Supreme Court dismisses appeal on employment contract classification and unjust enrichment claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an employment dispute. The appellant claimed an indefinite-term employment contract existed, but the lower court correctly identified the relationship as one of independent services based on the lack of subordination. Additionally, the court rejected the supplementary claim for unjust enrichment because it relied on the same factual basis as the primary contract claim, rendering it legally inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943; An employment contract exists only when the worker is subject to the employer's control regarding place, time, and method of work, and follows binding instructions, distinguishing it from independent service contracts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 585 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 585/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Αθανάσιο Θεμέλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Χ κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Κων/νο Ρήγο.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΚΤΗ Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2178/2001 του ίδιου Δικαστηρίου, 5160/2002 προδικαστική και 9090/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Απριλίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, διάβασε την από 25 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος αφού έλαβε το λόγο, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της αντίδικης πλευράς στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από την επικαλουμένη και νόμιμα προσκομιζομένη από τον αναιρεσείοντα ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αμαλιάδας ... προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη (άρθρα 124 παρ. 2, 126 παρ. 1 δ, 27 παρ. 1, 568 παρ. 4 εδ. α', 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), η οποία, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 του ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ.Ν.Α.Κ.) προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης αμείβει τον εργαζόμενο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του, επί πλέον δε ο εργαζόμενος υπόκειται σε εξάρτηση από τον εργοδότη, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, υποχρεούμενος να ακολουθεί τις δεσμευτικές γι' αυτόν οδηγίες του τελευταίου και υποκείμενος στον έλεγχο και την εποπτεία του.
Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, ειδικότερα αν εκείνος που παρέχει την εργασία του δεν υποβάλλεται στη κατά τα προαναφερόμενα, εποπτεία του εργοδότη, πρόκειται για σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Η ασφάλιση του εργαζομένου στο Ι.Κ.Α.
και η χορήγηση σ' αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών για τις φορολογικές του δηλώσεις δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια χαρακτηρισμού της απασχόλησης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ο χαρακτήρας δε της σύμβασης ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι ο αναιρεσείων είναι οικονομολόγος και διατηρεί γραφείο παροχής επενδυτικών εργασιών στην ...αρ. 3). Ζ, ο οποίος ζούσε και εργαζόταν στη ..., αποφάσισε το 1988 να προβεί στην ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδας στη περιοχή ... του Νομού..., με την επιθυμία του η επένδυση αυτή να υπαχθεί στα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (Μ.Ο.Π.) και να χρηματοδοτηθεί από το Ελληνικό Δημόσιο.
Ανέθεσε κατά το έτος αυτό (1988) στον αναιρεσείοντα την εκπόνηση μελέτης για την υποβολή της στην αρμόδια υπηρεσία για να επιτύχει την υπαγωγή της ως άνω επένδυσης στα Μ.Ο.Π.. Ο αναιρεσείων συνέταξε την από Μαϊου 1988 τεχνοοικονομική μελέτη, την οποία με άλλα έγγραφα υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομίας, έλαβε δε ως αμοιβή τουλάχιστον το ποσό των 10.000.000 δραχμών.
Για την επίτευξη του σκοπού της ως άνω ανέγερσης της ξενοδοχειακής μονάδας ίδρυσε κατά το έτος 1990, την αναιρεσίβλητη εταιρία, με έδρα την ... και μέλη του Δ.Σ. τη σύζυγό του, τις δύο θυγατέρες του και τον ..., ο ίδιος δε Ζ ανέλαβε ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αυτής. Με την από 18-5-1989 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Τουρισμού η επένδυση της ως άνω ανέγερσης της ξενοδοχειακής μονάδας υπήχθηκε στα Μ.Ο.Π.
Το έργο αυτό, το οποίο άρχισε να εκτελείται από το 1989, έπρεπε να περατωθεί μέχρι 31-12-1995. Οι οικοδομικές εργασίες συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος 1993, οπότε διεκόπηκαν λόγω της δημιουργίας προβλημάτων στις σχέσεις εργολάβου με την αναιρεσίβλητη. Κατά το διάστημα από 1-1-1994 μέχρι 31-12-1995 δεν πραγματοποιήθηκε κανένα έργο της επένδυσης και δεν πιστοποιήθηκε καμμία δαπάνη, ούτε στην κατηγορία των κτιριακών εγκαταστάσεων, ούτε και στο σύνολο της επένδυσης.
Κατά το έτος 1996 έγιναν εργασίες μικρού μεγέθους, οι οποίες αφορούσαν έργα κτιριακών εγκαταστάσεων (σκυρόδεμα) και διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου του ξενοδοχείου, συνολικής δαπάνης 63.000.000 δραχμών. Με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Ανάπτυξης ανακλήθηκε, κατά τον Ιανουάριο 1998, η ως άνω κοινή Υπουργική απόφαση, με την οποία είχε υπαχθεί η επένδυση στα Μ.Ο.Π.
λόγω της τήρησης των όρων της εγκριτικής αυτής απόφασης, και διατάχθηκε η επιστροφή της καταβληθείσας από το Δημόσιο στην αναιρεσίβλητη επιχορήσης 729.000.000 δραχμών. Μετά την παύση των εργασιών ανέγερσης της ξενοδοχειακής μονάδας, η αναιρεσίβλητη, η οποία είχε ιδρυθεί για το σκοπό αυτό, δεν ανέπτυξε άλλη δραστηριότητα, ουσιαστικά βρισκόταν σε αδράνεια, και η μόνη δραστηριότητά της ήταν η προσπάθεια για παράταση του χρόνου ολοκλήρωσης του επενδυτικού της προγράμματος που δεν απέδωσε.
Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο, ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, ανωτέρω Ζ λόγω των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων που είχε αναπτύξει στη ..., απουσίαζε συχνά από την Ελλάδα. 'Ετσι κατόπιν συνεννοήσεως με τον αναιρεσείοντα, τον οποίο εμπιστευόταν, χρησιμοποίησε από το έτος 1990 το γραφείο του τελευταίου στην ..., και ω έδρα της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα όλα τα έγγραφα αυτής να βρίσκονται στην κατοχή του αναιρεσείοντος.
Επίσης, ο Ζ, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσίβλητης, ανέθεσε στον αναιρεσείοντα την από οικονομικής πλευράς παρακολούθηση της αναιρεσίβλητης και λόγω των συχνών απουσιών του από την Ελλάδα, την εν γένει επίβλεψη των εργασιών εκτέλεσης του έργου. Ειδικότερα, κατά το προαναφερόμενο διάστημα που ήταν σε εξέλιξη οι οικοδομικές εργασίες ανέγερσης του ξενοδοχείου, ο αναιρεσείων ερχόταν σε επαφή με τους εργολάβους και τον πολιτικό μηχανικό του έργου, προκειμένου να ενημερωθεί για την πορεία των εργασιών και το ύψος των δαπανών, αλλά και με τους εκπροσώπους διαφόρων εταιριών για να λάβει προσφορές για τον εξοπλισμό της ξενοδοχειακής μονάδας.
Μετά τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών και την ανάκληση της απόφασης περί υπαγωγής της εν λόγω επένδυσης στα Μ.Ο.Π. ο αναιρεσείων, κατόπιν εντολής του ως άνω νομικού εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης, προέβη στις αναγκαίες ενέργειες προς την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, προκειμένου να επιτύχει την παράταση του χρόνου της ως άνω επένδυσης, υποβάλλοντας περί το τέλος 1993 και το 1997 σχετικό υπόμνημα και πραγματοποιώντας αυτοπρόσωπη παράσταση, χωρίς όμως να επιτύχει την παράταση μέχρι 31-3-1999.
Ο αναιρεσείων προέβη, ακόμη, και στις αναγκαίες ενέργειες για την επιστροφή στην αναιρεσίβλητη του Φ.Π.Α. Κατά τις δίκες, στις οποίες ενεπλάκη η αναιρεσίβλητη, μετά τη διακοπή των εργασιών και την στη συνέχεια ανάκληση της απόφασης για υπαγωγή της ως άνω επένδυσης στα Μ.Ο.Π., με τον εργολάβο του έργου και με το Ελληνικό Δημόσιο, ο αναιρεσείων εξετάστηκε ως μάρτυρας, οι διαβουλεύσεις δε του εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης με τους δικηγόρους της γίνονταν στο γραφείο του αναιρεσείοντος, ο οποίος έδινε και τις απαραίτητες πληροφορίες.
Ο αναιρεσείων, ως οικονομολόγος, παρακολουθούσε από της ιδρύσεως της αναιρεσίβλητης και μέχρι της ασκήσεως της ένδικης αγωγής τα οικονομικά της επιχείρησης και συνέτασσε τους ισολογισμούς της, φροντίζοντας και για τις αναγκαίες δημοσιεύσεις τους. Με την ιδιότητά του, ως νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, ο Ζ είχε αναθέσεις τον αναιρεσείοντα να παρουσιάσει προς πώληση στη διεθνή αγορά το ως άνω ημιτελές ξενοδοχειακό συγκρότημα και ο αναιρεσείων είχε έλθει για το σκοπό αυτό σε επαφή με καναδική εταιρία.
Του ανέθεσε, επίσης, την πώληση ακινήτου της ιδιοκτησίας του Ζ στη .... Δέχθηκε, στη συνέχεια, το Εφετείο, ότι δεν αποδείχθηκε ότι την 1-1-1991 ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιαρεσίβλητης, Ζ, συνήψε προφορικά με τον αναιρεσείοντα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι ανέλαβε την υποχρέωση της καταβολής στον τελευταίο ως μηνιαίου μισθού του ποσού των 300.000 δραχμών, το οποίο, στη συνέχεια, αναπροσαρμόσθηκε αρχικά στο ποσό των 360.000 δραχμών και ακολούθως στο ποσό των 500.000 δραχμών, καθώς και ποσοστού δύο (2) τοις χιλίοις επί του γενικού συνόλου του ενεργητικού της αναιρεσίβλητης.
Δέχθηκε, τέλος, το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων, εργαζόμενος για την αναιρεσίβλητη ήταν παντελώς ελεύθερος να προσδιορίζει τον τόπο, χρόνο και τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του, δεν ήταν υποχρεωμένος να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο εργασίας και δεν υπαγόταν στις εντολές του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, ότι ο αναιρεσείων δεν τελούσε σε καμμία δέσμευση ή περιορισμό ούτε ως προς τον τόπο που έπρεπε να ευρίσκεται, ούτε ως προς το χρόνο που έπρεπε να εργάζεται, δεδομένου ότι εργαζόταν όσες ώρες ήταν αναγκαίες για την εκτέλεση των εργασιών που του ανέθετε η αναιρεσίβλητη και ούτε ως προς τον τρόπο που έφερε σε πέρας τις εργασίες αυτές.
Ο ίδιος ο αναιρεσείων αποκλειστικά και με δική του ευθύνη καθόριζε τις ημέρες και τις ώρες απασχόλησής του χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση του νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης που ως επί το πλείστον δεν ήταν σε θέση να ελεγχθεί το έργο του. Δεν υπήρχε προσωπική εξάρτηση του αναιρεσείοντος από το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης ή από κάποιο άλλο πρόσωπο στο οποίο η τελευταία είχε χορηγήσει το δικαίωμα να την εκπροσωπεί.
Η ανεξαρτησία αυτή του αναιρεσείοντος εμφανίζεται τόσο από το γεγονός ότι είχε επιτύχει η έδρα της εταιρίας να μεταφερθεί στο ιδιωτικό του γραφείο, το οποίο χρησιμοποιούσε για την επιχειρηματική του δραστηριότητα, την οποία, καθόλο το ως άνω χρονικό διάστημα, ασκούσε παράλληλα, όσο και από το γεγονός, ότι, όπως ο ίδιος, εξεταζόμενος ως διάδικος, κατέθεσε, ήταν η ψυχή της εταιρίας με απεριόριστη ευχέρεια κινήσεως σε όλες τις δραστηριότητές της, γεγονόςπου επιβεβαώνεται και από τον Ζ, κατά την κατάθεσή του, ως νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, όπου κατέθεσε ότι ο αναιρεσείων έκανε το αφεντικό και πολλές φορές μάλιστα ο αναιρεσείων τον επέπληττε.
Χαρακτηριστικό της ανεξαρτησίας του αναιρεσείοντος έναντι της αναιρεσίβλητης είναι και το γεγονός κατά το οποίο ο Ζς σε εξουσιοδότηση που χορήγησε στον ... χαρακτηρίζει τον αναιρεσείοντα οικονομολόγο και νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης. Το γεγονός της ασφάλισης του αναιρεσείοντος στο Ι.Κ.Α. από το 1991 και η χορήγηση σ' αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών των ετών 1991 έως 2000, στις οποίες εμφανίζεται ως μισθωτός της αναιρεσίβλητης, για τις φορολογικές του δηλώσεις δεν αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα ικανό να μεταβάλει την ως άνω πραγματική κατάσταση και το νομικό χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης των διαδίκων, ενόψει και του γεγονότος ότι στο Ι.Κ.Α.
ασφαλίζονται όχι μόνο οι εργαζόμενοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αλλά όλα τα πρόσωπα που παρέχουν εργασία είτε σε φυσικά πρόσωπα, είτε σε νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου με οποιαδήποτε άλλη σχέση, πλην της μισθωτής, εφόσον για την εργασία τους αυτή δεν υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση άλλου ταμείου κυρίας ασφάλισης.
Το Εφετείο, στη συνέχεια, έκρινε ότι η σχέση που συνδέει τους διαδίκους φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και όχι της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί τα αντίθετα, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ισχυριζόμενος ότι προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη ως οικονομικός διευθυντής και σύμβουλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ζήτησε για το επίδικο διάστημα τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά που του οφείλει η αναιρεσίβλητη για μισθούς, δώρα εορτών και επιδόματα αδείας. 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 648 και 652 Α.Κ.
ευθέως ή εκ πλαγίου, αφού κατά τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν φέρει τον χαρακτήρα τοιαύτης εξηρτημένης εργασίας, αλλά μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Επομένως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης.
3. Η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη, έχει επιβοηθητικό ή επικουρικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί αν λείπουν οι προϋποθέσεις γης αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία. 'Ετσι εάν αυτή (αγωγή) στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι αβάσιμη, γιατί, αφού υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία ο ενάγων δύναται να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την αγωγή, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ισχυρίζεται ότι συνδέεται με τα ην αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι από την εργασιακή αυτή σύμβαση η αναιρεσίβλητη εργοδότριά του του οφείλει α) για δεδουλευμένους μισθούς, β) για επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και γ) επιδόματα άδειας, συνολικά 58.405.032 δραχμές.
Επικουρικά δε ισχυρίζεται ότι το ποσό αυτό που οφείλει η αναιρεσίβλητη κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού γιατί, έγινε πλουσιώτερη χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του, χωρίς παράλληλα να επικαλείται περιστατικά πρόσθετα ή διαφορετικά από εκείνα στα οποία στηρίζεται η κυρία βάση της αγωγής από την σύμβαση.
Η επικουρική αυτή βάση της αγωγής είναι νομικά αβάσιμη. Το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής ως ουσιαστικά απαράδεκτη σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε. Γι' αυτό και ο από το άρθρο 559 αρ. 14, αληθώς όμως από τον αρ. 1 του άρθρου αυτού τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 904 Α.Κ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2004 αίτηση του Χ για αναίρεση της 9090/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ