Supreme Court allows appeal against partition of heritage building violating heritage protection laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court of Larissa's decision to partition a heritage-protected warehouse. The appellant argued that splitting the building violated its status as a protected unit under specific heritage laws. The Court agreed, ruling that the lower court erred by dividing the structure, thereby destroying its protected integrity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 795, 796, 799, 1113 of the Civil Code; Articles 480, 480A of the Code of Civil Procedure; Law 3741/1929: Partitioning a heritage-protected building into separate parts violates the requirement that such structures remain an intact unit protected by the state.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 585 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 585/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Δ. Χ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαπέτρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου Μ. Γ. - Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-8-1990 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και την από 9-5-1991 πρόσθετη, υπέρ αυτού, παρέμβαση και της Ο. χας Α. Α. στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 336/1995 και 26/2000 του παραπάνω Δικαστηρίου και 420/2003, 30/2016 και 141/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 3-1-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Λάμπρος Καρέλος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 141/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με την απόφαση αυτή, κατά το μέρος που αφορά την προκείμενη δίκη, έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 26/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία, επί αγωγής διανομής ακινήτου του ιδίου κατά και του αναιρεσείοντος, είχε διαταχτεί η πώληση του ακινήτου με πλειστηριασμό, ενώ, στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφαση διατάχτηκε η αυτούσια διανομή του ακινήτου αυτού. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 795, 796, 799, 1113 ΑΚ, 118 στοιχ. 4, 216 παρ. 1 και 478 έως 481 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι βάση της αγωγής διανομής κοινού πράγματος είναι η συγκυριότητα των διαδίκων στο πράγμα αυτό και, συνεπώς, για την πληρότητα της εν λόγω αγωγής, απαιτείται, αλλά και αρκεί, ως προς το παραπάνω στοιχείο, η αναφορά στο δικόγραφό της της συγκυριότητας και των ιδανικών μεριδίων καθενός των διαδίκων κοινωνών στο υπό διανομή ακίνητο (ΑΠ 1080/2012, 1609/2010).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντίστοιχα, ορισμένη ή αόριστη την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη του αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, τα οποία, όμως, δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της ή αν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, ενώ ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 45/2016, 481/2012).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 17-8-1990 αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος ζήτησε με αυτή την αυτούσια διανομή, με τη σύσταση οριζοντίων ή καθέτων ιδιοκτησιών, άλλως την πώληση με πλειστηριασμό, των αναφερομένων τριών συνεχομένων οικοπέδων με τα κτίσματά τους, εμβαδού 372,81, 37,79 και 242,70 τετ.
Μέτρων, αντίστοιχα, συγκυριότητας του ιδίου κατά ποσοστά 2/4 εξ αδιαιρέτου σε καθένα των δύο πρώτων ακινήτων και 1/3 εξ αδιαιρέτου στο τρίτο ακίνητο και καθενός των δύο εναγομένων κατά ποσοστά 1/4 εξ αδιαιρέτου σε καθένα των δύο πρώτων ακινήτων και 1/3 εξ αδιαιρέτου στο τρίτο ακίνητο. Ζήτησε, επίσης, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα, λόγω εικονικότητας, της αναφερόμενης συμβολαιογραφικής σύμβασης μεταβίβασης, με αιτία την πώληση, από τους αρχικούς συγκυρίους των παραπάνω ακινήτων στο δεύτερο εναγόμενο της συσταθείσας οριζόντιας, πάνω από τις δυο αποθήκες των ανωτέρω οικοπέδων, ιδιοκτησίας, καθώς και της συμβολαιογραφικής σύμβασης μεταβίβασης της ιδιοκτησίας αυτής, λόγω γονικής παροχής, από το δεύτερο στον πρώτο εναγόμενο, λόγω της ακυρότητας της πρώτης μεταβίβασης.
Η αγωγή αυτή, ως προς το αίτημά της για διανομή, που αποτελεί αντικείμενο της προκείμενης δίκης, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε και με βάση το παραπάνω περιεχόμενό της, είναι πλήρως ορισμένη, αφού αναφέρεται στο δικόγραφό της, πλην άλλων, ότι οι διάδικοι είναι συγκύριοι των υπό διανομή ακινήτων, όπως και τα ποσοστά συγκυριότητά τους σ' αυτά, τα οποία ποσοστά δεν εξαρτώνται από την τύχη του αιτήματος αναγνώρισης της ακυρότητας των παραπάνω συμβάσεων.
Και τούτο, διότι αντικείμενο των συμβάσεων αυτών είναι αυτοτελής, κατά την αγωγή, οριζόντια ιδιοκτησία, αντικείμενο, δηλαδή, χωριστής, σε σχέση με τα υπό διανομή ακίνητα, κυριότητας και, συνεπώς, σε περίπτωση απόρριψης του παραπάνω αγωγικού αιτήματος, η ανωτέρω οριζόντια ιδιοκτησία δεν θα περιληφθεί, ως τέτοια, στην αιτηθείσα διανομή, όπως συνέβη εν προκειμένω, ενώ σε περίπτωση παραδοχής του εν λόγω αιτήματος, ο παραπάνω χώρος θα θεωρούταν ως τμήμα των κάτωθι αυτού αποθηκών.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο δεν απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως αόριστη την παραπάνω αγωγή, όπως είχε ζητήσει ο αναιρεσείων, λόγω μη επακριβούς προσδιορισμού των ποσοστών συγκυριότητας των διαδίκων στα κοινά, εξαιτίας εξάρτησής τους από την τύχη του αγωγικού αιτήματος αναγνώρισης της ακυρότητας των παραπάνω συμβάσεων, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο, γι' αυτό ο τρίτος, όπως και ο τέταρτος, κατά την επικουρική του βάση, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
2. Εξάλλου, με το άρθρο 480Α παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται, ότι "κάθε συγκύριος οικοπέδου, στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή χωριστές οικοδομές, έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αυτούσια διανομή του οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη ορόφων ή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων.
Το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο αυτό, αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων. Η απόφαση που διατάζει τη διανομή κατά τον τρόπο αυτό, προσδιορίζει τα χωριστά μέρη της οικοδομής που αναλογούν στις μερίδες των συγκυρίων και τα επιδικάζει σ' αυτούς. Αν με τη διανομή αυτή περιέρχονται σε κάποιον συγκύριο περισσότερες αυτοτελείς ιδιοκτησίες, η απόφαση καθορίζει το ποσοστό της συγκυριότητας που αναλογεί σε καθεμιά μια από τις ιδιοκτησίες αυτές".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1, 219 παρ. 1 και 2, 223 και 224 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, για να αποφασίσει το δικαστήριο τη διανομή κοινού οικοπέδου, στο οποίο υπάρχει οικοδομή, είτε με τη σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη αυτής (οριζόντια ιδιοκτησία), είτε με τη σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου (κάθετη ιδιοκτησία), σύμφωνα με το ν. 3741/1929, το νδ 1024/1971 και τα άρθρα 1002 και 1117 του ΑΚ, πρέπει να έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα, δηλαδή αίτημα να διαταχθεί η διανομή του κοινού οικοπέδου κατά τον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 480Α παρ. 1 ΚΠολΔ τρόπο.
Το αίτημα αυτό μπορεί να υποβληθεί στη δίκη της διανομής από οποιονδήποτε κοινωνό ή κοινωνούς, καθόσον αποτελεί μέσο άμυνας αυτών, αφού αποβλέπει στον περιορισμό των επιβλαβών για τους ίδιους συνεπειών, που θα προέλθουν από την επιδιωκόμενη με την αγωγή διανομής λύση της κοινωνίας (ΑΠ 256/2007). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.
Ως "αίτηση" νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (άρθρο 106 ΚΠολΔ), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις, που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 914/2008).
Συνεπώς, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε αυτό που ζητήθηκε με την αγωγή.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της παραπάνω αγωγής προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος ζήτησε με αυτή τη διανομή των ανωτέρω ακινήτων και με τη σύσταση οριζοντίων ή καθέτων ιδιοκτησιών, διαλαμβάνοντας, ειδικότερα, στο αιτητικό της αγωγής του αυτής, ότι "αιτούμαι...να διαταχθεί η αυτουσία διανομή των επικοίνων...ακινήτων, βάσει των διαλαμβανομένων εις το άρθρο 480Α του ΚΠολΔ και κατά τα εν τω ιστορικώ εκτιθέμενα", στο δε ιστορικό της αγωγής του αυτής αναφέρει, ότι "βάσει των διατάξεων του άρθρου 480Α ΚΠολΔ...είναι εφικτή η αυτουσία διανομή, διά της συστάσεως χωριστών οριζοντίων ή καθέτων ιδιοκτησιών και επιδικάσεως εις τους καθ' ων των εν λόγω κατασκευών, ως αυτοτελούς και διακεκριμένης ιδιοκτησίας μετ' αναλόγου συμμετοχής κατά ποσοστόν συγκυριότητος επί του οικοπέδου...και εις εμέ εκ των λοιπών επί των επικοίνων κτισμάτων την προσήκουσαν εις το μερίδιόν μου αναλογίαν εκ τούτων και συμμετοχήν κατά ποσοστόν συγκυριότητος εις το σύνολον της οικοπεδικής εκτάσεως των επικοίνων...".
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο διέταξε την αυτούσια διανομή των επιδίκων με τη σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας, δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού τη διανομή με τον τρόπο αυτό ρητά ζήτησε ο αναιρεσίβλητος με την παραπάνω αγωγή του. Επομένως, ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
3. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 798 ΑΚ, η λύση της κοινωνίας επέρχεται με διανομή, ενώ κατά το άρθρο 795 παρ. 1 ΑΚ, κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να απαιτήσει οποτεδήποτε τη λύση της κοινωνίας, εφόσον το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείεται από δικαιοπραξία ή από τον προορισμό του κοινού πράγματος για κάποιο διαρκή σκοπό.
Επίσης, κατά το άρθρο 799 ΑΚ, αν δεν συμφωνούν για τη διανομή όλοι οι κοινωνοί, κάθε κοινωνός μπορεί να απαιτήσει δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας, ενώ κατά το άρθρο 800 ΑΚ, η διανομή γίνεται αυτουσίως, αν το αντικείμενο που πρόκειται να διανεμηθεί, είναι δυνατόν, χωρίς μείωση της αξίας του, να διαιρεθεί σε ομοειδή μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών.
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του νόμου 3741/1929, που διατηρήθηκε και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 54 ΕισΝΑΚ), συνάγεται, ότι, στην οριζόντια ιδιοκτησία, δημιουργείται χωριστή κυριότητα σε όροφο ή διαμέρισμα ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως κατ' ανάλογη μερίδα, στο έδαφος και στα μέρη της οικοδομής που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 480 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών δίχως να μειώνεται η αξία του, ενώ, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 480Α παρ. 1α' και β' ΚΠολΔ που προεκτέθηκε, το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο που το άρθρο αυτό προβλέπει, αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων.
Όπως προκύπτει από την τελευταία αυτή διάταξη, η αιτουμένη, βάσει αυτής, από κάποιον συγκύριο αυτούσια διανομή οικοπέδου, στο οποίο υπάρχει οικοδομή, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι είναι εφικτή και ότι δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων. Επομένως, αν δεν υπάρχει κάποια από τις προϋποθέσεις αυτές, τότε ακολουθείται, εφόσον είναι εφικτός και συμφέρει, ο τρόπος αυτούσιας διανομής που προβλέπεται από το άρθρο 480 και τις λοιπές συναφείς διατάξεις του ΚΠολΔ και αν και αυτός είναι ανέφικτος ή ασύμφορος, διατάσσεται, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πώληση του κοινού οικοπέδου με την οικοδομή με πλειστηριασμό.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 481 εδ. 1 ΚΠολΔ, στις περιπτώσεις των άρθρων 480 και 480Α, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη, αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή είναι προδήλως δυνατή, αδύνατη ή ασύμφορη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 2α του ΓΟΚ (νόμος 1577/1985), που εφαρμόζεται εν προκειμένω, με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων ή του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδίδεται ύστερα από αιτιολογική έκθεση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να χαρακτηρίζονται ως διατηρητέα, μεταξύ άλλων, μεμονωμένα κτίρια ή τμήματα κτιρίων ή συγκροτήματα κτιρίων και να καθορίζονται ειδικοί όροι προστασίας και περιορισμοί δόμησης και χρήσης, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του νόμου αυτού και από κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, με σκοπό τη διατήρηση και ανάδειξη της ιδιαίτερης ιστορικής, πολεοδομικής, αρχιτεκτονικής, λαογραφικής, κοινωνικής και αισθητικής φυσιογνωμίας τους.
Η αυτούσια διανομή χαρακτηρισμένου νόμιμα ως διατηρητέου ακινήτου, που χρήζει ειδικής κρατικής προστασίας, με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη ορόφων δεν είναι δυνατή, διότι η αυτούσια διανομή τέτοιου ακινήτου δεν συμβιβάζεται με τη φύση του, που είναι διατηρητέο ως ενιαίο σύνολο και όχι μόνον κατά ένα τμήμα του και η διατήρησή του μπορεί να επιτευχθεί, αν αυτό περιέλθει σε έναν μόνο ιδιοκτήτη, καθόσον η ύπαρξη περισσοτέρων συγκυρίων είναι η κύρια αιτία για την εγκατάλειψη και τις αυθαίρετες επεμβάσεις που υφίσταται το διατηρητέο κτίριο.
Μοναδικός τρόπος διανομής του επικοίνου διατηρητέου ακινήτου είναι η πώλησή του με πλειστηριασμό, ώστε καθένας από τους συγκυρίους να λάβει από το εκπλειστηρίασμα που θα επιτευχθεί ποσό ανάλογο προς την εξ αδιαιρέτου μερίδα του στο επίκοινο ακίνητο (ΑΠ 152/2015, 735/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα ο κανόνας αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση στην ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι δέχτηκε, ότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, που την εξέδωσε, δέχθηκε με αυτή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του, αναφορικά με την παραπάνω αγωγή διανομής κοινού ακινήτου των διαδίκων, ότι "από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, που ορίσθηκε δυνάμει της 336/1995 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου και οι οποίες περιέχονται στην 108/1995 εισηγητική έκθεση, τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, τις …805/22-4-2015, …806/22-4-2015 ένορκες βεβαιώσεις, που συντάχθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Ε.
Ζ. και την …837/23-4-2015 ένορκη βεβαίωση, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Ι. Κ., με επιμέλεια του καλούντος - εφεσίβλητου, κατόπιν νομίμου κλητεύσεως του αντιδίκου του, όπως προκύπτει από την …287Β'/17-4-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου Α. Ρ., εξαιρούμενης της 6838/23-4-2015 ένορκης βεβαίωσης που συντάχθηκε ενώπιον της τελευταίας ως άνω συμβολαιογράφου, καθόσον, κατά τις διατάξεις των άρθρων 270 παρ. 2 εδ.
γ' και δ' ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 2915/2001 αλλά και το Ν. 3994/2011 και εφαρμόζεται κατά το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ και στην κατ' έφεση δίκη, ισχύει ο αριθμητικός περιορισμός των τριών ενόρκων βεβαιώσεων, που μπορεί ο κάθε διάδικος να επικαλεστεί και το δικαστήριο να λάβει υπόψη του, σε περίπτωση δε υπέρβασης του αριθμού αυτού, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις τρεις πρώτες κατά σειρά επίκλησης ένορκες βεβαιώσεις, όπως στην προκειμένη περίπτωση, της από 10-12-2012 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της Ε.
Δ., τοπογράφου-μηχανικού, που συντάχθηκε κατόπιν διάταξης της 420/2003 απόφασης του Εφετείου Λάρισας και της από 22-4-2015 τεχνικής έκθεσης του Α. Δ., τοπογράφου-μηχανικού, που έχει συνταχθεί κατόπιν εντολής του καλούντος-εφεσίβλητου και η οποία ως περιέχουσα γνωμοδότηση προσώπου, που έχει ειδικές γνώσεις επιστήμης εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η συνολική ιδιοκτησία των διαδίκων, επί της οποίας βρίσκονται τα κοινά και υπό διανομή ακίνητα, βρίσκεται στην πόλη της …, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως (ΒΔ 15-6-1950), στον Τομέα Α' αυτού, όπου η κατά κανόνα αρτιότητα των οικοπέδων είναι πρόσωπο 10 μ. και εμβαδό 200 τμ, με συντελεστή δόμησης 1,40 ενώ η κάλυψη ανέρχεται στο 70%.
Το εμβαδόν της ανέρχεται, κατά ακριβή εμβαδομέτρηση εξαρτημένη σε σύστημα αναφοράς ΕΓΣΑ '87, που ενεργήθηκε από τη συντάξασα την από 10-12-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, τοπογράφο-μηχανικό Ε. Δ., σε 656,77 τμ και όχι σε 653,3 τμ, όπως ορίζεται στην αγωγή. Ειδικότερα, οι τρεις κοινές ιδιοκτησίες, όπως περιγράφονται στο συνημμένο στην ανωτέρω έκθεση τοπογραφικό διάγραμμα της ανωτέρω τοπογράφου-μηχανικού συγκροτούνται από: 1) την οριζόμενη από τα σημεία 1-2-3-4-5-6-7-22-21-20-19-30-29-27-28-1, εμβαδού 307,10 τμ, 2) την οριζόμενη από τα σημεία 6-7-22-21-20-19-30-18-17-31-34-8-6, εμβαδού 108,60 τμ και 3) την οριζόμενη από τα σημεία 8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-31-34-8, εμβαδού 241,07 τμ.
Όλες οι ανωτέρω επιφάνειες που είναι συνιδιοκτησίες έχουν ποσοστά επί του ενιαίου οικοπέδου 62/100 ή 620/1000. Η ίδια αποτύπωση περιλαμβάνεται και στο από Μάιο 1989 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου-μηχανικού Α. Φ., που συνοδεύει το …623/8-6-1989 συμβόλαιο γονικής παροχής ακινήτων του συμβολαιογράφου Ξ. Μ.. Ως προς τη συγκυριότητα των διαδίκων στις ανωτέρω ιδιοκτησίες, κατά τα ποσοστά που θα αναφερθούν στη συνέχεια, δεν υπάρχει αμφισβήτηση από αυτούς...αμφισβητούμενου πλέον του ζητήματος εάν είναι δυνατή η αυτούσια διανομή ή αυτή διά πλειστηριασμού.
Τα κτίρια που περιλαμβάνονται στη συνολική ιδιοκτησία των διαδίκων, όπως περιγράφονται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος, είναι τα ακόλουθα: α) δύο συνεχόμενα καταστήματα επί της οδού ..., που αποτυπώνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα με τα σημεία 1-2-25-26-27-28-1, με εμβαδό 81,39 τμ, β) ένα κατάστημα (παλαιό παγοποιείο) επί της οδού ..., που αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με τα σημεία 2-3-24-25-2, με εμβαδό 28,04 τμ, γ) ένα κατάστημα (παλαιό ελαιοτριβείο) επί της οδού ..., που απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με τα σημεία 3-4-23-22-21-20-24-3, με εμβαδό 129,20 τμ και δ) ο ισόγειος χώρος του κινηματογράφου επί της οδού ..., που απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με τα σημεία 7-34-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21-22-7, με εμβαδό 339,30 τμ.
Με το ….87/1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σ. Μ., οι Π. Γ., Ν. Μ. και Χ. Μ. πώλησαν τον πάνω από τις αποθήκες που υπάρχουν στο ακίνητο όροφο και τον πάνω από τη συνεχόμενη με τις αποθήκες αυτή (προφανώς, εννοεί "αυλή") αέρα προς το Δ. Μ. (εναγόμενο - εφεσίβλητο). Με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας...συνεστήθη μεταξύ των ανωτέρω οριζόντια ιδιοκτησία (οροφοκτησία) σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929.
Ο ανωτέρω όροφος είναι αποκλειστική ιδιοκτησία του εναγόμενου (Δ. Μ.) με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί ολοκλήρου του οικοπέδου 38/100. Με βάση τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 και 2 παρ. 3 του Ν. 3741/1929 δεν χωρεί δικαστική διανομή της συσταθείσας οροφοκτησίας, καθόσον δεν υπάρχει συγκυριότητα στους χωριστούς ορόφους, ούτε διανομή του εδάφους που ανήκει στη συνιδιοκτησία.
Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να διαταχτεί η δικαστική διανομή των ποσοστών συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου των ανωτέρω τριών ιδιοκτησιών του ενάγοντος και του εναγόμενου, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, έχουν ποσοστό επί του ενιαίου οικοπέδου 62/100 ή 620/1000, μετά και την αφαίρεση των 38/100 ή 380/100 (προφανώς, εννοεί "380/1000") του ποσοστού επί του ενιαίου οικοπέδου στο οποίο αντιστοιχεί η συσταθείσα οριζόντια ιδιοκτησία του εναγόμενου.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του, δέχθηκε τα ίδια ως προς τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και προέβη στη συνέχεια, ενόψει της επίδικης διανομής, σε αφαίρεση των ποσοστών 38/100 εξ αδιαιρέτου, ορθώς το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς ο σχετικός με το ανωτέρω ζήτημα περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Με δεδομένο δε το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται περί ενιαίου οικόπεδου επί του οποίου υφίστανται περισσότερα αυτοτελή οικοδομήματα, είναι δυνατόν η αυτούσια διανομή να λάβει χώρα με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας επί του οικοδομημένου οικοπέδου κατά τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 480Α παρ. 1α ΚΠολΔ.
Με βάση τα ποσοστά συγκυριότητας, που έχουν οι διάδικοι επί των τριών ανωτέρω ιδιοκτησιών με αριθμ. 1, 2, 3, διαμορφώνεται η ακόλουθη πραγματική κατάσταση. Στην ιδιοκτησία με αριθμ. 1, που αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος τοπογράφου-μηχανικού από τα σημεία 1-2-3-4-5-6-7-22-21-20-19-30-29-27-28-1, εμβαδού 307,10 τμ, οι διάδικοι έχουν ποσοστά συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος και συνεπώς δικαιούται ο καθένας οικόπεδο εμβαδού 153,55 τμ.
Στην ιδιοκτησία με αριθμ. 2, που αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της ίδιας ως άνω πραγματογνώμονος τοπογράφου-μηχανικού από τα σημεία 6-7-22-21-20-19-30-18-17-31-34-8-6, εμβαδού 108,60 τμ, οι διάδικοι έχουν ποσοστά συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος και συνεπώς ο καθένας δικαιούται οικόπεδο εμβαδού 54,30 τμ. Τέλος, στην ιδιοκτησία με αριθμ. 3, που αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα από τα σημεία 8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-31-34-8, εμβαδού 241,07 τμ, οι διάδικοι έχουν διαφορετικά ποσοστά συγκυριότητας και ειδικότερα, ο ενάγων είναι κύριος του 1/3 εξ αδιαιρέτου και ο εναγόμενος είναι κύριος των 2/3 εξ αδιαιρέτου και συνακόλουθα ο πρώτος δικαιούται οικόπεδο εμβαδού 80,36 τμ και ο δεύτερος οικόπεδο εμβαδού 160,71 τμ.
Συνολικά, η επιφάνεια σε κτίσματα που δικαιούται ο κάθε διάδικος με βάση τα ανωτέρω είναι εμβαδού 288,21 τμ ο ενάγων (153,55 τμ+54,30 τμ+80,36 τμ) και 368,56 ο εναγόμενος (153,55 τμ+54,30 τμ+160,71 τμ). Κατά το σχηματισμό των διακεκριμένων κάθετων ιδιοκτησιών πρέπει να ληφθεί υπόψη και ο πολεοδομικός χαρακτήρας των υφιστάμενων κτισμάτων ως διατηρητέων και ειδικότερα, όπως βεβαιώνεται στο πόρισμα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, οι προσόψεις των παλαιών αποθηκών, του ελαιοτριβείου και του παγοποιείου είναι διατηρητέες με χαρακτηρισμό των κτισμάτων ως τύπου Β' δηλαδή με διατήρηση του κελύφους του κτίσματος, σύμφωνα με τη αναθεώρηση του εγκεκριμένου Ρυμοτομικού Σχεδίου του έτους 1987.
Συνεπεία του ανωτέρω χαρακτήρα τους, αυτά δεν μπορούν να κατεδαφισθούν, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα αυτοτελούς διανομής. Συνακόλουθα, η σύσταση χωριστής κυριότητας σε ένα από τα περισσότερα αυτοτελή οικοδομήματα, που υπάρχουν στο ενιαίο οικόπεδο θα ακολουθεί τα υφιστάμενα κτίρια. Με βάση τα ανωτέρω σχηματίζονται οι ακόλουθες ιδιοκτησίες προς διανομή: 1) η πρώτη κάθετη ιδιοκτησία, που αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος τοπογράφου-μηχανικού με τα σημεία 1-2-3-24-20-19-30-29-27-28-1 με εμβαδόν 149,44 τμ, 2) η δεύτερη κάθετη ιδιοκτησία, που αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος τοπογράφου-μηχανικού με τα σημεία 3-4-5-6-7-22-21-20-24-3 με εμβαδόν 157,66 τμ και 3) η τρίτη κάθετη ιδιοκτησία, που αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τα σημεία 6-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-30-19-20-21-22-7-6 με εμβαδόν 349,67 τμ.
Η τελευταία κάθετη ιδιοκτησία αφορά τον ισόγειο χώρο κάτω από τον κινηματογράφο, η οποία ως έχουσα ύψος 2,90 μ, το οποίο καλύπτει το όριο ύψους της πολεοδομικής νομοθεσίας, το οποίο για τα ισόγεια κτίσματα είναι 2,65 μ, μπορεί να θεωρηθεί ως χώρος κύριας χρήσης και να δημιουργηθούν δύο τμήματα, εκ των οποίων το ένα προς τη νότια πλευρά, που αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος τοπογράφου-μηχανικού με τα σημεία Λ-13-14-15-16-17-18-30-19-20-21-Κ-Λ και εμβαδόν 134,72 τμ και το άλλο προς τη βόρεια πλευρά, που αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τα σημεία 6-8-9-10-11-12-Λ-Κ-22-7-6 και εμβαδόν 214,95 τμ.
Η διανομή των ανωτέρω διακεκριμένων και αυτοτελών ιδιοκτησιών θα γίνει με επιδίκαση και ειδικότερα, η ανωτέρω πρώτη κάθετη ιδιοκτησία, που ορίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος τοπογράφου-μηχανικού με τα σημεία 1-2-3-24-20-19-30-29-27-28-1 και εμβαδόν 149,44 τμ μαζί με το νότιο τμήμα της αποθήκης του ισογείου χώρου, που ορίζεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τα σημεία Λ-13-14-15-16-17-18-30-19-20-21-Κ-Λ και εμβαδόν 134,72 τμ και ο οποίος με άνοιγμα πόρτας προς την οδό ...
και πόρτες και παράθυρα προς την 1η κάθετο να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα από τον ενάγοντα, δίνονται στον ενάγοντα. Αντίστοιχα, η ανωτέρω δεύτερη κάθετη ιδιοκτησία, που ορίζεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα σημεία 3-4-5-6-7-22-21-20-24-3 με εμβαδόν 157,66 τμ 3-4-5-6-7-22-21-20-24-3 και εμβαδόν 157,66 τμ μαζί με το βόρειο τμήμα της αποθήκης του ισογείου, που ορίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με τα σημεία 6-8-9-10-11-12-Λ-Κ-22-7-6 και εμβαδόν 214,95 τμ, δίνονται στον εναγόμενο, παραχώρηση που εξυπηρετεί και τη χρήση από τον τελευταίο του κινηματογράφου, ο οποίος περιλαμβάνεται στην οριζόντια ιδιοκτησία του, η οποία όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, εξαιρείται της διανομής, καθόσον στη δεύτερη ιδιοκτησία περιλαμβάνεται και η έξοδος κινδύνου του κινηματογράφου.
Με βάση τα ανωτέρω, ο ενάγων παραλαμβάνει την 1η κάθετη ιδιοκτησία εμβαδού 149,44 τμ και το νότιο τμήμα της ισογείου αποθήκης εμβαδού 134,72 τμ, τα οποία συνιστούν ποσοστό συγκυριότητας στο ενιαίο κοινό οικόπεδο 268/1000, ενώ ο εναγόμενος παραλαμβάνει τη 2η κάθετη ιδιοκτησία εμβαδού 157,66 τμ και το βόρειο τμήμα της ισογείου αποθήκης εμβαδού 214,95 τμ, τα οποία (μαζί με τα ποσοστά συγκυριότητας, που έχει από την συσταθείσα υπέρ αυτού οριζόντια ιδιοκτησία 380/1000) συνιστούν ποσοστό συγκυριότητας στο κοινό ενιαίο οικόπεδο 732/1000.
Σημειωτέον ότι η πρώτη κάθετη ιδιοκτησία που παραχωρείται στον ενάγοντα των 149,44 τμ μπορεί να έχει 4,11 τμ λιγότερα από τη δεύτερη κάθετη ιδιοκτησία που παραχωρείται στον εναγόμενο των 157,66 τμ, πλην όμως αυτό ουσιαστικά επιβάλλεται από την πολεοδομική νομοθεσία και ειδικότερα από τη φύση των κτισμάτων ως διατηρητέων και συνακόλουθα της υποχρέωσης η διανομή να ακολουθήσει τα υλοποιημένα ήδη κτίσματα, σε κάθε δε περίπτωση η διαφορά αυτή "εξισώνεται" από το γεγονός ότι η πρώτη κάθετη ιδιοκτησία που παραχωρείται στον ενάγοντα έχει λόγω των κτισμάτων της μεγαλύτερο πρόσωπο προς τον κεντρικό δρόμο της οδού ..., καθόσον αυτή έχει πρόσωπο μήκους 16,02 μ, ενώ η δεύτερη κάθετη ιδιοκτησία έχει πρόσωπο μήκους 11,88 μ.
Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, το οποίο με την εκκαλούμενη 26/2000 οριστική απόφαση έκρινε ως αδύνατη την αυτούσια διανομή και διέταξε τη διανομή διά πλειστηριασμού, ώστε έκαστος των διαδίκων να λάβει ποσό εκ του εκπλειστηριάσματος αναλόγως της μερίδας του, έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα ο σχετικός με το ανωτέρω ζήτημα λόγος της ένδικης έφεσης, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του δικογράφου της, τυγχάνει βάσιμος κατ' ουσία, όπως και η ένδικη έφεση.
Επομένως, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη οριστική απόφαση κατά το μέρος που έσφαλε κατά τα προαναφερθέντα ως προς τη δυνατότητα αυτούσιας διανομής, να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση κατ' ουσία στο παρόν Δικαστήριο και στη συνέχεια η από 17-8-1990 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Π. 2635/425/1990 αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία και να διαταχθεί η αυτούσια διανομή του επίδικου ακινήτου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης...".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι είναι δυνατή η αυτούσια διανομή του επικοίνου ακινήτου με το σύστημα της κάθετης ιδιοκτησίας και, συγκεκριμένα, με τη διαίρεσή του σε δύο τμήματα, ώστε, από τα δυο αυτά τμήματα, να περιέλθουν (προφανώς, κατά χρήση) στον μεν ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το ένα τμήμα εμβαδού 149,44 τετ.
μέτρων, "μαζί με το νότιο τμήμα της αποθήκης του ισογείου χώρου εμβαδού 134,72 τετ. μέτρων", στον δε εναγόμενο - αναιρεσείοντα το άλλο τμήμα εμβαδού 157,66 τετ. μέτρων, "μαζί με το βόρειο τμήμα της αποθήκης του ισογείου εμβαδού 214,95 τετ. μέτρων". Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, δέχτηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε διατάξει την πώληση του επικοίνου ακινήτου με πλειστηριασμό και, αφού έκανε δεκτή ως βάσιμη την αγωγή διανομής του αναιρεσιβλήτου, διέταξε την αυτούσια διανομή του επιδίκου με τον παραπάνω τρόπο.
Με την κρίση του, όμως, αυτή, το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 795, 800, 1002, 1117 ΑΚ, 4 παρ. 2α του ΓΟΚ (νόμου 1577/1985), 480 παρ. 1, 480Α παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ και 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του νόμου 3741/1929, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε. Και τούτο, διότι, ενώ δέχτηκε, ότι και η παραπάνω ισόγεια αποθήκη έχει χαρακτηριστεί πολεοδομικά ως διατηρητέα και, συγκεκριμένα, ότι "οι προσόψεις των παλαιών αποθηκών...είναι διατηρητέες με χαρακτηρισμό των κτισμάτων ως τύπου Β' δηλαδή με διατήρηση του κελύφους του κτίσματος, σύμφωνα με την αναθεώρηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του έτους 1987.
Συνεπεία του ανωτέρω χαρακτήρα τους, αυτά δεν μπορούν να κατεδαφιστούν...", άρα ότι χρήζει ειδικής κρατικής προστασίας και, λόγω της φύσης της, είναι διατηρητέα ως ενιαίο σύνολο, εν τούτοις, προέβη, με τον παραπάνω τρόπο αυτούσιας διανομής που διέταξε, στον τεμαχισμό και τη διαίρεση της αποθήκης αυτής σε δύο τμήματα, το νότιο και το βόρειο, επιδικάζοντας το πρώτο στον αναιρεσίβλητο και το δεύτερο στον αναιρεσείοντα, με συνέπεια, μετά τη διανομή και εξαιτίας αυτής, να παύσει πλέον η εν λόγω αποθήκη να αποτελεί ενιαίο σύνολο.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 141/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ