Legislator Case Law & Legislation
585/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds and failure to cite specific factual findings or legal errors.

Case Number 585/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision regarding property ownership. The appellant argued for a reversal based on alleged violations of substantive law and insufficient reasoning, but failed to specify the exact factual findings or legal errors in the lower court's judgment. The court ruled that the appeal was inadmissible because the grounds were too vague to allow for a review of the substantive facts or legal application.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(6) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the critical factual findings or legal errors in the lower court's judgment that require review.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds substantive law violation factual findings legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 495(1), 4, 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 571 and 577 of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Articles 1041, 1042, and 1044 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 585 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 585/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη-Εισηγήτρια, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μ. Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Ι. και της Ν., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σωτηρίου Σταυρόπουλου, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Σ. του Κ. και της Π., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ευτυχίας Αναστασιάδη, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Κ. Σ. του Θ. και της Μ., κατοίκου ... Νομού Έβρου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ιδία ως άνω πληρεξουσία δικηγόρο του, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σάμης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 123/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-12-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 7.12.2021 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 123/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 4/2019 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σαμαίων, με την οποία είχε γίνει δεκτή αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παράβαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Επί πλέον, για το ορισμένο αυτού του λόγου, δεν αρκεί ούτε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 593/2023, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017).

Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτεθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ) 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα , συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό (ΑΠ 972/2022, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 892/2019).

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως αυτός θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 2105/2022, ΑΠ1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).

Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, που είναι ταυτόσημος με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α') ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν (περ.

β') και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 892/2019).

Επίσης δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, η λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ λόγο, πολύ δε περισσότερο δεν ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο η αξιολόγηση από το δικαστήριο των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 2105/2022, ΑΠ1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 5 άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό ο αναιρεσείων αναφέρεται σε συγκεκριμένο περιεχόμενο της από ... τεχνικής έκθεσης του πολιτικού μηχανικού Μ., την οποία προσκόμισε μετ' επικλήσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αιτιώμενος ότι αυτό δεν την έλαβε καθόλου υπόψη του, αλλά την αγνόησε επιδεικτικά, ενώ αν την είχε λάβει υπόψη θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, εφόσον, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος από την τεχνική αυτή έκθεση ανατρέπονται πλήρως τα όσα υποστήριξαν οι αναιρεσίβλητοι και δέχθηκε "άκριτα" η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά με τον λόγο αυτό πλήττεται συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτού από το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, εφόσον με τις αιτιάσεις του ο αναιρεσείων εκφράζει την άποψη ότι η διαφορετική εκτίμηση του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, σε συνδυασμό με τα δικά του συμπεράσματα από την αξιολόγησή του, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αριθμού 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1041,1042 και 1044 ΑΚ και την έλλειψης νόμιμης βάσης, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αναγνώρισε τους αναιρεσίβλητους (συγ)κυρίους σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου τον καθένα εδαφικού τμήματος εκτάσεως 33,01 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή ...

της κτηματικής περιφέρειας ... Δήμου Κεφαλληνίας, το οποίο αποτυπώνεται στο επισυναπτόμενο στην αγωγή, από 03.02.2017 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Νίκου Μ., με στοιχεία κορυφών ... και συνορεύει γύρωθεν νότια με την ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος, βόρεια και ανατολικά με συνεχόμενη ιδιοκτησία των αναιρεσίβλητων και δυτικά με συνεχόμενη ιδιοκτησία των ιδίων και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Β., δεχόμενο ότι αυτό αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου των ακινήτων των αναιρεσίβλητων, και απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος περί κτήσεως από αυτόν της κυριότητας του επίδικου εδαφικού τμήματος με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας.

Ειδικότερα, κατά τις περιεχόμενες στον λόγο αυτό αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, το Εφετείο δέχθηκε με ανεπαρκείς αιτιολογίες: α) ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου των αναιρεσίβλητων, σύμφωνα με τους τίτλους αυτών, ενώ δεν προσκομίζονταν τοπογραφικό διάγραμμα, αλλά ανυπόγραφο σκαρίφημα περί της έκτασης αυτού, το οποίο εκπονήθηκε αιφνίδια το έτος 2017, όταν ο ίδιος ως καλόπιστος νομέας είχε κατασκευάσει το όμορο ακίνητο του και είχε διαμορφώσει τους εξωτερικούς χώρους του, β) ότι το ακίνητο των αναιρεσίβλητων, σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση έχει έκταση 706,28 τ.μ., την οποία νέμονταν οι αναιρεσίβλητοι από το έτος 1985 και οι δικαιοπάροχοι τους από το έτος 1950, ενώ σε όλα τα επίσημα έγγραφα το μείζον ακίνητο των αναιρεσίβλητων αναφέρεται με έκταση 573 τ.μ., και οι ίδιοι παρότι φέρονται να νέμονται την μεγαλύτερη αυτή έκταση από το έτος 1985, δεν είχαν φροντίσει να προβούν σε ενέργειες για την ακριβή καταμέτρησή του, αλλά το έπραξαν, κατά τα ως άνω το έτος 2017 μεγεθύνοντας το ακίνητο τους σε βάρος του δικού του ακινήτου.

Επίσης, αιτιάται ο αναιρεσείων ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τις τεχνικές εκθέσεις των πολιτικών μηχανικών που λήφθηκαν από το Εφετείο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η τεχνική έκθεση του μηχανικού Μ.. Στο μέρος αυτό του δεύτερου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αναφέρεται στο περιεχόμενο των τεχνικών εκθέσεων των πολιτικών μηχανικών Μ.

και Μ., το οποίο περιλαμβάνει στο αναιρετήριο και πλήττει τα πορίσματά τους ως αόριστα, ατεκμηρίωτα και αναιτιολόγητα. Με το τελευταίο δε μέρος του ίδιου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και με ανεπαρκείς και αντιφατικές δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό του περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου εδαφικού τμήματος με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας και συγκεκριμένα δεν δέχθηκε ότι ο ίδιος ήταν καλόπιστος νομέας αυτού, κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής του, ενώ είχε προσκομίσει μετ' επικλήσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυπτε η καλόπιστη νομή του.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, πρωτίστως, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για την αναγνώριση των αναιρεσιβλήτων ως (συγ)κυρίων του επίδικου εδαφικού τμήματος, ως περιλαμβανόμενου στο μείζον ακίνητο κυριότητας των ιδίων και, αντιθέτως, για τη μη απόκτηση από τον αναιρεσείοντα της κυριότητας αυτού με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, υπό τα οποία (πραγματικά περιστατικά) συντελέσθηκε η επικαλούμενη εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1041,1042 και 1044 ΑΚ, ούτε αναφέρεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Επίσης δεν διαλαμβάνεται στον λόγο αυτό αναίρεσης ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, την ανεπάρκεια των οποίων επικαλείται ο αναιρεσείων. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις ως άνω διατάξεις του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 7.12.2021 αίτηση αναίρεσης του Γ. Σ. του Ι., κατά της 123/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.12.2021 αίτηση του Γ. Σ. του Ι. για αναίρεση της 123/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ