Appeal dismissed because the claimant failed to mention the new argument orally in court as required by law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision to reject a new claim raised by the appellant. Although the claimant submitted written proposals regarding a mistake in calculating severance pay, he failed to mention this argument orally during the hearing or record it in the minutes. The court ruled that procedural rules require such new arguments to be presented verbally to be admissible, and since the claimant did not comply, the Court of Appeal correctly rejected the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 and 14 of the Code of Civil Procedure; A new argument raised in the second instance must be mentioned orally and recorded in the minutes to be admissible, otherwise the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 585 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ειδικές διαδικασίες. Ακόμη και όταν κατατίθενται προτάσεις στην έναρξη της συζήτησης, για να είναι παραδεκτή η προβολή αυτοτελών ισχυρισμών που αναλύονται σ’ αυτές, πρέπει να γίνει επιγραμματική αναφορά τους στο ακροατήριο, με αντίστοιχη καταχώρηση στα πρακτικά της συνεδρίασης. Αβάσιμοι οι αναιρετικοί λόγοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που δεν είχε καταχωρηθεί στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ότι παρά το νόμο κήρυξε το απαράδεκτο του λόγου έφεσης, με τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός επαναφέρθηκε στη δευτεροβάθμια δίκη.
Αριθμός 585/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Κ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ιωάννας Βοζίκη.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Β. Κ. του Λ. συζύγου Η. Ρ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ 2) του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Διαμαντόπουλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 3761/2007 παραπεμπτική λόγω αναρμοδιότητας απόφαση του Ειρηνοδικείου και, στη συνέχεια η 11331/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, εκδόθηκε η 2421/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-11-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 27-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη αυτής, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του ν. 3198/ 1955, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, συνάγεται σαφώς ότι δεν επέρχεται ακυρότητα της καταγγελίας, αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η μη καταβολή από τον εργοδότη ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης είναι δικαιολογημένη κατά τις αρχές της καλής πίστεως, αποδιδόμενη όχι σε κακοβουλία, αλλά σε εύλογη αμφιβολία ή πλάνη συγγνωστή ή παραδρομή ως προς το ακριβές ποσό αυτής.
Τα περιστατικά αυτά, εισφερόμενα στη διαδικασία από τον εναγόμενο εργοδότη με αίτημα τη διάσωση του κύρους της καταγγελίας, συνιστούν ένσταση. Εξ άλλου από τα άρθρα 591 παρ. 1β', 666 παρ.1, 115 παρ.3 και 256 παρ.1δ' ΚΠολΔ συνάγεται ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς, πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο.
Επί πλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τη συζήτηση και το περιεχόμενο αυτής (ΚΠολΔ 259).
Η καταχώρηση της προφορικής προβολής των ισχυρισμών στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων των διαδίκων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής αυτής εκ του περιεχομένου είτε των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων είτε των κατατεθεισών εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη είναι απαράδεκτη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών που δεν είχαν προταθεί στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ. Ο διάδικος, που ως εκκαλών προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων που επιτρέπουν την όψιμη προβολή τους.
Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης.
Ο λόγος αναιρέσεως, όμως, δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον προταθέντα ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή αβάσιμο. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις, προκύπτει ότι κατά την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης η πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσείοντος (τότε εναγομένου) "αρνήθηκε την αγωγή, καθώς και τους ισχυρισμούς και τις αρνήσεις που αναφέρονται στις προτάσεις της, που κατατέθηκαν επί της έδρας και ζήτησαν να απορριφθεί η αγωγή".
Από τη διατύπωση αυτή, που παρατίθεται αυτολεξεί, ουδόλως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προέβαλε, έστω και επιγραμματικά, τον ισχυρισμό της εκ πλάνης μη καταβολής του προσήκοντος ποσού της λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας οφειλόμενης αποζημίωσης προς την αναιρεσίβλητη (τότε ενάγουσα). Το Εφετείο δέχθηκε ότι ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός περιλαμβανόταν μεν στις προτάσεις του αναιρεσείοντος, που είχαν κατατεθεί στην έδρα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, αλλά δεν είχε αποτελέσει επί πλέον και αντικείμενο προφορικής πρότασης κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με συνοπτική καταχώρησή του στα πρακτικά της συζήτησης.
Κατόπιν αυτού, έκρινε ότι η προβολή του είχε γίνει απαραδέκτως και, εν όψει του ότι επρόκειτο για ισχυρισμό του εκκαλούντος, χωρίς επίκληση των προϋποθέσεων των άρθρων 527 αρ.2 και 3 και 269 παρ.2 ΚΠολΔ (ήτοι, ούτε ως νέος ισχυρισμός στο εφετείο θα μπορούσε να θεωρηθεί παραδεκτός), απέρριψε ως απαράδεκτο το λόγο της εφέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων είχε επαναφέρει τον ίδιο ισχυρισμό στη δευτεροβάθμια δίκη.
Επομένως, το Εφετείο αφ' ενός έλαβε υπ' όψη τον περί πλάνης ισχυρισμό και το λόγο έφεσης με τον οποίο είχε επαναφερθεί στη δευτεροβάθμια δίκη και αφ' ετέρου σύμφωνα το νόμο κήρυξε το απαράδεκτο αυτού, ο δε μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ή, άλλως, αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 2421/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Φεβρουαρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ