 2 και 11 παρ. 2 του ν. 1876/1990 που προαναφέρθηκαν, είναι συναφής επιχείρηση με τις εκδοτικές επιχειρήσεις, μέλη της συνδικαλιστικής οργάνωσης Ε.Ι.Η.Ε.Α., καθόσον έχουν κοινά χαρακτηριστικά εργασίας και λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες.

Ειδικότερα, και οι δύο εκτελούν όλες τις αναγκαίες προεκτυπωτικες εργασίες για την παραγωγή των εφημερίδων, απασχολούν τεχνικούς Τύπου και έχουν ίδια ωράρια και ημέρες εργασίας για τους τεχνικούς Τύπου που απασχολούν, δηλαδή και οι εκδοτικές επιχειρήσεις (μέλη της Ε.Ι.Η.Ε.Α.) και η αναιρεσείουσα εργάζονταν βράδυ για την παραγωγή των ημερήσιων εφημερίδων και οι δύο υπό καθεστώς εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (που περιλαμβάνει Κυριακές και αργίες) με ωράριο 6,5 ωρών ημερησίως, ενώ οι απασχολούμενοι τεχνικοί Τύπου και των δύο επιχειρήσεων ασφαλίζονται στον ίδιο φορέα ασφάλισης που είναι το Τ.Α.Τ.Τ.Α. (Ταμείο Ασφαλίσεως Τεχνικών Τύπου Αθηνών).

Κατά συνέπεια, οι παρακάτω ΣΣΕ που καταρτίστηκαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1996-2001) μεταξύ της Ε.Τ.Η.Π.Τ.Α. (μέλος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη) και της Ε.Ι.Η.Ε.Α. και έχουν κηρυχθεί γενικές υποχρεωτικές, ήτοι: α) η από 8-2-1996 ΣΣΕ (ΥΑ 11168/7-5-1996) η οποία ισχύει από 1-1-1996, β) η από 10-2-1997 ΣΣΕ (ΥΑ 11519/7-5-1997) η οποία ισχύει από 1-1-1997, γ) η από 6-2-1998 ΣΣΕ που αφορά τα έτη 1998 και 1999 (ΥΑ 10865/10-4-1998), η οποία ισχύει από 1-1-1998, δ) η από 28-3-2000 ΣΣΕ (ΥΑ 12559/12-2-2001), η οποία ισχύει από 1-1-2000 και ε) η από 9-7-2001 ΣΣΕ (ΥΑ 13390/27-9-2001), η οποία ισχύει από 1-1-2001, δεσμεύουν, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό τους ως κλαδικών ή ομοιοεπαγγελματικών τοπικών, την αναιρεσείουσα, όσον αφορά την εργασιακή της σύμβαση με την αναιρεσίβλητη, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η αναιρεσείουσα θα μπορούσε, με βάση τη δραστηριότητα της, να είναι μέλος της συνδικαλιστικής εργοδοτικής οργάνωσης Ε.Ι.Η.Ε.Α., η οποία έχει υπογράψει τις πιο πάνω Σ.Σ.Ε.".

Με βάση αυτά, το Εφετείο έκρινε ότι οι ως άνω Σ.Σ.Ε. ισχύουν και για την αναιρεσίβλητη και δεσμεύουν την αναιρεσείουσα και ότι, συνεπώς, οι αποδοχές της πρώτης έπρεπε να υπολογισθούν με βάση τις συλλογικές αυτές συμβάσεις εργασίας. Η κρίση αυτή του Εφετείου είναι ορθή κατ' αποτέλεσμα, αφού, με βάση τα ανωτέρω, έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση της συμβάσεως της αναιρεσίβλητης οι ως άνω Σ.Σ.Ε, εφόσον κατά τα ανωτέρω, αφενός η εργοδότρια είναι συναφής επιχείρηση με τις εκδοτικές επιχειρήσεις-μέλη της συνδικαλιστικής οργάνωσης Ε.Ι.Η.Ε.Α και αφετέρου, υπό τα ανωτέρω περιστατικά, πρόκειται για ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ, οι οποίες, συνεπώς, εφόσον κηρύχθηκαν υποχρεωτικά εκτελεστές, ισχύουν για όλους τους εργαζομένους των επαγγελμάτων, που αναφέρονται σ' αυτές, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, στην οποία οι εργαζόμενοι ανήκουν και ανεξάρτητα από το εάν αναφέρεται στο κείμενο τους ότι σε αυτές υπάγονται "οι τεχνικοί τύπου, μέλη της Ενώσεως Τεχνικών Ημερησίου και Περιοδικού Τύπου", αφού αυτή ακριβώς είναι έννοια της κηρύξεως μιας ΣΣΕ υποχρεωτικής, να επεκτείνεται δηλαδή η ισχύς της και σε άλλους εργαζομένους, όπως εν προκειμένω, που δεν έχουν συμβληθεί, για την κατάρτιση της.

Έτσι, παρότι η αναιρεσείουσα, σύμφωνα και με τις διατάξεις του άρθρου 3 Ν. 1798/1951, όπως αντικ. από το άρθρο 2 Ν. 1542/1985, δεν θα μπορούσε να είναι μέλος της ΕΙΗΕΑ, όπως, αντίθετα, δέχθηκε το Εφετείο, αφού δεν ασχολείται με εκδοτικές επιχειρήσεις, όμως, κατ' αποτέλεσμα δεν είναι εσφαλμένη η κρίση του και, συνεπώς, αφού, κατ' άρθρο 578 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθούν οι από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

υπό στοιχ. 1, 3, 4, 5, 6, 7 και 8 λόγοι της ένδικης αιτήσεως ως αβάσιμοι.

Επειδή, με τον από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. δεύτερο λόγο της ένδικης αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, στον οποίο ανέφερε ότι αυτή δεν είναι ούτε και θα μπορούσε να αποτελέσει μέλος της ΕΙΗΕΑ και, συνεπώς, οι ως άνω Σ.Σ.Ε δεν τη δεσμεύουν. Ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση, ο πιο πάνω ισχυρισμός ελήφθη υπόψη και εκτιμήθηκε από το Δικαστήριο, ο κρινόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, διότι, όπως στην προηγουμένη σκέψη αναφέρθηκε, η βασιμότητα του δεν επηρεάζει την ουσιαστική κρίση του Εφετείου, στην οποία, κατά τα άνω κατέληξε.

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 1876/1990, η επέκταση της ισχύος Σ.Σ.Ε. ισχύει από την ημερομηνία εκδόσεως της Υπουργικής απόφασης, με την οποία κηρύσσεται αυτή γενικώς υποχρεωτική. Εξάλλου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι ως άνω Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με τις προαναφερθείσες υπουργικές αποφάσεις, άρχισαν να ισχύουν: α) του έτους 1997 από 20-3-1997, β) του έτους 1998 από 5-3-1998, γ) του έτους 2000, από 13-10-2000 και δ) του έτους 2001, από 13-7-2001. Με την προσβαλλόμενη, όμως απόφαση έγινε δεκτό ότι οι ως άνω ΣΣΕ ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, που το αφορούν και με βάση αυτό επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών. Έτσι, όμως, που έκρινε, το Εφετείο εσφαλμένα εφήρμοσε τις εν λόγω ΣΣΕ και Υπουργικές αποφάσεις και, συνεπώς, ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω αιτίαση, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ). Ακόμη, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατ' αρθρ. 178 και 183 του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος τη 1594/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ