Supreme Court declares appeal hearing inadmissible due to missing procedural notification and lack of party participation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal hearing inadmissible because the appellant failed to appear and the opposing party could not prove proper service of the summons. The appellant appeared in court but did not participate in the proceedings, while the opposing party failed to submit the required copy of the summons or declaration of non-appearance. Consequently, the court ruled that the hearing was procedurally flawed and must be declared inadmissible under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 110(2) and 576(1), (2) of the Civil Procedure Code; The Supreme Court must treat all parties as present if one is absent, provided the absent party's participation is expedited; if the expediting party fails to prove service or the absent party fails to participate, the hearing is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 585 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 585/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 31η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Α. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ - ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών" (ΕΤΕΑΜ), ως διαδόχου του "Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΤΕΑΠΕΤΕ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Θεοδώρας Αντωνίου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1895/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4758/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-6-2009 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1601/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος, με την από 2-3-2011 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 28-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 110 παρ.2 και 576 παρ.1, 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος, αφού ελέγξει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της δικονομικής απουσίας, συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Για να συμβεί αυτό, όμως, ερευνάται αν απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση ή ο αντίδικος αυτού. Στην πρώτη περίπτωση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.
Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού επισημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Στη δεύτερη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση.
Εάν ο παριστάμενος διάδικος δεν αποδεικνύει τον τρόπο επίσπευσης της συζήτησης, με την προσκομιδή, κατά περίπτωση, ενός εκ των ως άνω εγγράφων, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη, όπως και όταν διαπιστώνεται ότι η κλήτευση του απολειπομένου στη συζήτηση παραλείφθηκε εντελώς ή υπήρξε μη νόμιμη ή εκπρόθεσμη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 2-3-2011 κλήση του αναιρεσιβλήτου, φέρεται προς συζήτηση η από 23-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκε στην ως άνω δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε πήρε μέρος στη συζήτηση με άλλο νόμιμο τρόπο (ήτοι, με την κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως). Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, διότι το αναιρεσείον, το οποίο παραστάθηκε νομίμως κατ' αυτήν, δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει, κατά περίπτωση, το αντίγραφο της κλήσεως προς συζήτηση, που τυχόν του επιδόθηκε από τον αναιρεσίβλητο ή την έκθεση επιδόσεως της κλήσεως προς συζήτηση, που τυχόν αυτό επέδωσε προς τον αναιρεσίβλητο. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η διεξαχθείσα συζήτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 23-6-2009 αίτησης του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών" (ΕΤΕΑΜ) κατά του Α. Τ., περί αναιρέσεως της 4758/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε την 28η Φεβρουαρίου 2012 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα την 3η Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ