Supreme Court dismisses appeal on labor law grounds for failure to cite specific collective agreements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a textile company against a labor court judgment regarding an employee's wages. The company argued the lower court erred by applying general collective agreements instead of specific ones for knitted garments, claiming this created contradictory reasoning. The court rejected this because the lower court explicitly acknowledged and relied upon the specific collective agreements cited by the plaintiff, rendering the appeal's premise factually incorrect.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot admit an appeal based on a violation of substantive law unless the appellant clearly states the violated rule and the material facts accepted by the lower court as the basis for its decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 585 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 585/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΒΑΦΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΛΕΚΤΩΝ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ Β.Α.ΑΡΣΕΝΙΔΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΦΙΛΑΝ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΑΣ.Α.ΑΡΣΕΝΙΔΗΣ Α.Ε.Β.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κεράνη.
Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παρασκευά Κατσαρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 353/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7638/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/11/2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 3/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Κ.Πολ.Δ 559 αρ. 1και 19), πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς αν πράγματι παραβιάστηκε ο κανόνας αυτός ή αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια αιτιολογιών, αφού ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί αυτεπαγγέλτως στη θεμελίωση αυτού βάσει της αρχής jura novit curia, γιατί αυτή δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 649/2005), και β) με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Κ.Πολ.Δ. 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις ( δηλαδή, χωρίς η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικώς την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως (ΑΠ 79/2006).
Επομένως, οι πρώτος, και τρίτος λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος που προσάπτονται αντίστοιχα με αυτούς στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με πληρότητα, παρά μόνο αποσμασματικά, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε, επιπλέον δε, σχετικά με τον πρώτο λόγο, δεν αναφέρεται ούτε η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου.
Στην περίπτωση δε που ως παραβιασθείσα διάταξη φέρεται αυτή του άρθρου 352 Κ.Πολ.Δ., η οποία εκτίθεται στο αναιρετήριο, πλην προφανώς για τη θεμελίωση του από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως, αυτή αποτελεί δικονομικό και όχι ουσιαστικό κανόνα δικαίου και κατά συνέπεια η παραβίασή της δεν ιδρύει τον προβαλλόμενο από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου λόγο αναιρέσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συνεπώς ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του εν λόγω Κώδικα λόγος αναιρέσεως για παράβαση τέτοιων κανόνων δε χωρεί κατά δικαστικής αποφάσεως που έχει εκδοθεί κατά την ως άνω διαδικασία, εκτός αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο στο οποίο, σύμφωνα με το νόμο, ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους αποδείξεως, όπως είναι η δικαστική ομολογία (Κ.Πολ.Δ 352 παρ. 1).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το σκέλος του από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, ενώ ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου "διέλαβε, ενσωματώνοντας σ' αυτές και σχετικές φράσεις των μαρτύρων του, ότι τα σαββατοκύριακα δούλευε ως φύλακας και έφτιαχνε ό,τι χάλαγε...", δεν προσέδωσε στη δικαστική αυτή ομολογία, σχετικά με τη μη απασχόληση αυτού κατά τις ημέρες του Σαββάτου, τη δύναμη που δίδει σ' αυτήν ο νόμος.
Όμως, από την περικοπή αυτή των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, όπως εκτίθεται στο αναιρετήριο, δεν προκύπτει η επικαλούμενη δικαστική ομολογία ως προς τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό σχετικά με την απασχόληση του αναιρεσιβλήτου κατά τις ημέρες του Σαββάτου, αλλά και ούτε θα μπορούσε να προκύψει τέτοια από το περιεχόμενο μιας καταθέσεως μάρτυρα.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού είτε ως αμυντικού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως, των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως.
Όμως, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προταθέντα με λόγο εφέσεως , σχετικά με το αναφερόμενο σε υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσίβλητου κεφάλαιο της αγωγής, ισχυρισμό ότι αυτός, κατά την πέραν του νομίμου ωραρίου παραμονή του στο χώρο εργασίας, δεν εργαζόταν αλλά βρισκόταν σε κατάσταση απλής ετοιμότητας, ήτοι για να προσφέρει τις υπηρεσίες του όταν υπάρξει ανάγκη.
Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή, με το να δεχθεί ότι "ο ενάγων από της προσλήψεώς του εργάστηκε υπό τις οδηγίες και την επίβλεψη του υπεύθυνου κατά το επίδικο διάστημα μηχανολόγου μηχανικού του εργοστασίου της εναγομένης ...., αποκτώντας αφενός μεν πρακτική εμπειρία στις εργασίες συντηρήσεως του μηχανολογικού εξοπλισμού και αφετέρου εκτελώντας τις πάσης φύσεως εργασίες που εκείνος του ανέθετε, παρέσχε δε τις υπηρεσίες του επί 12ωρο ημερησίως από Δευτέρα έως και Παρασκευή ( από 7 πμ μέχρι 19) και επί 8ωρο τα Σάββατα", έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε εκ του πράγματος κατ' ουσίαν.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έχει νόμιμη βάση λόγω των αντιφατικών αιτιολογιών της ως προς τις ΣΣΕ που εφάρμοσε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Όμως, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για να κρίνει την ουσιαστική βασιμότητα του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, αυτή δέχτηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων και τα εξής κρίσιμα για την έρευνα του πιο πάνω λόγου περιστατικά : Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται εργοστάσιο παραγωγής, βαφής και επεξεργασίας υφασμάτων στα Οινόφυτα Βοιωτίας, προσέλαβε στις ....
τον ενάγοντα κα ήδη αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί στο προαναφερόμενο εργοστάσιό της με την ειδικότητα του ειδικευόμενου α΄ αντί των καθοριζομένων για την ειδικότητα αυτή από τις ισχύουσες ΣΣΕ αποδοχών. Ότι αυτός, κατά το χρονικό διάστημα της απασχολήσεώς του στην αναιρεσείουσα, αν και η εργασία του ήταν πενθήμερη, εργάστηκε κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν (απόφαση) Σάββατα και επί πλέον πραγματοποίησε τις προσδιοριζόμενες ώρες υπερεργασίας, ιδιόρυθμης υπερωρίας και παράνομης υπερωρίας.
Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε ότι για τις αιτίες αυτές ο ενάγων δικαιούται τα εκτιθέμενα ποσά, τα οποία και υπολόγισε με βάση τις ισχύουσες για κάθε έτος, από της προσλήψεώς του μέχρι τις ...., που καταγγέλθηκε από την αναιρεσείουσα η σύμβαση εργασίας του, ΣΣΕ και ΔΑ ήτοι, τις από 13-7-1999, 1-1-2000, 27-7-2000 και 26-7-2002 ΣΣΕ και την υπ' αριθμ. 23/19-7-2001 ΔΑ., που αναφέρονται στους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών Κλωστοϋφαντουργίας και εριοϋφαντουργίας όλης της χώρας καθώς και των εργαζομένων στα βαφεία, τυποβαφεία και φινιριστήρια των επιχειρήσεων αυτών.
Στην απόφαση αυτή δεν γίνεται καθόλου λόγος για ΣΣΕ που αναφέρονται στους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών-τριών στις επιχειρήσεις πλεκτού ενδύματος όλης της χώρας, όπως υποστηρίζεται από την αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως. Έτσι, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-11-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΒΑΦΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΛΕΚΤΩΝ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ Β. Α. ΑΡΣΕΝΙΔΗΣ ΑΕΒΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7638/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ