Supreme Court dismisses appeal on admissibility grounds regarding acquisitive prescription after 20 years of possession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a lower court decision regarding property ownership. The appellant argued that the lower court erred in applying substantive law rules concerning acquisitive prescription and inheritance. The court ruled the appeal inadmissible because the contested judgment was final and binding, leaving no room for review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560, Art. 1045, Art. 1846, Art. 1198, Art. 1199 of the Civil Code; The final judgment of the court of first instance is not subject to cassation review under Art. 560 of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 585 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 585/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βιργινία Μυταρέλλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων:1.Σ. χας Π. Κ., το γένος Γ. Μ., 2Β. Κ. του Π., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 195/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-7-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο αναιρεσείων παραστάθηκε όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Παρασκευή Καλαϊτζή ανέγνωσε την από 3-1-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει απ’ τις μετ’ επικλήσεως υπό του επισπεύδοντος αναιρεσείοντος προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως ... και .../29-11 (όλες) - 2017 του δικ. Επιμελητή του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων Κ.Ν., στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους των αρχικών αναιρεσιβλήτων, (που απεβίωσαν μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), Χ. Κ., Λ. Κ. (αμφότεροι κληρονόμοι της πρώτης αναιρεσίβλητης Σ. Κ.) και Χ. χα Β.Κ., Σ. Β.Κ., Θ. Β.Κ. και Γ. θυγ. Β.Κ. (κληρονόμοι του, δευτέρου αναιρεσιβλήτου Β. Κ.) Επιδόθηκε ακριβές φωτοαντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο. Επομένως, της δίκης συνεχιζομένης κατ’ αρθρ.291 παρ.1 ΚΠολΔ, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία των άνω κλητευθέντων (576 παρ.2 εδ.γ ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατ’ αρθρ.1045 ΑΚ που αναφέρεται στην έκτακτη χρησικτησία, "Εκείνος που έχει στη νομή του μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος". Περαιτέρω, συμφώνως προς το άρθρο 1846 ΑΚ: "Ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1198". Έτι περαιτέρω, η προαναφερθείσα διάταξη 1198 ΑΚ αναφέρεται στην αναγκαιότητα της μεταγραφής προς μεταβίβαση της κυριότητος ή σύσταση ή μετάθεση ή κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, ενώ η παρακατιούσα διάταξη 1199 ΑΚ προβλέπει την δια της μεταγραφής περιέλευση στον κληρονόμο της κληρονομιάς επι ακινήτου με αναδρομή αφετηρίας στον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.
ΙΙΙ. Ο από τον αρ.1 του αρθρ.560 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
IV. Με τον (μοναδικό) λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στο (ως εφετείο δικάσαν) Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ότι με την 195/2011 προσβαλλομένη απόφασή του παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1846, 1198 και 1199 ΑΚ, τις οποίες παρερμήνευσε και εφήρμοσε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής (καθόσον αφορά στο άρθρο 1045 ΑΚ) και προσέτι (ως προς την διάταξη 1846 εν συνδ.
προς 1198, 1199 ΑΚ) τα πραγματικά περιστατικά της ελάσσονος προτάσεως δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού των προειπωθέντων ουσιαστικών κανόνων. Έτσι υπέπεσε στην κατ’ αρθρ.560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού δέχθηκε την επί του επιδίκου ιδιοκτησιακή κατοχύρωση των (αρχικών) αναιρεσιβλήτων με βάση την εικοσαετία νομής επ’ αυτού (επιδίκου) από αυτούς (αναιρεσιβλήτους - κυρίως παρεμβάντες), ενώ στα πρόσωπά τους δεν συνέτρεχε η τοιαύτη προϋπόθεση και ωσαύτως ο αναιρεσείων και οι δικαιοπάροχοί του, είχαν αποδεχθεί και μεταγράψει την αποδοχή τους επί του κληρονομιαίου ακινήτου (επιδίκου), χωρίς έως την μεταγραφή να έχει συμπληρωθεί η εικοσαετία της χρησιδεσποτείας στα πρόσωπα των αναιρεσιβλήτων.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων διαλαμβάνει στο αναιρετήριο τις ακόλουθες αιτιάσεις, ότι το (δευτεροβαθμίως δικάσαν) Πρωτοδικείο στην προσβαλλομένη απόφασή του ενώ δέχεται πως, πριν ή συμπληρωθεί ο χρόνος της 20ετούς ασκήσεως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας συν-νομής εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου, τόσο εγώ, όσο και η μητέρα μου, καθώς και τα αδέλφια μου, δηλαδή όλοι οι κληρονόμοι του κληρούχου Γ.
Μ., προέβημεν (οι υπόλοιποι και για λογαριασμό της μητέρας μας και συζύγου του, που είχε στο μεταξύ αποβιώσει) προέβημεν στην με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού αποδοχή της περιελθούσας σε μας κληρονομίας του, καθώς και στην με τον ίδιο τρόπο αποδοχή της κληρονομίας της μητέρας μας κατά το ποσοστό που αυτή είχε κληρονομήσει τον πατέρα μας αναφορικά πάντοτε με το επίδικο, εντούτοις παρερμήνευσε και ευθέως παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1198, 1199, 1846 και 1045επ.
του Α.Κ., με βάση τις οποίες κατέστημεν, εγώ και οι δικαιοπάροχοί μου αδελφοί μου, κύριοι του επιδίκου και του όλου αριθμ. ... τεμαχίου, αναδρομικά από το θάνατο του πατέρα (20.2.1975) κατά τα 3/4 συνολικά εξ αδιαιρέτου και από το θάνατο της μητέρας μας (13.7.2003) κατά το υπόλοιπο 1/4 εξ αδιαιρέτου, χωρίς έως τη μεταγραφή των εν λόγω δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας να έχει συμπληρωθεί εικοσαετής άσκηση με διάνοια (συγ)κυρίων νομής στο επίδικο από τους αντιδίκους, εντούτοις έκρινε πως αυτοί (αναιρεσίβλητοι) κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.
Χωρίς να κάνει οποιαδήποτε μνεία ή αναφορά στο ότι οι μεταγραμμένες δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας προηγήθηκαν του χρονικού σημείου συμπληρώσεως της εικοσαετίας της χρησικτησίας, που κατά την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη τοποθετείται στην 13η/9/2006.
Έκρινε ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1045 του Α.Κ. και επέλευσης των συνεπειών που ορίζονται από αυτό (κτήση κυριότητας πρωτογενώς από τους αναιρεσίβλητους), ενώ δεν συνέτρεχαν αυτές δεδομένου ότι η αναδρομική εκ μέρους εμού και των δικαιοπαρόχων μου-λοιπών κληρονόμων του αρχικού κληρούχου και αληθούς (πρωτογενώς κτήσαντος την κυριότητα) κυρίου Γ.
Μ. απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου, αναγόμενη στο χρόνο θανάτου του κληρούχου - πατέρα μας και της κληρονομήσασας αυτόν μητέρας μας και συζύγου του, εξοβελίζει τα όποια δικαιώματα τρίτων, ασφαλώς δε και των αναιρεσιβλήτων, εφόσον έως τότε αυτοί δεν είχαν -λόγω μη συμπληρώσεως της εικοσαετίας στη νομή του επιδίκου- αποκτήσει με νόμιμο τρόπο οποιοδήποτε δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας επ’ αυτού.
Έκρινε, εν τέλει, πως οι κυρίως παρεμβάντες- αναιρεσίβλητοι απόκτησαν την κυριότητα του επιδίκου, νεμόμενοι αυτό από τότε που κατέστη επιδεκτικό χρησιδεσπόσεως (12.9.1986) έως το χρόνο ασκήσεως (28-5- 2007) και συζητήσεως της κυρίας παρέμβασης (3-12-2007), ήτοι για διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας. Έτσι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1846, 1198 και 1199 του Α.Κ., καθώς και του άρθρου 1045 του ίδιου Κώδικα, διότι με τις προδιαλαμβανόμενες μεταγραφές των δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς στις οποίες προέβην, η κυριότητα του επιδίκου περιήλθε σε μένα (και τους δικαιοπαρόχους μου) αναδρομικά από το χρόνο θανάτου του πατέρα μου και αρχικού κληρούχου (20-2-1975) και της εξ αδιαθέτου κληρονόμου αυτού μητέρας μου (13-7-2003), χωρίς έως την μεταγραφή των εν λόγω συμβολαιογραφικών δηλώσεων να έχει συμπληρωθεί (από 12.9.1986 έως 4-1-2006 που μεταγράφηκαν οι προαναφερθείσες συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής κληρονομιάς) ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο των αναιρεβλήτων.
Οπωσδήποτε, δε, προέβη σε ευθεία παράβαση ουσιαστικών κανόνων δικαίου, διότι εφάρμοσε τον κανόνα του άρθρου 1045 του Α.Κ., ενώ, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 1198 και 1199 του Α.Κ., δεν συνέτρεχαν, όπως προεκτέθηκε, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Επιπλέον, σε κάθε περίπτωση, τα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης εκτιθέμενα -και προαναφερόμενα- πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου, προεχόντως εκείνου των άρθρων 1045, 1198, 1199 και 1846 του Α.Κ., για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, καθώς δεν εκτίθεται ο χρόνος της μεταγραφής των προδιαληφθεισών συμβολαιογραφικών δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς στις οποίες προέβημεν (τόσο εγώ όσο και η μητέρα μου και τα αδέλφια μου, δικαιοπάροχοι μου), αναφορικά με την καταληφθείσα σε μας κληρονομιά του αρχικού κληρούχου πατέρα μου, που περιλαμβάνει και το όλο ακίνητο του οποίου τμήμα αποτελεί το επίδικο, ώστε να συνάγεται εάν και κατά πόσο έως τότε (ήτοι τη -γενόμενη στις 4/1/2006- μεταγραφή των δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς στην οποία προέβημεν κατά τις παραδοχές της ίδιας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης) από την έναρξη της χρησιδεσπόσεως του επιδίκου από τους αναιρεσιβλήτους (12.9.1986) συμπληρώθηκε η εικοσαετία της έκτακτης χρησικτησίας (ασκήσεως νομής με διάνοια κυρίων) και περαιτέρω συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις της κτήσεως της κυριότητας αυτού από τους αντιδίκους, όπως έκρινε ευθέως παραβιάσασα τις ως άνω διατάξεις η αναιρεσιβαλλόμενη.
V. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως εξής: "Ο Γ. Μ. του Β., πατέρας του ενάγοντα, ήταν κύριος και κάτοχος του υπ’ αριθμ. ... κληροτεμαχίου διανομής έτους 1936 του αγροκτήματος ..., που βρίσκεται στη θέση "...", εκτάσεως 1525 τ.μ. Το επίδικο είναι διαιρετό τμήμα του ανωτέρω κληροτεμαχίου, το οποίο είχε παραχωρηθεί ως γεωργικός κλήρος στο δικαιοπάροχο του ενάγοντα - εκκαλούντα Γ.
Μ. δυνάμει του υπ’ αριθμ. 189 του Αγροτικού Κώδικα και των υπ’ αριθμ. ... και ... αποφάσεων της επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ιωαννίνων, εκδόθηκε δε προς τούτο ο υπ’ αριθμ. .../1954 τίτλος κυριότητας του Υπουργείου Γεωργίας (παραχωρητήριο) στο όνομα του άνω κληρούχου. Το παραχωρητήριο αυτό μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Ιωαννίνων στον τ. 39 και α.α 370.
Εξάλλου, η Ε. χήρα Χ. Κ., γιαγιά των εναγομένων και του δεύτερου κυρίως παρεμβαίνοντος, ήταν κάτοχος ενός μικρού οικοπέδου μετά της εντός αυτού οικίας, το οποίο αποτελεί τμήμα του υπ’ ... οικοπεδοτεμαχίου της επακολουθήσασας διανομής του έτους 1954 του οικισμού .... Η οικία αυτή απεικονίζεται στο δυτικό τμήμα του υπ’ ...
οικοπέδου του προσαγόμενου διαγράμματος διανομής 1954 οικισμού ..., μέσα στην οποία μάλιστα γεννήθηκε ο μάρτυρας των εναγομένων Ε. Κ.. Περί τα μέσα της δεκαετίας 1930-1940, η Ε. χα Χ. Κ. και Γ. Β. Μ., προέβησαν σε άτυπη ανταλλαγή μεταξύ τους και η μεν πρώτη παραχώρησε και παρέδωσε στο δεύτερο εξ αυτών το άνω μικρό οικόπεδό της με την εντός αυτού οικία της, στην οποία και εγκαταστάθηκε αμέσως τούτος, ο δε δεύτερος παραχώρησε και παρέδωσε σ’ αυτήν το επίδικο τμήμα του υπ’ αριθμ. ...
κληροτεμαχίου του, το οποίο αποτελεί το ανατολικό τμήμα αυτού και συνορεύει με το υπ’ αριθμ. ... κληροτεμάχιο, του οποίου κάτοχος ήταν η Ε. Χ. Κ.. Η τελευταία εγκαταστάθηκε αμέσως στο ανταλλαγέν αυτό τμήμα του ... κληροτεμαχίου, το οποίο και ενσωμάτωσε στην όμορη ιδιοκτησία της, μάλιστα δε από τη δυτική πλευρά του επίδικου τμήματος που συνορεύει με το υπόλοιπο τμήμα του υπ’ αριθμ. ...
κληροτεμαχίου τοποθέτησε έκτοτε περίφραξη, ξεχωρίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ξένη ιδιοκτησία από τη δική της. Τα ανωτέρω κατέθεσαν με σαφήνεια τόσο ο μάρτυρας ανταπόδειξης των εναγομένων - απόδειξης των κυρίως παρεμβαινόντων, όσο και ο καταθέτων στην ένορκη βεβαίωση που προσκομίζεται. Ο τελευταίος μάλιστα χρησιμοποιούσε και ο ίδιος το επίδικο τμήμα ως βοσκότοπο κατά τη δεκαετία του 1970.
Ο δε μάρτυρας αποδείξεως, ο οποίος σχετίζεται με τον ενάγοντα εδώ και 17 χρόνια, δεν γνώριζε τίποτα για την εν λόγω ανταλλαγή, ούτε είναι δυνατόν να έχει ιδία γνώση των πραγματικών αυτών περιστατικών, τα οποία ανατρέχουν στη δεκαετία του 1930, τόσο λόγω της ηλικίας του (ήταν 43 χρονών, κατά το χρόνο της κατάθεσης του), όσο και λόγω της πρόσφατης, σε σχέση με τα επίμαχα, φιλικής σχέσης του με τον ενάγοντα, ό,τι δε καταθέτει, τα γνωρίζει από αφηγήσεις του ενάγοντα.
Από τη στιγμή της άτυπης ανταλλαγής ο Γ. Μ. και οι κληρονόμοι του δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη στο επίδικο τμήμα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω Ε. χα Χ. Κ., η οποία έγινε κάτοχος μετά την άτυπη ανταλλαγή και του επίδικου τμήματος, το οποίο αποτέλεσε έκτοτε ενιαία έκταση με το όμορο υπ’ αριθμ. ... κληροτεμάχιο της, παραχώρησε ατύπως κατά τη δεκαετία του 1950 στο γιο της Π.
Χ. Κ., το δυτικό τμήμα της ενιαίας αυτής έκτασης, στην οποία συμπεριλήφθηκε ολόκληρο το επίδικο τμήμα, όπως το τμήμα αυτό αποτυπώνεται με τα στοιχεία ... του από Οκτωβρίου 2007 τοπογραφικού διαγράμματος του τοπογράφου μηχανικού Π. Μ., το οποίο προσάγουν και επικαλούνται οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι στο οποίο εγκαταστάθηκε έκτοτε ο Π.
Κ., πατέρας των εναγομένων και του δεύτερου κυρίως παρεμβαίνοντα και σύζυγος της πρώτης παρεμβαίνουσας. Ο δε Π. Κ. φύτεψε δίπλα από την περίφραξη που είχε τοποθετήσει η μητέρα του Ε. Κ. για να ξεχωρίσει την ιδιοκτησία της από την ιδιοκτησία του Γ. Μ., και καθ’ όλο το μήκος αυτής, οκτώ αμυγδαλιές, οι οποίες σώζονται μέχρι και σήμερα, οι οποίες έχουν ηλικία 50 περίπου ετών.
Δεν ήταν άλλωστε λογικό τα δέντρα αυτά να φυτευτούν από τον ενάγοντα ή από συγγενείς του, καθώς αυτά θα έτεμναν την ιδιοκτησία του σε δύο τμήματα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Π. Κ., αφότου εγκαταστάθηκε στο επίδικο ακίνητο (αλλά και σε ένα τμήμα του όμορου υπ’ αριθμ.... κληροτεμαχίου), εκτός από τη φύτευση των ανωτέρω δένδρων αντικατέστησε την παλιά περίφραξη της μητέρας του με νέα και στην αρχή το καλλιεργούσε με καπνό, αργότερα δε με τριφύλλι, ενώ κατά τη δεκαετία του 1970 όταν δεν καλλιεργούνταν, το παραχωρούσε στον Α.
Μ. για να βοσκεί τα πρόβατα του, επειδή ήταν περιφραγμένο. Στη συνέχεια λίγο πριν το θάνατο του (1982) ένα τμήμα του ακινήτου του που κατείχε και συγκεκριμένα το ανατολικό που περικλείεται από τα σημεία 13-16- 15-14-13 του άνω από Οκτωβρίου 2007 τοπογραφικού διαγράμματος του Π. Μ. παραχώρησε ατύπως στη θυγατέρα του Λ.
Κ., δεύτερη εναγομένη - εφεσίβλητη, η οποία και εγκαταστάθηκε σ’ αυτό, όπου και ανήγειρε κατοικία, η οποία υδροδοτήθηκε με επέκταση του κοινοτικού δικτύου μετά από αίτηση της (βλ. με αριθμ. πρωτ. .../2006 βεβαίωση του ...), παράλληλα δε τοποθέτησε περίφραξη από τη δυτική πλευρά του τμήματος της αυτού για να ξεχωρίσει από την υπόλοιπη έκταση που κατείχε ο πατέρας της Π.
Κ.. Τέλος αποδείχθηκε ότι μετά το θάνατο του Π. Κ., ο οποίος πέθανε το 1982 χωρίς να αφήσει διαθήκη, όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, ήτοι η σύζυγος του (α’ κυρίως παρεμβαίνουσα) και το τέκνο αυτού (εναγόμενος και β’ κυρίως παρεμβαίνων), εγκαταστάθηκαν στο επίδικο ακίνητο, αλλά και στο όμορο αυτού τμήμα του υπ’ αριθμ. ...
κληροτεμαχίου, το οποίο επίσης κατείχε μέχρι το θάνατο του ο Π. Κ., όπως το τμήμα αυτό αποτυπώνεται με τα στοιχεία 9-12-13-14-9 στο από Οκτωβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του Π. Μ., οι οποίοι το κατέχουν έκτοτε και έχουν κατασκευάσει εντός αυτού προ 25ετίας περίπου ένα παράπηγμα από λαμαρίνα, εμβαδού 15 τ.μ. και μία μικρή τεχνητή λιμνούλα από τσιμέντο, οι οποίες κατασκευές εξυπηρετούσαν τα οικόσιτα πτηνά του που είχαν εγκαταστήσει μέχρι την τελευταία περίπου πενταετία, τα οποία φρόντιζε κυρίως η πρώτη κυρίως παρεμβαίνουσα, όπως και τον κήπο που διατηρούσε εντός του επιδίκου.
Ο δε ενάγων και ο δικαιοπάροχοι του, ουδεμία ανάμειξη είχαν με το οικόπεδο και δεν ασκούσαν πράξεις νομής σ’ αυτό. Εξάλλου το επίδικο ακίνητο συμπεριλήφθηκε στα όρια του οικισμού ... δυνάμει της υπ’ αριθμ. … απόφασης του Κοινοτικού Συμβουλίου της πρώην Κοινότητας ..., με την οποία οριοθετήθηκε ο οικισμός ..., η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ στις 12-09-1986 (τόμος Δ’ αριθμός φύλλου … και από τότε απέκτησε την ιδιότητα του οικοπέδου, χωρίς, όπως συνομολογείται από όλους τους διαδίκους, να υπάρχει εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο στον εν λόγω οικισμό.
Σύμφωνα δε με τα όσα ορίζονται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, από τη στιγμή που το επίδικο έγινε οικόπεδο, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας σε μέρος αυτού με χρησικτησία ακόμα και αν δημιουργούνται μη άρτια τμήματα. Από δε το από Ιούλιο 2005 τοπογραφικό του τοπογράφου μηχανικού Α. Β., προκύπτει άλλωστε ότι το επίδικο τμήμα είναι άρτιο και οικοδομήσιμο.
Συνεπώς, από την επομένη της 12-09- 1986, ημερομηνία δημοσίευσης του ανωτέρω ΦΕΚ, που κατέστησε το ακίνητο οικόπεδο, είναι δυνατή η χρησικτησία στο επίδικο τμήμα, μέρος του ... κληροτεμαχίου διανομής ..., ενώ νωρίτερα αυτό δεν ήταν δυνατόν καθώς αυτό είχε παραχωρηθεί ως γεωργικός κλήρος, χωρίς μάλιστα να έχει σημασία το γεγονός ότι δεν υπάρχει εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο στον εν λόγω οικισμό. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, οι κυρίως παρεμβαίνοντες, κατά των οποίων δεν ασκήθηκε η αγωγή του ενάγοντα, έγιναν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, γιατί από τις 12-9-1986 μέχρι το χρόνο άσκησης και συζήτησης της κύριας παρέμβασης τους νεμήθηκαν πλέον της εικοσαετίας το επίδικο ακίνητο με διάνοια συγκυρίου και κατά το ποσοστό που αιτούνται έκαστος εξ αυτών." VI. Οι καταλογιζόμενες, κατά τα ως άνω, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στις προμνησθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υπό την επίφασιν της προειπωθείσης παραβιάσεως των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και της εξαιτίας της (φερομένης αυτής) παραβιάσεως πλημμέλειας που προαναφέρεται, πλήττουν την περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά ταύτα, ο υπό το προειπωθέν περιεχόμενο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
VII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ.4 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-2014 αίτηση του Χ. Μ. περί αναιρέσεως της 195/2011 αποφάσεως του (ως Εφετείου δικάσαντος) Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ