Supreme Court partially allows appeal, dismissing proceedings for absent defendants while remanding case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor dispute judgment, dismissing the proceedings for three absent defendants while remanding the case for retrial regarding the others. The appellants argued that employees on fixed-term contracts received inferior pay compared to permanent counterparts performing identical work, violating constitutional equality principles. The court ruled that the absence of specific defendants required a procedural reset for them, but the merits of the wage discrimination claim warranted a new trial before a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576(2) Const. Proc. Law; Art. 580(2) Const. Proc. Law: The Supreme Court must examine sua sponte the procedural status of absent parties; if a party was not properly summoned, the hearing is inadmissible for them, but the case may be remanded for retrial before a different judge for the remaining parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 585 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 585/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1…. και 64.Π. Γ. του Κ., κατοίκου ..." Αρκαδίας. Οι 5ος (Δ. Ζ.), 22ος (Π. Π.) και 25η (Α. Μ.) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο 1ος (Ν. Π.) παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζερδελή, o 33ος (Φ. Ξ.) παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βασιλείου, ο 56ος (Α. Σ.) παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπακόπουλο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό. Όλοι οι ως άνω πληρεξούσιοι δικηγόροι κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 149/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 2242/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-8-2021 αίτησή τους και τους από 5-10-2022 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης εταιρείας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 50/2019, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Αν δε στη δίκη συμμετέχουν περισσότεροι και κάποιος από αυτούς απουσιάζει ή δεν συμμετέχει νόμιμα και δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, αυτή, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς εκείνον που απουσιάζει και δεν κλητεύθηκε νόμιμα, ή δεν συμμετέχει νόμιμα και η συζήτηση χωρεί ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 33/2023, ΑΠ 1723/2022, ΑΠ 412/2018) Στην προκειμένη περίπτωση, κατά η συζήτηση της κρινόμενης από 25- 8-2021 αίτησης αναίρεσης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι 5ος, 22ος και 25η εκ των 64 αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους λοιπούς αναιρεσείοντες με αριθ. ...2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Κ. Σ., προκύπτει ότι η επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης έγινε με επιμέλεια των 1ou, 2ου και 3ου των αναιρεσειόντων, ενώ από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης κλήτευση των, ως άνω, απόντων αναιρεσειόντων (5ου, 22ου και 25ης).
Επομένως, ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ για τους παρισταμένους λοιπούς διαδίκους πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Με την κρινόμενη από 25-8-2021 και με αριθ. κατ. ...2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2242/27-4-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών επί της από 12-3- 2020 και με αριθ. κατ. ...2020 έφεσης κατά της με αριθ. 149/31-1-2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία επί της από 10-12-2018 και με αριθ. κατ. ...2018 αγωγής των αναιρεσειόντων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με την αίτηση αναίρεσης πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους οι πρόσθετοι λόγοι που ασκήθηκαν παραδεκτά με το από 5- 10-2022 δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 6- 10-2022 με αριθ. 120/2022 και επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο στις 11-10-2022 (βλ. με αριθ. ...2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π. Ν.), δηλαδή (κατατέθηκε και επιδόθηκε) τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (άρθρο 569 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 4842/2021, με έναρξη ισχύος 1-1-2022).
Με την, ως άνω, από 10-12-2018 αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι δυνάμει των αναφερομένων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, καθένας από αυτούς προσλήφθηκε από την εναγομένη ΔΕΗ Α.Ε. και απασχολήθηκε σ' αυτήν με την αντίστοιχη ειδικότητα, ασκώντας (όλοι) τα καθήκοντά τους στις ευρισκόμενες στη Μεγαλόπολη Αρκαδίας εγκαταστάσεις της.
Ότι, αν και κατά το ένδικο χρονικό διάστημα παρείχαν την ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία με τους συναδέλφους τους της ίδιας (αντίστοιχης για κάθε ενάγοντα) ειδικότητας και κατηγορίας, που απασχολούντο στην εναγομένη με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και ανήκαν στο τακτικό προσωπικό αυτής, η τελευταία, κατά παραβίαση των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, καθώς και της Οδηγίας 1999/70, αρνείται να τους χορηγήσει τις ίδιες μισθολογικές παροχές που χορηγεί στους εν λόγω απασχολούμενους με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου συναδέλφους τους, με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αμείβοντάς τους με κατώτερες αποδοχές, με βάση τις ατομικές τους συμβάσεις εργασίας και τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, με μόνο κριτήριο, για τη δυσμενή αυτή διάκριση, το γεγονός ότι οι συμβάσεις τους είναι ορισμένου χρόνου, ενώ των συγκρίσιμων συναδέλφων τους είναι αορίστου χρόνου.
Ζήτησαν δε με βάση τις αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης σε συνδυασμό με την ως άνω Οδηγία 1999/70 : α) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλλει τις αποδοχές που καταβάλλει στους αντίστοιχους συγκρίσιμους εργαζομένους της που απασχολεί με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως η υποχρέωσή της να τους αμείβει με βάση τις αποδοχές που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας μεταξύ αυτής και της ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε καθένα από αυτούς για διαφορές αποδοχών το αντίστοιχο ποσό με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 149/2020 οριστική απόφαση απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 2242/2021 απόφαση, αφού έκρινε, ομοίως, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την ασκηθείσα από τους ενάγοντες κατά της πρωτόδικης απόφασης από 12-3- 2020 έφεση.
Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου, έναντι αυτών και, συνεπώς, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για τη κατηγορία, υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά και για εκείνη την κατηγορία, που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και, κατά συνέπεια, το δικαστήριο επιδικάζει τη παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος ( Ολ. Α.Π. 16/2015, Ολ. Α.Π. 3/2013 ΑΠ 474/2022, ΑΠ 1124/2019). Αυτό δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, που δεν επιτρέπει την παροχή μισθού, σύνταξης, χορηγίας ή αμοιβής, χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο, διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (Α.Π. 306/2011 ).
Η παράβαση δε του παραπάνω κανόνα (άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος) ελέγχεται από τα Δικαστήρια με έλεγχο ορίων και όχι έλεγχο των κατ' αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου του νομικού κανόνα (ΣτΕ 2368/2017). Ειδικότερη εκδήλωση της καθιερουμένης, με την πιο πάνω διάταξη, αρχής της ισότητας, αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 β του ισχύοντος Συντάγματος, η οποία εφαρμόζεται επί μισθωτών, που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ( Ολ.
Α.Π. 3/1997 ) και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα ( Ολ. Α.Π. 13/2003, Α.Π. 968/2013 ). Δεν συντρέχει όμως τέτοια περίπτωση επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών, που κατά τη σχετική ρύθμιση πρέπει να συγκεντρώνει ορισμένες ιδιότητες, σε σχέση με άλλη κατηγορία μισθωτών, που δεν συγκεντρώνουν τις ιδιότητες αυτές και οι οποίοι, κατά συνέπεια, απασχολούνται με διαφορετικούς όρους εργασίας (Α.Π. 357/2016 ).
Περαιτέρω, στη συμφωνία πλαίσιο της 18-3-1999, ύστερα από την οποία εκδόθηκε η Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ ορίζεται, στη ρήτρα 4 σημείο 1, ότι: "όσον αφορά τις συμβάσεις απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου, μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους".
Η, ως άνω, συμφωνία-πλαίσιο απαγορεύει την αντιμετώπιση, όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης (στην έννοια των οποίων εμπίπτουν οι σχετικοί με τις αμοιβές όροι) των εργαζομένων ορισμένου χρόνου με τρόπο λιγότερο ευνοϊκό σε σχέση με τους εργαζόμενους αορίστου χρόνου, που τελούν σε συγκρίσιμη κατάσταση, μόνο επειδή έχουν σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, ενώ γίνεται δεκτό ότι οι κατηγορίες αυτές εργαζομένων, που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη, τελούν σε συγκρίσιμη κατάσταση, εφόσον ασκούν τα ίδια ή παρόμοια καθήκοντα (ΔΕΕ Διάταξη της 7ης Απριλίου 2022).
Για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της, ως άνω, Οδηγίας 1999/70/ΕΚ εκδόθηκε, για τους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιριών, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, το π.δ. 81/2003, σύμφωνα με το άρθρο 4 του οποίου "1.
Όσον αφορά τους όρους απασχόλησης, σι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση ή σχέση εργασίας τους είναι ορισμένου χρόνου να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους αορίστου χρόνου. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται διαφορετική αντιμετώπιση οσάκις συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι την δικαιολογούν", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3 του ίδιου π.δ:. "για την εφαρμογή του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος νοείται:
α) "εργαζόμενος ορισμένου χρόνου", κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, από παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας ή αποπεράτωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος, β) "συγκρίσιμος εργαζόμενος αορίστου χρόνου", είναι κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια εκμετάλλευση ή επιχείρηση και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων του...".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1480/2021, ΑΠ 144/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προς απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, μετά από παράθεση των οικείων νομικών σκέψεων, διέλαβε τις ακόλουθες νομικές παραδοχές: "... Κατά τα άρθρα 2, 4, 5 και 42 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος καταρτίστηκε με την από 4-1 1973 ΕΣΣΕ, κυρώθηκε με το Ν.Δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.
Έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών της επιχειρήσεως και υπάγεται μόνο στις αναφερόμενες στο άρθρο 42 του κανονισμού διατάξεις των άρθρων 10... 11 ....17.... 18 και 19, κατά τα λοιπά δε οι σχέσεις του με την επιχείρηση διέπονται από τις γενικής ισχύος διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Η πρόσληψη του προσωπικού αυτού γίνεται με έγγραφη σύμβαση και στην περί προσλήψεως απόφαση του Γενικού Διευθυντή καθορίζονται το είδος της απασχολήσεως και ο μισθός, όπως επίσης το έργο για τις ανάγκες του οποίου προσλαμβάνεται. Το προσωπικό της ΔΕΗ, πλην των αποφοίτων των Σχολών Μαθητείας και Ταχυρρύθμου Εκπαιδεύσεως αυτής, προσλαμβάνεται πάντοτε ως έκτακτο και με απόφαση του Γενικού Διευθυντή αυτής, μετά από πρόταση της ιεραρχίας, εντάσσεται, μετά από δοκιμαστική περίοδο, στο τακτικό προσωπικό, σε μισθολογικά κλιμάκια της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας, το δε Διοικητικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή, αποφασίζει την ένταξη τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μισθολογικό κλιμάκιο κάθε κατηγορίας [ άρθρο 5 του ΚΚΠ/ΔΕΗ].
Το τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ κατατάσσεται σε κλάδους που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, επίσης υποδιαιρούμενες σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικό κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων, για την πλήρωση των οποίων εντάσσονται οι μισθωτοί της σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, υπόκειται δε σε αξιολόγηση προκειμένου να προαχθεί [ άρθρο 22] και σε πειθαρχικό έλεγχο [άρθρο 26 επ.], διαδικασίες στις οποίες δεν υπόκειται το έκτακτο προσωπικό.
Εξάλλου κατά το διάστημα απασχόλησης των εκκαλούντων [έτη 2013, 2014, 2015, 2016, 2017 και 2018] ίσχυσαν οι από 7-6-2012 και 27-2-2015 ΕΣΣΕ προσωπικού ΔΕΗ, οι οποίες ρητά προβλέπουν [Κεφ. Γ όρος 7] ότι " Οι ρυθμίσεις της παρούσας ΕΣΣΕ δεν καταλαμβάνουν το έκτακτο προσωπικό που προσλαμβάνεται κατ'εφαρμογή του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και του άρθρου 29 του ν. 3229/2004", καθώς και η από 30-5-2008 ΕΣΣΕ προσωπικού ΔΕΗ, η οποία επίσης ρητά προβλέπει [Κεφ.
Γ όρος 8] ότι "Για όσα δεν προβλέπονται από την παρούσα ΕΣΣΕ, ισχύουν ο Κανονισμός Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ Α.Ε. και οι ΕΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ Α.Ε. όλων των προηγούμενων ετών, κατά το μέτρο που δεν τροποποιούνται με την παρούσα ΕΣΣΕ και καταλαμβάνουν όλο το προσωπικό της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένου και του προσωπικού που, σε εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4533/2018, εισφέρεται στους υπό απόσχιση κλάδους λιγνιτικής ηλεκτροπαραγωγικής δραστηριότητας ΑΗΣ Μεγαλόπολης και ΑΗΣ Μελίτης, πλην του προσωπικού που προσλαμβάνεται και απασχολείται στην εταιρεία σε εφαρμογή του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και του άρθρου 29 του Ν. 3229/2004".
Με βάση όσα προεκτέθηκαν, δεν παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όταν η ΔΕΗ προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε εργαζομένους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό της και εξαιρεί από αυτή το έκτακτο προσωπικό, εφόσον οι δύο αυτές κατηγορίες προσωπικού δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, αφού οι ανήκοντες στο τακτικό προσωπικό κατέχουν οργανική θέση και διέπονται από διαφορετικό -σε σχέση με το έκτακτο προσωπικό- υπηρεσιακό καθεστώς, τόσο ως προς την υπηρεσιακή εξέλιξη, όσο και ως προς τη μισθολογική κατάσταση και τον τρόπο προσδιορισμού της. [ΑΠ 274/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ], V.
Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή, με βάση το ιστορούμενο στην παράγραφο III της παρούσας περιεχόμενο και αιτήματα της, κατά την κύρια από τη σύμβαση εργασίας σε συνδυασμό με τις αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης βάση της, ήταν απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη. Και τούτο γιατί η μισθολογική διαφοροποίηση μεταξύ τακτικών [είτε μόνιμων είτε με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου] και έκτακτων [με συμβάσεις ορισμένου χρόνου] μισθωτών της εναγόμενης ήδη εφεσίβλητης ΔΕΗ Α.Ε., δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι η διαφοροποίηση αυτή, με τη μη καταβολή των υπέρτερων αποδοχών των τακτικών υπαλλήλων στους εκκαλούντες, η οποία γίνεται κατ' επιταγή Κανονισμού έχοντος ισχύ νόμου, είναι δίκαιη και εύλογη, καθόσον πρόκειται για μισθωτούς άλλης κατηγορίας, που δεν έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα με το τακτικό προσωπικό και δεν παρέχουν την εργασία τους κάτω από ίδιους με το τακτικό προσωπικό όρους και συνθήκες.
Δεν υπάρχει συνεπώς αδικαιολόγητη δυσμενής σε βάρος των εκκαλούντων εκ μέρους της εφεσίβλητης μεταχείριση, εφόσον η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση που προβλέπεται από τον έχοντα ισχύ νόμου Κανονισμό της εφεσίβλητης καθορίζει την αμοιβή των εργαζομένων στην τελευταία απρόσωπα και αντικειμενικά, ανάλογα με τον τρόπο πρόσληψης αυτών, τη μονιμότητα, την υπηρεσιακή εξέλιξη, την έλλειψη οργανικού δεσμού με την υπηρεσία, σύμφωνα με τις αναφερόμενες πιο πάνω στον επίμαχο Κανονισμό διατάξεις, ώστε να δικαιολογείται ακριβώς λόγω των διαφορετικών από απόψεως πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης, μονιμότητας και λύσεως της εργασιακής συμβάσεως συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι εκκαλούντες ως έκτακτο προσωπικό έναντι των συναδέλφων τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό.
Ούτε η διαφορετική αμοιβή μεταξύ των εκκαλούντων και των υπαλλήλων της εφεσίβλητης που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό της, συνιστά διάκριση κατά παράβαση του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β ' του Συντάγματος, εφόσον, εκτός όλων των άλλων, οι υπέρτερες αποδοχές του τακτικού προσωπικού παρέχονται ευθέως από τον έχοντα ισχύ νόμου Κανονισμό και όχι οικειοθελώς από την εφεσίβλητη εργοδότρια.
Συνεπώς δεν υπάρχει, αδικαιολόγητα δυσμενής σε βάρος των εκκαλούντων εκ μέρους της εφεσίβλητης μεταχείριση και η γενόμενη διαφοροποίηση στην αμοιβή των εκκαλούντων σε σχέση με τους υπαλλήλους της εφεσίβλητης που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό της είναι δίκαιη και εύλογη και ως εκ τούτου, λόγω των παραπάνω λόγων που τη δικαιολογούν, δεν παραβιάζεται ούτε και η συνταγματική αρχή της ισότητας για την αποκατάσταση της οποίας θα έπρεπε να καταβληθούν οι αιτούμενες από τους εκκαλούντες διαφορές αποδοχών τους, διότι, εν όψει των παραπάνω υφίσταται παροχή εργασίας υπό ουσιωδώς διάφορες συνθήκες.
Εξάλλου οι πιο πάνω διατάξεις του Κανονισμού της εφεσίβλητης, που αποκλείουν την εφαρμογή και στους εκκαλούντες από το μισθολόγιο του τακτικού προσωπικού, δεν αντιβαίνουν στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, και ειδικότερα στη ρήτρα 4 σημείο 1 αυτής με την οποία ορίζεται ότι "όσον αφορά τις συμβάσεις απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους" και της οποίας (ρήτρας) μπορεί να γίνεται άμεση επίκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αφού αυτή είναι απαλλαγμένη αιρέσεων και αρκούντως ακριβής.
Και τούτο διότι κυρίως δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση η απαιτούμενη από τη ρήτρα αυτή συγκρισιμότητα των επίμαχων συνθηκών απασχόλησης, για τη συνδρομή της οποίας λαμβάνεται υπόψη σύνολο παραγόντων, όπως η φύση της εργασίας, η κατάρτιση και οι όροι εργασίας, ώστε τα άτομα αυτά να μπορεί να θεωρηθεί ότι ευρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση με εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό την έννοια^ ότι ασκούν πανομοιότυπη ή παρόμοια με αυτούς εργασία, αφού στην\ περίπτωση που η εργασία που πραγματοποίησε ο εργαζόμενος με συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν αντιστοιχεί στην εργασία των εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής η ρήτρα αυτή, δεδομένου ότι η διαφορετική μεταχείριση αφορά διαφορετικές καταστάσεις.
Για τη συνδρομή δε της ανωτέρω προϋπόθεσης της συγκρισιμότητας δεν αρκεί η αναφορά ότι η αμοιβή των εκκαλούντων δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή που ελάμβαναν συνάδελφοι τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό της εφεσίβλητης ΔΕΗ Α.Ε. μολονότι διέθεταν τα ίδια προσόντα και εργάζονταν υπό τις ίδιες συνθήκες, χωρίς την ειδική μνεία συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αναφορά των δραστηριοτήτων και καθηκόντων εκατέρας των δύο πλευρών για να ερευνηθεί εάν υπήρξε παραβίαση της ρήτρας αυτής ή όχι. 'Ετσι ακόμη και με την εκδοχή ότι οι πιο πάνω διατάξεις του Κανονισμού της εφεσίβλητης εισάγουν άμεση δυσμενή διάκριση των έκτακτων υπαλλήλων ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου, δεν αντίκειται στις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, διότι υπηρετούν θεμιτούς στόχους και συνιστούν δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση, ενώ δεν υφίσταται αμφιβολία περί ττγς ερμηνείας των προαναφερθέντων διατάξεων και ιδίως της Οδηγίας της 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, ώστε να ανακύπτει περαιτέρω 'ζήτημα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος των εκκαλούντων ως αβάσιμου.
Ενόψει όλων αυτών η ένδικη αγωγή κατά την κύρια από τη σύμβαση εργασίας σε συνδυασμό με τις αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης βάση της, ελέγχεται ως μη νόμιμη".
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι, ως άνω, αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους ερευνάται η υπόθεση, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, χωρίς να την ερευνήσει κατ' ουσίαν, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ. Τούτο διότι, σύμφωνα με εκτιθέμενα στην κρινόμενη αγωγή πραγματικά περιστατικά, που προαναφέρθηκαν, στα οποία θεμελιώνεται και με βάση τα οποία αξιολογείται η νομική βασιμότητα αυτής, οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, συνδεόμενοι με την εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, παρέχουν την ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία, στην ίδια (αντίστοιχη για κάθε ενάγοντα) ειδικότητα και κατηγορία με τους συνδεόμενους με την εναγομένη με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου αντίστοιχους συναδέλφους τους, που λαμβάνουν υπέρτερες από τους ενάγοντες αποδοχές, με βάση τις διατάξεις του Κανονισμού της εναγομένης και τις ΕΣΣΕ, χωρίς καμία διαφοροποίηση ως προς την παρεχόμενη εργασία, που να δικαιολογεί τη διαφορετική, δυσμενή για τους ενάγοντες, μισθολογική τους μεταχείριση, κατά τα ειδικότερα ιστορούμενα στην αγωγή, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται οι καθιερούμενες με τις, ως άνω, διατάξεις 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, που, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν επιβάλλουν στο νομοθέτη, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις.
Περαιτέρω, στην κρινόμενη αγωγή γίνεται μνεία ότι οι ενάγοντες είναι συγκρίσιμοι με όλους τους συναδέλφους τους, που απασχολούνται στην εναγομένη στις ίδιες με αυτούς ειδικότητες, παρέχοντας, χωρίς καμία διαφοροποίηση την ίδια με αυτούς εργασία, ώστε να ελεγχθεί, κατά την κατ' ουσίαν έρευνα της αγωγής, αν, στην κρινόμενη διαφορά, υφίσταται η όχι η προϋπόθεση της συγκρισιμότητας των συνθηκών απασχόλησης, που τάσσει η προαναφερόμενη συμφωνία-πλαίσιο (ρήτρα 4 σημείο 1) και περαιτέρω αν υφίσταται η όχι αντίθεση των επίμαχων διατάξεων του Κανονισμού της εναγομένης και των αντίστοιχων της ΕΣΣΕ, που αποκλείουν τους ενάγοντες από την καταβολή των υπέρτερων αποδοχών, προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ.
Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή, ως βάσιμου του, ως άνω λόγου αναίρεσης, μετά την αποδοχή του οποίου παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων (κύριου και πρόσθετων) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους λοιπούς, πλην των 5ου, 22ου και 25ης αναιρεσειόντων, διαδίκους και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 178, 179 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 5°, 22° και 25η των αναιρεσειόντων.
-Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της από 25-8-2021 και με αριθ. κατ. ...2021 αίτησης αναίρεσης και των από 5-10-2022 και με αριθ. κατ. 120/2022 πρόσθετων λόγων.
-Αναιρεί ως προς τους λοιπούς διαδίκους τη με αριθ. 2242/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
-Παραπέμπει ως προς αυτούς την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή..
-Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ