Supreme Court allows appeal against appellate court ruling on bill of exchange liability due to unauthorized agency. The court found the lower court misapplied the law regarding unauthorized agency. The court ruled that the unauthorized act does not bind the company or partners. The court held that the unauthorized act does not bind the company or partners. The court held that the unauthorized act does not bind the company or partners.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the appellate court's decision, remanding the case for retrial by a different panel. The appellant argued that the company and its partners were not bound by a guarantee given by the managing director for personal reasons, which constituted an abuse of authority. The court agreed, finding the lower court erred in applying the law on bills of exchange and unauthorized agency, concluding that the act did not bind the company. Consequently, the appeal was granted, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8 and 17 of Law 5325/1932 on bills of exchange; Article 217 paragraph 1 of the Civil Code: An act performed by an agent without authority or beyond their mandate does not bind the principal, and the defense of lack of authority cannot be raised against a bona fide holder of the bill.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 586 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 586/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τζαβέλλα.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεροντίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 261/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 605/2003 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 14-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 26-10-2006 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθ. 605/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 8 του ν. 5325/32 "περί συναλλαγματικής κλπ, όστις θέτει την υπογραφή του επί της συναλλαγματικής ως αντιπρόσωπος προσώπου δια τον οποίον δεν έχει την εξουσία να ενεργήση, υποχρεούται αυτός ο ίδιος εκ της συναλλαγματικής και εάν εκπλήρωσε έχει τα αυτά δικαιώματα, τα οποία θα είχεν ο φερόμενος ως εκπροσωπηθείς.
Το αυτό ισχύει και επί αντιπροσώπου υπερβάντα την εαυτόν εξουσίαν". Εξάλλου κατά το άρθρο 17 του αυτού νόμου, τα εκ συναλλαγματικής εναγόμενα πρόσωπα δεν μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστού τις ενστάσεις που στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις αυτών με τον εκδότη ή τους προηγουμένους κομιστές εκτός εάν ο κομιστής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν ο εμφανιζόμενος ως αντιπρόσωπος δεν έχει εξουσία για υπογραφή συναλλαγματικής ή αυτός ενήργησε καθ' υπέρβαση της εξουσίας που του παρασχέθηκε, τότε εκείνος που φέρεται ότι εκπροσωπήθηκε δεν υποχρεούται εκ συναλλαγματικής δυνάμενος εάν εναχθεί να προτείνει την έλλειψη ή την υπέρβαση πληρεξουσιότητας προς απόρριψη της αγωγής και δη και κατά του καλής πίστεως κομιστή, αφού αυτές ήτοι η έλλειψη ή υπέρβαση πληρεξουσιότητας δεν ανάγονται στις προσωπικές σχέσεις των εκ συναλλαγματικής εναγομένων μετά του εκδότη ή των προηγουμένων κομιστών και συνεπώς δεν ισχύει το από το ως άνω άρθρο 17 απρόβλητο των ενστάσεων. 'Αλλη όμως είναι, ενόψει και του άρθρου 217 παρ. 1 ΑΚ η περίπτωση της κατάχρησης πληρεξουσιότητος κατά την οποία, καίτοι απ' αυτό τον τίτλο της συναλλαγματικής εμφανίζεται δεδομένη η σχέση της ενεργείας του αντιπροσώπου μέσα στα όρια της πληρεξουσιότητος που δόθηκε, εν τούτοις η δικαιοπραξία που έγινε, ουσιαστικώς αντιβαίνει στα συμφέροντα του αντιπροσωπευόμενου και εξέρχεται του σκοπού για τον οποίον έδωσε αυτός την πληρεξουσιότητα, αφού σ' αυτήν την περίπτωση καθίσταται αναγκαία η αναδρομή στη βασική σχέση της συναλλαγματικής η οποία όμως αποκλείεται από το ανωτέρω άρθρο 17, εκτός εάν ο κάτοχος ενήργησε προς βλάβην του οφειλέτη (ΑΠ 619/1992, ΑΠ 1325/1976), πράγμα το οποίο πρέπει να ισχυρισθεί και αποδείξει ο αντιπροσωπευόμενος διότι τεκμαίρεται η καλή πίστη του κομιστή, μη υποχρεουμένου λόγω της κυκλοφορίας της συναλλαγματικής και του κατ' ακολουθίαν τούτου αδυνάτου ή περιωρισμένου ελέγχου στην εξακρίβωση της ουσιαστικής μέσα στην φαινομένη πληρεξουσιότητα ενέργειας του αντιπροσώπου, παρά μόνον στον κατά την κτήση της συναλλαγματικής έλεγχον της τυπικής υπάρξεως της πληρεξουσιότητας και δικαιουμένου να επικαλείται το περιεχόμενο αυτής έναντι του αντιπροσωπευομένου και να θεωρεί ως δεδομένη την σχέση, όπως αυτή εμφανίζεται από αυτόν τον τίτλο της συναλλαγματικής.
Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει δέχθηκε τα εξής: Με το από ..... ιδιωτικό συμφωνητικό που καταχωρήθηκε νομότυπα στα οικεία βιβλία, συστάθηκε η ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία με την επωνυμία ".......Ο.Ε", σκοπός της οποίας ήταν η εκμετάλλευση κέντρου διασκέδασης. Ακολούθως, με το από .......
ιδιωτικό συμφωνητικό και μετά τη γενόμενη εκχώρηση εταιρικών μεριδίων, τα ποσοστά συμμετοχής στην ανωτέρω εταιρεία καθορίσθηκαν για κάθε εταίρο ως ακολούθως: Γ1 49,5%, Γ2 49,5% και Ψ1 1%. Διαχειριστής δε και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ορίσθηκε ο Γ1. Ο τελευταίος, προκειμένου να καλύψει ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις από διάφορες υποχρεώσεις του που είχε από ατομικές εμπορικές του δραστηριότητες και συγκεκριμένα από τη λειτουργία οικογενειακής βιοτεχνίας ζαχαρωδών προϊόντων, προσέφυγε σε δανεισμό παρά του Ζ1.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι αυτός είχε δοσοληψίες με τον εκκαλούντα, τον οποίο έφερε σε επαφή με τον ανωτέρω Γ1. Προκειμένου δε να εξασφαλίσει ποσό δανείου ύψους 18.000.000 δρχ., δόθηκαν επιταγές. Οι επιταγές, όμως, αυτές δεν εξοφλήθηκαν κατά το συμφωνημένο χρόνο λήξεως, με αποτέλεσμα τα αντισυμβαλλόμενα μέρη να συμφωνήσουν, όπως εκδοθούν συναλλαγματικές, τις οποίες αποδέχθηκε ο Γ1 και μάλιστα με απαίτηση του δανειστή εκκαλούντος τριτεγγυήθηκε υπέρ του αποδέκτη η ως άνω ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία.
Εκδότης δε των επίμαχων επτά συναλλαγματικών είναι ο Ζ1, ο οποίος τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον εκκαλούντα. Οι εν λόγω συναλλαγματικές δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους, με αποτέλεσμα ο κομιστής και εκκαλών να ζητήσει με αίτησή του και να επιτύχει την έκδοση της υπ' αριθμ. 7/2000 Διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε ο εφεσίβλητος να πληρώσει το ποσό των 3.000.000 δρχ.
με το νόμιμο τόκο. Η συμφωνία περί εκδόσεως των συναλλαγματικών προς εξασφάλιση του χρέους του Γ1 διελήφθηκε στο από ..... σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο συντάχθηκε και το οποίο υπέγραψαν οι Γ1, Γ2 και Ζ1 και ο εκκαλών, ενώ δεν συμμετείχε ο εφεσίβλητος ως τρίτος ομόρρυθμος εταίρος της ως άνω εμπορικής εταιρείας.
Με τα δεδομένα αυτά η παροχή τριτεγγυήσεως από το διαχειριστή Γ1 για λογαριασμό και εν ονόματι του νομικού προσώπου ως ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας για την κάλυψη ατομικών του αναγκών είναι φανερό, ότι δεν συνάδει με τον εταιρικό σκοπό και, όπως αποδεικνύεται, έγινε καθ' υπέρβαση της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας ως οργάνου της εταιρείας.
Ως εκ τούτου, δεν δημιουργεί υποχρέωση σε βάρος της και κατ' επέκταση και των ομορρύθμων εταίρων της, δεδομένου ότι δεν εγκρίθηκε με την ως άνω ιδιότητά της. Ακολούθως το Εφετείο με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της ως άνω τριτεγγυήσεως και τη μη δέσμευση της εταιρείας και των ομορρύθμων εταίρων της, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων - εφεσίβλητος - αναιρεσίβλητος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεχόμενο την αγωγή παραβίασε με την εσφαλμένη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 8 και 17 του ν. 5325/1932 περί συναλλαγματικών κ.λ.π. και του άρθρου 217 παρ. 1 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι η ως άνω τριτεγγύηση δόθηκε από τον Γ1 ως νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρείας "........Ο.Ε.", από αυτήν γι' αυτόν, πράγματι όμως για αιτία ουδεμία σχέση έχουσα με αυτή (εταιρία) ήτοι για τις ανάγκες της, αλλά για αιτία ατομική του, τούτο όμως ανάγεται στην καταχρηστική άσκηση της εξουσίας του άνω εκπροσώπου και διαχειριστή της έχοντας εντολή να τριτεγγυάται για λογαριασμό αυτής - και όχι υπέρβαση της πληρεξουσιότητας του, όπως δέχθηκε το Εφετείο και συνεπώς δεν μπορεί τέτοιος ισχυρισμός από την υποκείμενη αιτία να αντιταχθεί έναντι του καλόπιστου κομιστού - αναιρεσείοντα, κατά τα προαναφερθέντα.
Επομένως ο σχετικός 2ος λόγος αναιρέσεως εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 605/03 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενοί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ