Legislator Case Law & Legislation
584/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding no need for preliminary ruling under EU law.

Case Number 584/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Dodecanese Court of Appeal's decision rejecting a contract dispute. The appellant argued for a preliminary ruling on EU law, but the court found no genuine ambiguity regarding the validity of the reverse financial lease contract under Greek law. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 267(2) and 267(3) of the Treaty on the Functioning of the European Union; The national court is not required to refer a question to the Court of Justice of the European Union when there is no reasonable doubt about the correct interpretation of the relevant national law.

Keywords

AI generated
preliminary ruling Article 267 TFEU reverse financial lease contract validity appeal dismissal legal costs genuine ambiguity

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1), 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 267(2) of the Treaty on the Functioning of the European Union
Article 267(3) of the Treaty on the Functioning of the European Union

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 2061/2022
Supreme Court Case 948/2021
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 584 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 584/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρεία" που εδρεύει στο ... Αττικής (οδός ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της: 1) Κλεάνθη Ρούσσο και 2) Ανδρέα Τσώκο που τον διόρισε στο ακροατήριο ο πρώτος εξ' αυτών, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη ... (...) και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη, που ανακάλεσε τις από 4-4-2023 δηλώσεις για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 214/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2021 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-4-2021 αίτηση και τους από 28-1-2022 και 1-2-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η από 06-04-2021 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της με αριθμ. 57/2021 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 22-10-2019 έφεσης της αναιρεσίβλητης - εναγόμενης και από 06-11-2019 έφεσης της αναιρεσείουσας - ενάγουσας κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 214/2018, απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία απορρίφθηκε η από 03-04-2017 αγωγή της αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, μετά από παραδοχή της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, το οποίο (Εφετείο) αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επειδή έκρινε ότι η μεταξύ των διαδίκων ένδικη σύμβαση πωλήσεως ήταν έγκυρη.

Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και, συνεκδικαζόμενη, κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ, με τους από 28-01-2022 και 01-02-2023 πρόσθετους λόγους, ασκηθέντες με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, στις 31-01-2022 και 01-02-2023, αντίστοιχα, και επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι, στις 31-01-2022 και 01-02-2023, όπως προκύπτει από τις με αριθμ. 4812Δ/31-01-2022 και 1007Β/01-02-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Π.

Ν. και Κ. Σ., αντίστοιχα, (άρθρ. 569 ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 516 και 517 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον εκκαλούντα. Το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, σε σχέση με τον αντίδικό του, και αυτό συμβαίνει κατ' αρχήν, όταν αυτός έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει με την οριστική απόφαση την οποία προσβάλλει, και θεωρείται ότι αυτός ότι έχει ηττηθεί, όταν με την απόφαση απορρίπτονται αιτήσεις και προτάσεις του ή αντιθέτως γίνονται δεκτές αιτήσεις και προτάσεις του αντιδίκου του. Το έννομο συμφέρον αποτελεί ουσιαστική διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η συνδρομή του ερευνάται, αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο, ενώ η έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη του ένδικου μέσου, ως απαράδεκτου (ΑΠ 131/2023, ΑΠ 208/2015).

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι το λόγο από τον αρ. 14, εφαρμογή του οποίου ανακύπτει, μόνο όταν στο δικόγραφο δεν εκτίθενται τα στοιχεία που δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1147/2023, ΑΠ 458/2023, ΑΠ 131/2023).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 516 παρ. 2 του ΚΠολΔ έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον προς τούτο, η ύπαρξη του οποίου, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 516, 534 και 536 ΚΠολΔ, κρίνεται όχι από το αιτιολογικό αλλά από το διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης.

Κριτήριο για την ύπαρξη αποτελεί η βλάβη του εκκαλούντος, η οποία πρέπει να προκύπτει αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο. Οι εσφαλμένες αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες δεν απολήγουν σε βλάβη του διάδικου με αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις, που περιέχονται στο διατακτικό της απόφασης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο έφεσης για το λόγο ότι είναι εσφαλμένες ή ασύμφορες γι` αυτόν ή μη ορθές νομικώς, καθόσον το ουσιώδες της απόφασης είναι οι διατάξεις και όχι οι αιτιολογίες αυτής, το δε δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί να την απορρίψει και να προσθέσει άλλες αιτιολογίες (άρθρο 534 ΚΠολΔ).

Κατ` εξαίρεση βλάβη μπορεί να γεννάται από τις δυσμενείς αιτιολογίες, όταν από αυτές ιδρύεται δεδικασμένο, οπότε και υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης και από τον διάδικο που νίκησε προς αποτροπή αυτού (ΑΠ 1147/2023, ΑΠ 1116/2021, ΑΠ 920/2013). Ειδικότερα, η αιτιολογία καθ` εαυτή δημιουργεί δυσμενές δεδικασμένο σε βάρος του διάδικου και όταν η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί, λόγω νομικής ή ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, ήτοι λόγω μη γένεσης του δικαιώματος, ενώ απορρίφθηκε κατόπιν προβληθείσας, επικουρικώς, ένστασης του νικήσαντος διαδίκου, όπως καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, αφού στην περίπτωση αυτή η απόφαση υπολείπεται των προσδοκιών του, και, συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ηττημένος διάδικος, ο οποίος βλάπτεται γενικώς από το περιεχόμενο της απόφασης, οπότε με την άσκηση της έφεσης υφίσταται γι` αυτόν η δυνατότητα να μεταβάλει υπέρ αυτού την απόφαση, εφόσον συντρέχει βάσιμη προς τούτο περίπτωση (ΑΠ 131/2023, ΑΠ 848/2017, ΑΠ 920/2013, ΑΠ 66/2004, αντίθετα ΑΠ 913/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της εκκαλούμενης απόφασης, με αριθμ. 214/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, προκύπτει ότι η από 03-04-2017 (ένδικη) αγωγή της αναιρεσείουσας - ενάγουσας απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού κρίθηκε ως άκυρη η αναφερόμενη σ' αυτήν ένδικη σύμβαση αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης και έγινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη δεκτή η (επικουρικώς), προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη - εναγόμενη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την από 22-10-2019 έφεση της νικήσασας αναιρεσίβλητης- εναγόμενης, λόγω ύπαρξης έννομου συμφέροντος, που δημιουργήθηκε από την αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης, που δημιούργησε δυσμενές δεδικασμένο σε βάρος της, από την απόλυτη ακυρότητα της παραπάνω σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, και αφού έκρινε ότι η παραπάνω σύμβαση είναι έγκυρη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης έννομου συμφέροντος στην αναιρεσίβλητη, κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης, ορθά τις διατάξεις του άρθρου 68 και 73 του ΚΠολΔ, ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι, κατά τα δεκτά γενόμενα, είχε έννομο συμφέρον, να ανατρέψει το δυσμενές σε βάρος της δεδικασμένο, καθόσον κατά την εκκαλούσα, η αγωγή έδει να απορριφθεί, λόγω μη γένεσης του αγωγικού δικαιώματος, ενώ απορρίφθηκε κατόπιν προβληθείσας, επικουρικώς, ένστασης της νικήσασας εναγόμενης - εκκαλούσα, καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, αφού στην περίπτωση αυτή η απόφαση υπολείπεται των προσδοκιών της, και, συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ηττημένη διάδικος, η οποία βλάπτεται γενικώς από το περιεχόμενο της απόφασης, οπότε με την άσκηση της έφεσης υφίσταται γι` αυτήν η δυνατότητα να μεταβάλει υπέρ αυτής την απόφαση, εφόσον συντρέχει βάσιμη προς τούτο περίπτωση.

Επομένως, ο από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος πρόσθετος λόγος του από 01-02-2023 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. [1] Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώθηκε η αρχή της απόλυτης υπεροχής του ενωσιακού δικαίου, η οποία συνεπάγεται πως κάθε διάταξη του εθνικού δικαίου - είτε προγενέστερη είτε μεταγενέστερη της ενωσιακής διάταξης - υποχωρεί απέναντι στην ενωσιακή διάταξη. Επομένως, όταν η ενωσιακή διάταξη έρχεται σε σύγκρουση με εθνικό κανόνα, ο εθνικός δικαστής δεν πρέπει να εφαρμόσει αυτόν τον αντίθετο (εθνικό) κανόνα, ο οποίος δεν ακυρώνεται, ούτε καταργείται αυτομάτως, αλλά ο εθνικός δικαστής τον αφήνει ανεφάρμοστο στην υπόθεση που βρίσκεται ενώπιόν του.

Συναφής με την ως άνω αρχή, είναι και η αρχή της σύμφωνης ερμηνείας του εθνικού δικαίου με το ενωσιακό δίκαιο. Από τα ανωτέρω, απορρέει ότι, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο ένα εθνικό δικαστήριο που καλείται να το ερμηνεύσει, οφείλει να το πράξει κατά το μέτρο του δυνατού, υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που επιδιώκεται από την τελευταία, συμμορφούμενο, έτσι, προς τη Συνθήκη (πρβλ ΑΠ 998/2022, ΑΠ 948/2021, ΑΠ 7/2019). [2] Με το νόμο 1665/1986 ("Συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης") καθιερώθηκε στην Ελλάδα η σύμβαση της "χρηματοδοτικής μίσθωσης" (Leasing).

Με τη σύμβαση αυτή, για τη σύναψη της οποίας απαιτείται έγγραφο ως συστατικός τύπος, η εκμισθώτρια εταιρεία υποχρεώνεται να παραχωρεί έναντι μισθώματος τη χρήση πράγματος κινητού ή ακινήτου (μετά την τροποποίηση με το Ν. 2367/1995) ή και των δύο μαζί, που προορίζεται αποκλειστικά για επαγγελματική χρήση του αντισυμβαλλομένου, παρέχοντας συγχρόνως στον τελευταίο το δικαίωμα είτε να αγοράσει το πράγμα είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο (άρθρο 1 εδ.α`).

Με τη χρηματοδοτική μίσθωση ο ενδιαφερόμενος έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει την χρήση αγαθών έναντι μισθώματος, το οποίο θα πορίζεται από τα κέρδη που θα του αποφέρει η χρησιμοποίηση των αγαθών. Η εν λόγω σύμβαση βασίζεται στη διαπίστωση ότι για τον επενδυτή επιχειρηματία ή επαγγελματία δεν έχει σημασία τόσο η κυριότητα του αντικειμένου, όσο η δυνατότητα ακώλυτης χρήσης αυτού, που εξασφαλίζεται στον μισθωτή με το σύνολο των όρων της μίσθωσης.

Η χρηματοδοτική μίσθωση λήγει, μεταξύ άλλων, με την καταγγελία της σύμβασης πριν από τη λήξη της (βλ. και άρθρο 3 & 2), αν ο μισθωτής αθετήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, κυρίως αν περιέλθει σε υπερημερία ως προς την πληρωμή του μισθώματος. Με την καταγγελία λύεται η χρηματοδοτική μίσθωση και ο εκμισθωτής δικαιούται να αναζητήσει το πράγμα από τον μισθωτή, είτε με διεκδικητική αγωγή (άρθρο 1094 ΑΚ), είτε με την αγωγή αποβολής από τη νομή κατ` άρθρα 984, 987 και 998 ΑΚ (αντιποίηση της νομής) ή την αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων κατ` άρθρα 733 - 734 ΚΠολΔ.

Μπορεί στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης να τεθεί όρος ότι σε περίπτωση υπερημερίας ως προς την πληρωμή του μισθώματος γίνονται απαιτητές όλες οι υπόλοιπες δόσεις του μισθώματος μέχρι το τέλος της συμφωνημένης διάρκειας της μίσθωσης (ΑΠ 940/2020, ΑΠ 1320/2018, ΑΠ 1597/2017). [3] Τύπος χρηματοδοτικής μίσθωσης, κατ' εξοχήν εφαρμοζόμενος στα ακίνητα, είναι η "αντίστροφη χρηματοδοτική μίσθωση", γνωστός με τον όρο "sale and lease back".

Με τη μορφή αυτή, επιτυγχάνεται η ρευστοποίηση ενός περιουσιακού αγαθού της επιχείρησης και, έτσι, αποκτά κεφάλαια κίνησης, τα οποία της είναι αναγκαία για την ενίσχυση ή και διεύρυνση της οικονομικής δραστηριότητάς της, και, συγχρόνως, δεν στερείται τη χρήση και απόλαυση το αγαθού. Η σύμβαση αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι σύνθετη (μικτή) σύμβαση, με στοιχεία α) σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, με την οποία ο μισθωτής πωλεί και μεταβιβάζει την πλήρη κυριότητα και νομή του πράγματος στην εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης και αυτή του καταβάλει ως τίμημα το συμφωνηθέν ποσό, έτσι, ώστε ο μισθωτής να εισπράξει το τίμημα ως μορφή χρηματοδότησης και η εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης όχι μόνο να του εκμισθώσει το πράγμα, για να εισπράξει μέσω των μισθωμάτων το κεφάλαιο, τους τόκους και τα έξοδά της, αλλά και να αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος ως μέσο εξασφάλισης των απαιτήσεών της για την επιστροφή του ποσού της χρηματοδότησης, β) σύμβασης μίσθωσης, παραλλαγμένης σε σημεία από τον τύπο της μίσθωσης του άρθρου 574 ΑΚ, με την οποία η εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκμισθώσει ορισμένο πράγμα που απέκτησε από τον μισθωτή, και γ) συμφώνου προαίρεσης, με το οποίο παρέχεται στον μισθωτή το δικαίωμα με μονομερή δήλωσή του είτε να αγοράσει το πράγμα είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.

Έτσι, στη μορφή αυτή του leasing, η χρηματοδότηση δεν γίνεται για την απόκτηση του πράγματος, αλλά μέσα από το ίδιο το πράγμα, ως εκ των υστέρων χρηματοδότηση (a posteriori), με ρευστοποίηση μιας ήδη πραγματοποιημένης επένδυσης, όπου η συναλλαγή διενεργείται χωρίς καμία παρεμβολή τρίτου προμηθευτή του πράγματος, ανάμεσα μόνο στην εταιρεία leasing και τον πελάτη της, τον οποίο εκείνη χρηματοδοτεί.

Υφίσταται ομοιότητα του θεσμού της χρηματοδοτικής μίσθωσης και της καταπιστευτικής μεταβίβασης της κυριότητας με σκοπό την εξασφάλιση απαίτησης (της fiducia cum creditore contracta του ρωμαϊκού δικαίου), αφού υπάρχει το κοινό χαρακτηριστικό της περιέλευσης στον δανειστή της κυριότητας πράγματος, με την οποία εξασφαλίζεται η απαίτησή του, ενώ ο μισθωτής διατηρεί την κατοχή του πράγματος βάσει της συμφωνούμενης έννομης σχέσης της μίσθωσης.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υπάρχει αληθινή βούληση και από τα δύο μέρη για σύναψη της εξασφαλιστικής δικαιοπραξίας, ώστε να μην μπορεί να γίνει λόγος για χαρακτηρισμό της ως εικονικής. Η απόκτηση της κυριότητας, με πώλησή του από τον μισθωτή, και η εκμίσθωση του πράγματος συνδέονται μεταξύ τους άρρηκτα, τόσο χρονικά όσο και τελολογικά, υπό την έννοια ότι η πρώτη γίνεται για να επακολουθήσει η δεύτερη.

Η εταιρεία leasing αποκτά το πράγμα με τον όρο ότι ο μέχρι τότε ιδιοκτήτης του θα μπορεί να το κατέχει και να το εκμεταλλεύεται, τούτο δε επιτυγχάνεται μέσω της συνακόλουθης (συνήθως άμεσης) εκμίσθωσής του σ' αυτόν, στην πράξη δε οι συμβάσεις πώλησης και μεταβίβασης και χρηματοδοτικής μίσθωσης καταρτίζονται ταυτόχρονα με δύο διαφορετικά συμβόλαια, τα οποία μεταγράφονται με τέτοια σειρά, έτσι ώστε η εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης πρώτα να αποκτήσει την κυριότητα και νομή του πράγματος και να καταβάλει το τίμημα και, στη συνέχεια, να εκμισθώσει το πράγμα έναντι ορισμένου μισθώματος.

Η συγκεκριμένη μορφή χρηματοδοτικής μίσθωσης ενέχει και κίνδυνο για τον μεταβιβάζοντα (μισθωτή), διότι θέτει εκποδών, απολύτως μάλιστα νομότυπα, τον κανόνα της απαγόρευσης συνομολόγησης του "καταπιστευτέου όρου" (lex commissoria). Τούτο σημαίνει, ότι ο άλλοτε κύριος και μετέπειτα μισθωτής του κινητού ή ακινήτου πράγματος, ακόμη και για μικρή καθυστέρηση καταβολής των οφειλομένων μισθωμάτων, μπορεί ύστερα από καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης για το λόγο αυτό, να απωλέσει το πράγμα με τη διενέργεια άμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης για την απόδοσή του. [4] Στο άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1665/1986, όπως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι "1.

Α. Συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης μπορούν να συνάπτουν ως εκμισθωτές μόνο: (α) οι ανώνυμες εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης, οι οποίες συνιστώνται με σκοπό τη διενέργεια εργασιών του άρθρου 1 του νόμου αυτού, (β) τα πιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια της περίπτωσης α` του στοιχείου 1 του άρθρου 2 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α`), όπως ισχύει, τα οποία έχουν συσταθεί και λειτουργούν στην Ελλάδα, (γ) τα πιστωτικά ιδρύματα, κατά την παραπάνω έννοια, τα οποία εδρεύουν σε κράτος - μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.) και εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος ή παρέχουν στην Ελλάδα διασυνοριακώς υπηρεσίες κατά την έννοια των άρθρων 11 και 13 του ν. 2076/1992, καθώς και πιστωτικά ιδρύματα, κατά την παραπάνω έννοια, που εδρεύουν σε τρίτο κράτος και εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, (δ) τα χρηματοδοτικά ιδρύματα κατά την έννοια του στοιχείου 6 του άρθρου 2 του ν. 2076/1992, τα οποία εδρεύουν σε κράτος - μέλος του Ε.Ο.Χ.

και εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος ή παρέχουν στην Ελλάδα διασυνοριακώς υπηρεσίες, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 2076/1992, (ε) τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, τα οποία εδρεύουν στην αλλοδαπή και εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος και δεν εμπίπτουν στην περίπτωση (δ) του παρόντος εδαφίου.

Β. Απαιτείται ειδική άδεια λειτουργίας της Τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύεται στο οικείο τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως: (α) για τη σύσταση και λειτουργία στην Ελλάδα ανωνύμων εταιρειών χρηματοδοτικής μίσθωσης, (β) για τη μετατροπή υφιστάμενης ανώνυμης εταιρείας σε ανώνυμη εταιρεία με σκοπό τη σύναψη συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης και (γ) για την εγκατάσταση και λειτουργία στην Ελλάδα υποκαταστημάτων αλλοδαπών χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, της περίπτωσης (ε) του εδαφίου Α της παραγράφου αυτής, προκειμένου να ασκήσουν στην Ελλάδα τη δραστηριότητα της χρηματοδοτικής μίσθωσης".

Στο παραπάνω άρθρο 14 του ν. 2076/1992, κατά τον κρίσιμο χρόνο, αντιστοιχεί το παρακάτω άρθρο 18 του ν. 3601/2007. [5] Στο άρθρο 15 του, ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύναψης της επίδικης σύμβασης (1-12-2009), Ν. 3601/2007, ο οποίος ενσωμάτωσε στο εσωτερικό δίκαιο την Οδηγία 2006/48/ΕΚ "Σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας από τα πιστωτικά ιδρύματα" (L 177/30.6.2006), ορίζονται τα εξής: "1.

Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει στην Ελλάδα και επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες για πρώτη φορά σε άλλο κράτος-μέλος χωρίς να εγκατασταθεί σε αυτό, γνωστοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος εκείνες από τις δραστηριότητες, που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, τις οποίες προτίθεται να ασκήσει. 2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους υποδοχής τη γνωστοποίηση της προηγούμενης παραγράφου μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από την παραλαβή της. 3. Για την παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα από πιστωτικό ίδρυμα άλλου κράτους - μέλους για πρώτη φορά πρέπει προηγουμένως να έχει κοινοποιηθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής του πιστωτικού ιδρύματος η αντίστοιχη γνωστοποίηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου".

Το κείμενο του άρθρου 28 της ανωτέρω Οδηγίας, το οποίο αποδόθηκε με το προαναφερόμενο άρθρο 15 παρ. 3 του εθνικού νόμου 3601/2007, έχει ως εξής: "1. Κάθε πιστωτικό ίδρυμα το οποίο επιθυμεί να ασκήσει, για πρώτη φορά, τις δραστηριότητές του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, στα πλαίσια της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εκείνες από τις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Παραρτήματος Ι, τις οποίες σκοπεύει να ασκήσει. 2.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής τη γνωστοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την παραλαβή της". Η διατύπωση του ελληνικού νόμου στην παραπάνω παρ. 1 με τη χρήση των λέξεων "πρέπει προηγουμένως", επειδή δημιουργεί εντύπωση απαραίτητης προϋπόθεσης για την παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών στο κράτος υποδοχής πρέπει να ερμηνευτεί κατά τρόπο σύμφωνο με την Οδηγία, την αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου, αλλά και την αρχή της σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, και να εκτιμάται ότι η απαιτούμενη γνωστοποίηση έχει δηλωτικό χαρακτήρα του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και όχι συστατικό του ως άνω δικαιώματος.

Το άρθρο 18 του ίδιου νόμου (ήδη άρθρο 41 του ν. 4261/2014), που έχει ενσωματώσει τη με αριθμ. 2013/36/ΕΕ Οδηγία ορίζει ότι: "1. Χρηματοδοτικό ίδρυμα, που εδρεύει σε άλλο κράτος - μέλος και είναι θυγατρική ενός ή περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων, επιτρέπεται να ασκεί στην Ελλάδα οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες του καταλόγου των στοιχείων β` έως ιβ` της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, είτε μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος στην Ελλάδα είτε με τη μορφή παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 13 και της παραγράφου 3 του άρθρου 15 και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 16, 21 παρ. 2, 22, 25 παρ. 2 και 65 του παρόντος νόμου, εφόσον το καταστατικό του επιτρέπει την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών και επιπλέον πληρούνται σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) Η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα στο κράτος - μέλος στο οποίο εδρεύει το χρηματοδοτικό ίδρυμα. β) Οι ανωτέρω δραστηριότητες ασκούνται ήδη από το χρηματοδοτικό ίδρυμα στο εν λόγω κράτος - μέλος. γ) Η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις κατέχουν τουλάχιστον το 90% των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από την κατοχή μετοχών ή μεριδίων του χρηματοδοτικού ιδρύματος.

δ) Η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις, μετά από προηγούμενη συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών του κράτους - μέλους καταγωγής, δηλώνουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ότι ευθύνονται εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το χρηματοδοτικό ίδρυμα. ε) Το χρηματοδοτικό ίδρυμα υπάγεται, ιδίως ως προς τις δραστηριότητες του παρόντος άρθρου, στο καθεστώς εποπτείας σε ενοποιημένη βάση στο οποίο υπόκειται η μητρική του επιχείρηση ή καθεμία από τις μητρικές επιχειρήσεις, με βάση τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους - μέλους καταγωγής, ιδίως σε σχέση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και με τον περιορισμό των ειδικών συμμετοχών σε επιχειρήσεις, κατά τα προβλεπόμενα από την κοινοτική νομοθεσία. 2.

α) Η εκπλήρωση των προϋποθέσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να επαληθεύεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής, οι οποίες χορηγούν στο χρηματοδοτικό ίδρυμα σχετικό πιστοποιητικό που πρέπει να επισυνάπτεται στις γνωστοποιήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές ενημερώνουν επίσης την Τράπεζα της Ελλάδος, με βάση τη διαδικασία του άρθρου 13 και της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου, για την παύση της ισχύος οποιασδήποτε από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για το ύψος των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων του χρηματοδοτικού ιδρύματος και των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων του πιστωτικού ιδρύματος που είναι μητρική ή των πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι μητρικές του επιχειρήσεις.

β) Στην περίπτωση που παύει να ισχύει οποιαδήποτε από τις ανωτέρω προϋποθέσεις, η δυνατότητα και οι όροι υπό τους οποίους το χρηματοδοτικό ίδρυμα θα συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητες του καθορίζονται σύμφωνα με την ισχύουσα στην Ελλάδα νομοθεσία. 3. Οι διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και στις θυγατρικές επιχειρήσεις ενός χρηματοδοτικού ιδρύματος, εφόσον αυτές οι θυγατρικές είναι επίσης χρηματοδοτικά ιδρύματα".

Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, στο άρθρο 2 του ιδίου ως άνω ν., όπως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο, με τον τίτλο "ορισμοί" ορίζεται, μεταξύ άλλων "... παρ. 11. Χρηματοδοτικό ίδρυμα: Επιχείρηση η οποία δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα και της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μιας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα υπό στοιχεία β`-ιβ`, της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου...

παρ. 14. Μητρική επιχείρηση: Η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια των διατάξεων του εδαφίου α` της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. παρ. 15. Θυγατρική επιχείρηση: Η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια των διατάξεων του εδαφίου α` της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει (στο οποίο ορίζεται ότι ).

Κάθε θυγατρική επιχείρηση άλλης θυγατρικής θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών, ενώ στο άρθρο 42ε παρ. 5 εδ α του κ.ν. 2190/1920 ορίζεται ότι : Σχέση μητρικής επιχείρησης προς θυγατρική υπάρχει όταν μία επιχείρηση (μητρική): α.α. ή έχει την πλειοψηφία του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας άλλης (θυγατρικής) επιχείρησης, έστω και αν η πλειοψηφία αυτή σχηματίζεται ύστερα από συνυπολογισμό των τίτλων και δικαιωμάτων που κατέχονται από τρίτους για λογαριασμό της μητρικής επιχείρησης.

β.β. ή ελέγχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου μιας άλλης (θυγατρικής) επιχείρησης ύστερα από συμφωνία με άλλους μετόχους ή εταίρους της επιχείρησης αυτής, γ.γ. ή συμμετέχει στο κεφάλαιο μιας άλλης επιχείρησης και έχει το δικαίωμα είτε άμεσα είτε μέσω τρίτων να διορίζει ή να παύει την πλειοψηφία των μελών των οργάνων διοίκησης της επιχείρησης αυτής (θυγατρικής). "δδ) - ή έχει την εξουσία να ασκεί ή πράγματι ασκεί κυριαρχική επιρροή ή έλεγχο σε άλλη επιχείρηση (θυγατρική επιχείρηση), - ή, με άλλη επιχείρηση (θυγατρική επιχείρηση), υπάγονται στην ενιαία διεύθυνση της μητρικής επιχείρησης". [6] Με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 3601/2007 ορίζεται ότι χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε τρίτη χώρα ή σε άλλο κράτος- μέλος, αλλά δεν εμπίπτουν στο Πεδίο εφαρμογής του άρθρου 18 του παρόντος νόμου, επιτρέπεται να παρέχουν στην Ελλάδα τις υπηρεσίες των στοιχείων β` έως στ` και θ` της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος ή χωρίς εγκατάσταση μετά από άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι χρηματοδοτικές εταιρίες αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα, σύμφωνα με την έννοια της με αριθμ. 2006/48/ΕΚ Οδηγία, που ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο, και ήδη της με αριθμ. 2013/36/ΕΕ Οδηγίας, που ενσωματώθηκε με τον ισχύοντα ν. 4261/2014. Η χρηματοδοτική μίσθωση εμπίπτει στην έννοια των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων, ήτοι παροχή υπηρεσίας, διότι συνιστά οικονομική παροχή έναντι αμοιβής, και η άσκησή της ρυθμίζεται από τα άρθρα 49 και 56 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

Η ελεύθερη κυκλοφορία των συντελεστών της παραγωγής (εμπορευμάτων, φυσικών και νομικών προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων) αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ενιαίας αγοράς, και οι ενωσιακές οδηγίες που έχουν θεσπιστεί στον τραπεζικό τομέα προβλέπουν τις προϋποθέσεις και τις διατυπώσεις που απαιτούνται για την άσκηση δραστηριοτήτων από πιστωτικά ιδρύματα σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο που έχουν λάβει άδεια και το ίδιο ισχύει και για τις χρηματοδοτικές εταιρίες τους (άρθρ. 24 της Οδηγίας 2006/48 ήδη άρθρο 34 Οδηγίας 2013/36).

Εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης που είναι θυγατρικές ενωσιακών πιστωτικών ιδρυμάτων και πληρούν σωρευτικά τις προϋποθέσεις του παραπάνω 18 παρ. 1 α έως και ε, η εκπλήρωση των οποίων πρέπει, σύμφωνα με την παρ. 2 (α) του ιδίου ως άνω άρθρου, να επαληθεύεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής, και χορηγούν στο χρηματοδοτικό ίδρυμα σχετικό πιστοποιητικό, που πρέπει να επισυνάπτεται στις γνωστοποιήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, δεν χρειάζονται άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος για την εγκατάσταση υποκαταστήματος ή την παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα (άνευ υποκαταστήματος).

Έτσι, το ενωσιακό χρηματοδοτικό ίδρυμα, που είναι θυγατρική εταιρία ενός ενωσιακού πιστωτικού ιδρύματος, που έχει συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους και δικαιούται να ασκεί δραστηριότητες leasing σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους - μέλους όπου βρίσκεται η καταστατική του έδρα, από το οποίο και διέπεται, μπορεί να ασκεί τις δραστηριότητές του στα υπόλοιπα κράτη -μέλη είτε μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

Για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών προβλέπονται οι αναφερόμενες στο άρθρο 18 παρ. 1 α-ε ουσιαστικές προϋποθέσεις, και η τήρηση ορισμένης διαδικασίας που προβλέπεται στα άρθρα 13 και της παραγράφου 3 του άρθρου 15 και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 16, 21 παρ. 2, 22, 25 παρ. 2 και 65 του ν. 3601/2007, κατά την οποία απαιτείται η, από το χρηματοδοτικό ίδρυμα, υποβολή γνωστοποίησης (και όχι αίτησης) στις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής, οι οποίες στη συνέχεια κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους υποδοχής, μαζί με το επισυναπτόμενο πιστοποιητικό επαλήθευσης ότι συντρέχουν οι παραπάνω ουσιαστικές (α - ε) προϋποθέσεις ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων την ύπαρξη της εγγυητικής δήλωσης προς την ΤτΕ του μητρικού πιστωτικού ιδρύματος για την εις ολόκληρον ευθύνη αυτής.

Το παραπάνω ενωσιακό χρηματοδοτικό ίδρυμα συνεχίζει να υπόκειται στην εποπτεία των αρχών του κράτους προέλευσης, ακόμη και κατά την άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (άρθρ. 40 παρ. 1 της Οδηγίας 2006/36) με τους ενωσιακούς κανόνες. Η ανωτέρω διαδικασία γνωστοποίησης στην αρμόδια αρχή της χώρας καταγωγής και κοινοποίησης της γνωστοποίησης με το επισυναπτόμενο πιστοποιητικό της αρχής για τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 18 παρ. 1 α-ε δεν είναι συστατική του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών αλλά έχει μόνο το χαρακτήρα ενημέρωσης, ήτοι δηλωτικό χαρακτήρα της παροχής διασυνοριακώς υπηρεσιών χρηματοδοτικής υπηρεσίας από το παραπάνω χρηματοδοτικό ίδρυμα, ενώ το δικαίωμα παροχής της υπηρεσίας απονέμεται απευθείας από την ΣΛΕΕ, υπό την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και εξειδικεύεται, περαιτέρω, με την ανωτέρω οδηγία.

Τυχόν παράλειψη του χρηματοδοτικού ιδρύματος να προβεί στην γνωστοποίηση της δραστηριότητας προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής και η συνακόλουθη έλλειψη της αντίστοιχης κοινοποίησης της γνωστοποίησης στο κράτος - μέλος υποδοχής, μετά του επισυναπτόμενου πιστοποιητικού επαλήθευσης των προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων και η δήλωση του μητρικού πιστωτικού ιδρύματος δεν επιδρά επί της δικαιοπρακτικής ικανότητας του χρηματοδοτικού ιδρύματος να συνάπτει συμβάσεις αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης στην Ελλάδα.

Η παραπάνω διάταξη του άρθρου 15 παρ. 3, η οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από την, όμοιου περιεχομένου, διάταξη του άρθρου 38 παρ. 3 του ν. 4261/2014, με την οποία φέρεται να απαιτείται να έχει προηγουμένως κοινοποιηθεί στην Τράπεζα Ελλάδος από τις αρμόδιες αρχές του κράτους προέλευσης η αντίστοιχη γνωστοποίηση έρχεται σε αντίθεση με το γράμμα και το πνεύμα της Οδηγίας 2006/48 (αλλά και της μεταγενέστερης Οδηγίας 2013/36 η οποία την αντικατέστησε), όπου χρησιμοποιείται η έκφραση "γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εκείνες από τις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Παραρτήματος Ι, τις οποίες σκοπεύει να ασκήσει", ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο με την Οδηγία, με βάση την αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου, αλλά και την αρχή της σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, και εκτιμάται, ως ανωτέρω, ότι η απαιτούμενη γνωστοποίηση έχει δηλωτικό χαρακτήρα του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

Στις διατάξεις της Οδηγίας 2006/48 (άρθρα 30 επόμ.), θεσπίζεται η δυνατότητα του κράτους υποδοχής να καλέσει το πιστωτικό ίδρυμα ή το θυγατρικό του χρηματοδοτικό ίδρυμα να παύσει την αντικανονική του συμπεριφορά και, αν αυτό δεν το πράξει, να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής, οι οποίες οφείλουν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα εξαναγκασμού προς συμμόρφωση και με τα άρθρα 31 και 34 της οδηγίας 2006/48 προβλέπεται ευχέρεια του κράτους υποδοχής να λαμβάνει κατά παρέκκλιση μέτρα για την πρόληψη ή καταστολή παραβάσεων ή για λόγους γενικού ενδιαφέροντος.

Μόνο εάν παρά τα ληφθέντα μέτρα το πιστωτικό ίδρυμα συνεχίζει τις παραβιάσεις, ή εάν παραλειφθεί η λήψη μέτρων, η αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής λαμβάνει η ίδια τα ενδεικνυόμενα μέτρα, τα οποία μπορούν να συνίστανται και σε απαγόρευση της περαιτέρω παροχής υπηρεσιών στο έδαφος του κράτους υποδοχής.

Τα αυτά, προβλέπονται και από τη διάταξη του άρθρου 65 του ν. 3601/2007 στο τελευταίο εδάφιο του οποίου προβλέπεται η δυνατότητα της Τράπεζας της Ελλάδος, εφόσον κριθεί αναγκαίο, να απαγορεύσει στο πιστωτικό ίδρυμα να διενεργεί "νέες" πράξεις στην Ελλάδα, χωρίς πάντως να προβλέπεται ανατροπή ή τρώση του κύρους των διενεργηθεισών ("παλαιών") πράξεων.

Πρόκειται δηλαδή για διοικητικές κυρώσεις ή διοικητικά μέτρα που προβλέπονται από το ενωσιακό δίκαιο. Και η οδηγία 2013/36, στα άρθρα 64 - 72 προβλέπει διοικητικά μέτρα και κυρώσεις σε ένα πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα καταρχήν από την αρμόδια αρχή του κράτους καταγωγής, που έχει χορηγήσει την άδεια λειτουργίας και ασκεί εποπτεία επ' αυτού.

Από τις ανωτέρω Οδηγίες και τον εθνικό νομοθέτη που ενσωμάτωσε αυτές, για την περίπτωση της με οποιοδήποτε τρόπο παράτυπης άσκησης δραστηριότητας, προβλέφθηκαν μόνο διοικητικές κυρώσεις και όχι επιβολή αστικών κυρώσεων. [7] Kατά το άρθρο 174 ΑΚ "Δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη".

Η τελευταία διάταξη, για την κατάγνωση της ακυρότητας, τάσσει δύο προϋποθέσεις: 1) ότι η διάταξη είναι "απαγορευτικά" διατυπωμένη ή, ακόμη, και επιτακτικά, αν στη δεύτερη περίπτωση η απαγόρευση υπαγορεύθηκε από λόγους γενικότερου συμφέροντος και 2) ότι δεν συνάγεται κάτι άλλο από τη διάταξη. Ιδίως λαμβάνεται υπόψη ο προστατευτικός σκοπός της απαγορευτικής διάταξης και επί οικονομικών κανόνων η επίδραση της παράβασής τους στην οικονομική τάξη της Χώρας και δεν ασκεί αποφασιστική επιρροή επί του κύρους της δικαιοπραξίας η τυχόν ενυπάρχουσα διοικητική παράβαση (ΑΠ 1378/2012, ΑΠ 1761/2009).

Αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου μία δικαιοπραξία όχι μόνο όταν έρχεται σε αντίθεση με αυτόν ευθέως, αλλά και όταν επιδιώκεται με αυτήν αποτέλεσμα που αποδοκιμάζεται από το νόμο (ΑΠ 596/2022, ΑΠ 580/2022). Η ακυρότητα της δικαιοπραξίας, που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, χωρεί όταν δεν συνάγεται, ρητά ή σιωπηρά, άλλη (διαφορετική) συνέπεια για την παράβαση όπως αποζημίωση ή ποινή (ΑΠ 377/1974), διότι ενδεχομένως η απαγόρευση έχει άλλο στόχο (ΑΠ 580/2022).

Αν σκοπός της διάταξης είναι να αποφευχθεί το αποτέλεσμα που επέρχεται με την εκπλήρωση της δικαιοπραξίας, η τελευταία είναι άκυρη και, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 180 ΑΚ, θεωρείται σαν να μην έγινε (ΑΠ 580/2022, ΑΠ 1929/2009). [8] Οι διατάξεις του άρθρο 2 παρ. 1 Α δ του ν. 1665/1986, των άρθρων 15 παρ. 3, 18 παρ. 2α και 20 παρ. 1 του ν. 3601/2007, και μεταγενέστερα του άρθρου 38 παρ. 3, 41 παρ. 2α και 43 παρ. 1 του ν. 4261/2014, αλλά και εν γένει οι διατάξεις του εθνικού δικαίου, που ενσωμάτωσε τις Οδηγίες 2006/48/ΕΚ και μεταγενέστερα 2013/36/ΕΕ και αυτές οι Οδηγίες αποτελούν κανόνες συστηματικά εντασσόμενους στο δίκαιο της τραπεζικής εποπτείας και φέρουν χαρακτήρα δημοσίου δικαίου, διότι αποσκοπούν στη διευκόλυνση της άσκησης εποπτείας από την εποπτική αρχή της Τράπεζας της Ελλάδος, αφορούν στις εξωτερικές περιστάσεις της δικαιοπραξίας και όχι στο ρυθμιστικό περιεχόμενο αυτής, για την παράβαση των οποίων προβλέπεται μόνο η επιβολή διοικητικών και ποινικών κυρώσεων και όχι αστικής φύσης κυρώσεις, ενώ τα συμφέροντα του αντισυμβαλλόμενου δικαιοπραξίας προστατεύονται με τις διατάξεις του ΑΚ, όπως άρθρ. 140 επ., 147 επ. 914 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι αντίστοιχες προϋποθέσεις.

Ενόψει των προαναφερθέντων κρίνεται ότι η, από το παραπάνω ενωσιακό χρηματοδοτικό ίδρυμα, θυγατρικό ενωσιακού πιστωτικού ιδρύματος, κατά παράβαση του άρθρου 2 παρ. 1 Α στοιχείο δ του ν. 1665/1968 και των άρθρων 15 παρ. 3, 18 παρ. 2α και 20 παρ. 1 του ν. 3601/2007, παράλειψη του ενωσιακού χρηματοδοτικού ιδρύματος να προβεί στην αναγγελία, προς τις αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής του, ότι προτίθεται να ασκήσει στην Ελλάδα δραστηριότητα χρηματοδοτικής μίσθωσης, και, συνεπώς, και η συνακόλουθη μη κοινοποίηση από την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής της γνωστοποίησης, με επισυναπτόμενο πιστοποιητικό αυτής περί επαλήθευσης συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων, που τάσσονται στο άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 3601/2007, μεταξύ των οποίων και η δήλωση του μητρικού πιστωτικού ιδρύματος της εις ολόκληρον ενοχής του, δεν έχει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα (απόλυτη ή σχετική υπέρ του μισθωτή) της καταρτισθείσας, στην ημεδαπή, αντίστροφης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης. [9] Με τις διατάξεις του άρθρου 5 της ΣυνθΛΕΕ ορίζεται ότι οι Συνθήκες απονέμουν στην Ένωση συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα κράτη μέλη σε συγκεκριμένο τομέα, η Ένωση και τα κράτη μέλη δύνανται να νομοθετούν και να εκδίδουν νομικά δεσμευτικές πράξεις στον τομέα αυτό.

Τα κράτη μέλη ασκούν τις αρμοδιότητές τους κατά το μέτρο που η Ένωση δεν έχει ασκήσει τη δική της. Τα κράτη μέλη ασκούν εκ νέου τις αρμοδιότητές τους, κατά το μέτρο που η Ένωση αποφάσισε να παύσει να ασκεί τη δίκη της (παρ. 2). Τα κράτη μέλη συντονίζουν τις οικονομικές τους πολιτικές και τις πολιτικές τους στον τομέα της απασχόλησης σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της παρούσας Συνθήκης, για τον καθορισμό των οποίων αρμόδια είναι η Ένωση (παρ. 3).

Με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 της ΣυνθΛΕΕ ορίζεται ότι η Ένωση μπορεί να λαμβάνει πρωτοβουλίες για να διασφαλίζει τον συντονισμό των κοινωνικών πολιτικών των κρατών μελών. Με τις διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 2 της ΣυνθΛΕΕ η ελευθέρωση των τραπεζικών υπηρεσιών που συνδέεται με κινήσεις κεφαλαίων πρέπει να πραγματοποιηθεί σε αρμονία με την ελευθέρωση της κυκλοφορίας των κεφαλαίων. [10] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται στην περίπτωση, που το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέστηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1736/2022, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 928/2019). [11] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2023, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός, ο ως άνω, αναιρετικός λόγος απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που παραβιάστηκε και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο κατά την άποψη του αναιρεσείοντος υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή στην έννομη συνέπεια που εσφαλμένα διαγνώστηκε ή δεν διαγνώστηκε (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 772/2023), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων (ΑΠ 531/2023, ΑΠ 2078/2022).

Για να θεμελιωθεί ο λόγος πρέπει ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε να συγκροτεί τη μείζονα πρόταση του τελικού δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 831/2021, ΑΠ 577/2011, ΑΠ 1330/2001). Αν αναφέρεται ιστορικώς ή διηγηματικώς ή σε αιτιολογία πλεοναστική ή αν χρησιμοποιείται προς επίρρωση της ουσιαστικής επιχειρηματολογίας του δικαστηρίου, λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, έστω και αν η ερμηνεία που του δίνεται είναι εσφαλμένη (ΑΠ 1642/2003, ΑΠ 1330/2001). [12] Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 1036/2023).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) την συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 582/2023, ΑΠ 982/2022) και αν προβάλλεται αντίφαση αιτιολογιών, ποιες είναι αυτές, γιατί αντιφάσκουν και σε ποια μέρη της απόφασης εντοπίζονται (ΑΠ 1447/2021, ΑΠ 532/2021).

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1147/2023, ΑΠ 1447/2021, ΑΠ 1249/2020).

IV. [1] Στην προκείμενη, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος, προκύπτουν τα εξής : Η αναιρεσείουσα, με την από 03-04-2017 αγωγή της, αφού εξέθετε ότι η καταρτισθείσα, στην ημεδαπή, με την εναγομένη - αναιρεσίβλητη, ως ενωσιακό χρηματοδοτικό ίδρυμα, που ασκεί δραστηριότητα, κατά το ...

δίκαιο και το καταστατικό του, στην ..., σύμβαση αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, α) πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη, με το με αριθμό ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Χ. - Ν., που μεταγράφηκε νόμιμα, των αναφερόμενων ακινήτων με το επ' αυτού ξενοδοχείο, αντί τιμήματος 13.000.000 ευρώ, και β) εκμίσθωσης των ακινήτων αυτών με το επ' αυτού ξενοδοχείο και υπό ανέγερση ξενοδοχείο, από την αναιρεσίβλητη προς την αναιρεσείουσα, με το με αριθμό ...

συμβόλαιο χρηματοδοτικής μίσθωσης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, είναι απολύτως άκυρη, επικαλούμενη ότι η αναιρεσίβλητη, κατά το χρόνο κατάρτισης της ανωτέρω ενιαίας σύμβασης, δεν είχε την ειδική δικαιοπρακτική ικανότητα για κατάρτιση αυτών, επειδή δεν τήρησε τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ. 1 Α (και ιδίως δ) και, ειδικότερα, τις διατυπώσεις παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών χρηματοδοτικής μίσθωσης χωρίς εγκατάσταση, γεγονός που αποδεικνύεται από το μη εντοπισμό της στον Πίνακα 3 της ΤτΕ με τον τίτλο "Πίνακας Χρηματοδοτικών Ιδρυμάτων, κατά Χώρα Προέλευσης (Έδρα), που Γνωστοποίησαν Πρόθεση για Παροχή Υπηρεσιών Χωρίς Εγκατάσταση", στον οποίο περιλαμβάνονται όλα τα ενωσιακά χρηματοδοτικά ιδρύματα που έχουν γνωστοποιήσει την παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών στην Ελλάδα χωρίς εγκατάσταση, ζήτησε :

να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα - ενάγουσα είναι κυρία των περιγραφόμενων ακινήτων και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της αποδώσει αυτά, λόγω ακυρότητας της ενιαίας αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, άλλως, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι πρόκειται για δύο αυτοτελείς συμβάσεις, τα μέρη δεν θα είχαν επιχειρήσει τη μεταβίβαση της κυριότητας χωρίς το άκυρο μέρος της σύμβασης μίσθωσης άλλως λόγω ακυρότητας, εξαιτίας έλλειψης νόμιμης αιτίας, επειδή η μεταβιβαστική της κυριότητας σύμβαση μεταπίπτει σε απλώς καταπιστευτική δικαιοπραξία, που δεν αναγνωρίζεται ως νόμιμη αιτία.

Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 214/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού κρίθηκε ότι η σύμβαση αντίστροφης σύμβασης είναι απολύτως άκυρη και έγινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη, η υποβληθείσα, από την αναιρεσίβλητη - εναγόμενη, ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Επί των συνεκδικασθέντων εφέσεων της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης - εκκαλούσας - εναγόμενης, και απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με το αιτιολογικό ότι η σύμβαση αντίστροφης μισθοδοτικής μίσθωσης είναι έγκυρη, και, κατόπιν τούτου, απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας, ως άνευ αντικειμένου. [2] Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, είναι ανώνυμη εταιρεία με έδρα το ...

Αττικής, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα του τουρισμού και συγκεκριμένα μεταξύ άλλων στα αντικείμενα της επιχειρηματικής της δραστηριότητας περιλαμβάνεται η εκμετάλλευση ιδιοκτησίας της με την επωνυμία "..." που βρίσκεται στην .... Από την άλλη πλευρά η εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από το καταστατικό της, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με αντικείμενο τις χρηματοδοτικές μισθώσεις με έδρα τη ...

της ... αποτελεί δε θυγατρική εταιρεία της εταιρείας χρηματοδοτικής μίσθωσης με την επωνυμία "..." κατά ποσοστό 99,40 %, θυγατρική εταιρεία της "...", εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη ... και εταιρικό σκοπό τις χρηματοδοτικές μισθώσεις. Η τελευταία, αποτελεί θυγατρική επιχείρηση του ... πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "...", η οποία κατέχει το 99,98% της "..." (...).

Κατά συνέπεια, η εναγομένη είναι εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης, αποτελούσα θυγατρική επιχείρηση ενωσιακού πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος που εδρεύει και αυτή, ασκεί δε δραστηριότητα που περιγράφεται στο στοιχείο [γ] του καταλόγου των δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων που διενεργούνται υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 3601/2007).

Η ενάγουσα, είχε στην κυριότητά της ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα υπό το διακριτικό τίτλο "...", με συνολική δομημένη επιφάνεια 13.818,68 τ.μ., που έχει ανεγερθεί επί περισσότερων ιδιοκτησιών που λειτουργικά αποτελούν ένα ευρύτερο ακίνητο, συνολικής έκτασης 37.850 τετραγωνικών μέτρων, αποτελούμενο από τα εξής επιμέρους ακίνητο, κείμενα στις θέσεις "..." (1° έως και 8° από τα ακίνητα) και "..." (9° έως και 13°) της κτηματικής περιφέρειας ...: 1) έναν αγρό έκτασης 2.800 τ.μ.

με κτηματολογικά στοιχεία ..., 2) Τα 4/5 ιδανικών μεριδίων εξ' αδιαιρέτου, [ήτοι τα 1.090,45 τετραγωνικά μέτρα εξ' αδιαιρέτου] ενός αγρού έκτασης 1.363 τ.μ. με κτηματολογικά στοιχεία: ..., 3) έναν αγρό έκτασης 1.640 τ.μ. με κτηματολογικά στοιχεία: ..., 4) έναν αγρό έκτασης 3.167 τ.μ. με κτηματολογικά στοιχεία: ..., 5) έναν αγρό έκτασης 2.560 τ.μ.

με κτηματολογικά στοιχεία: ..., 6) έναν αγρό έκτασης 1.800 τ.μ. με κτηματολογικά στοιχεία: ..., 7) έναν αγρό έκτασης 1.370 τ.μ. με κτηματολογικά στοιχεία: ..., 8) ένα ακίνητο (οικόπεδο) πρώην αγρό έκτασης 5.830 τ.μ. με κτηματολογικά στοιχεία: ..., 9) έναν αγρό έκτασης 3.430 τ.μ. με κτηματολογικά στοιχεία: ..., 10) έναν αγρό έκτασης 2.670 τ.μ.

με κτηματολογικά στοιχεία: ..., 11) έναν αγρό έκτασης 4.920 τ.μ. με κτηματολογικά στοιχεία: ..., 12) έναν αγρό έκτασης 1.370 τ.μ. με κτηματολογικά στοιχεία: ..., 13) έναν αγρό έκτασης 1.320 τ.μ. με κτηματολογικά στοιχεία: ..., επιπλέον δε, 14) έναν αγρό έκτασης 1.800 τ.μ. εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του πρώην Δήμου Ιαλυσού με κτηματολογικά στοιχεία: ...

του Κτηματολογίου Ρόδου. Το ως άνω ξενοδοχειακό συγκρότημα αποτελείται από 276 δίκλινα δωμάτια, 103 δίχωρα διαμερίσματα, 3 σουίτες και συνολικά 876 κλίνες. Δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Χ. - Ν., που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Κτηματολογίου Ρόδου στις κτηματολογικές μερίδες όλων των ανωτέρω ακινήτων, η ενάγουσα, εκπροσωπούμενη από τον Θ.

Σ. του Δ., μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω πώλησης προς την εναγομένη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους α) J. K. και 2) M.. I. F. άπαντα τα ως άνω ακίνητα αντί τιμήματος 13.000.000 ευρώ. Στη συνέχεια, συντάχθηκε μεταξύ των διαδίκων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν ως ανωτέρω, το με αριθμό ... συμβόλαιο χρηματοδοτικής μίσθωσης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο ομοίως μεταγράφηκε στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου.

Στο ανωτέρω συμβόλαιο, περιλήφθηκε "συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου (αγορά και εκμίσθωση) βάσει του ελληνικού νόμου 1665/1986", σύμφωνα με το οποίο η εναγομένη εκμίσθωσε προς την ενάγουσα το ανωτέρω ξενοδοχείο, καθώς και το υπό ανέγερση ξενοδοχείο, αποτελούμενο από 2 κτίρια (που επρόκειτο να ανεγερθούν εντός των κτηματολογικών μερίδων ...), με τη συμφωνία ότι όλα τα κινητά έπιπλα, οι επιπλώσεις και ο εξοπλισμός που χρησιμοποιούνται για τη λειτουργία του ξενοδοχείου, αποτελούν περιουσία του μισθωτή.

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε σε διακόσιους σαράντα (240) μήνες, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 78.245,50 ευρώ, υπολογιζόμενο επί τη βάσει του ποσού των 13.000.000 ευρώ ως συνολικού κόστους της επένδυσης, ενώ προβλέφθηκε ότι μετά την αποδοχή (κατά τον όρο που χρησιμοποίησαν οι συμβαλλόμενοι, που νοηματικά και λογικά ταυτίζεται με την παραλαβή) του υπό ανέγερση ξενοδοχείου, το κόστος του οποίου υπολογίστηκε σε 2.500.000 ευρώ, το μηνιαίο μίσθωμα θα αυξανόταν σε 93.292,71 ευρώ, καθώς πλέον θα υπολογιζόταν επί του ποσού των 15.500.000 ευρώ.

Εξάλλου, προβλέφθηκε ότι ο εκμισθωτής (εναγομένη) θα έχει το δικαίωμα να καταγγείλει πρόωρα το συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ άλλων και σε περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτής δεν είναι συνεπής στις οικονομικές του υποχρεώσεις, παρά την έγγραφη υπενθύμιση αυτών εκ μέρους του εκμισθωτή. Τέλος, μεταξύ των όρων του συμφωνητικού περιλήφθηκε και η συμφωνία ότι, εφόσον δεν έχει χωρήσει καταγγελία του, στο τέλος της μίσθωσης ο μισθωτής θα δικαιούται να ζητήσει από τον εκμισθωτή την αγορά του ακινήτου αντί (συμβολικού) τιμήματος ενός (1) ευρώ.

Επισημαίνεται ότι τη συνομολόγηση των παραπάνω συμβάσεων, είχε προηγουμένως εγκρίνει το διοικητικό συμβούλιο της ενάγουσας, στην έκτακτη συνεδρίαση του οποίου η πρόεδρος του Δ.Σ. ενημέρωσε το συμβούλιο ότι α] οι παραπάνω αναφερόμενες κτηματολογικές μερίδες θα πωληθούν στην εταιρεία με την επωνυμία ... (εναγομένη), β] ότι στη συνέχεια τα πωλούμενα ακίνητα θα αποτελέσουν αντικείμενο χρηματοδοτικής μίσθωσης (sale and lease back agreement - ήτοι με την έννοια της αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης ...

και γ] ότι κατά τη λήξη της χρηματοδοτικής μίσθωσης, η εταιρεία αποκτά και πάλι την κυριότητα των ακινήτων, το τίμημα για την πώληση των οποίων έχει συμφωνηθεί σε 15.500.000 ευρώ. Επιπρόσθετα, ο δικηγόρος και μέλος του Δ.Σ. της ενάγουσας Θ. Σ., απέστειλε προς την εναγομένη την από 9-12-2009 επιστολή - "νομική γνώμη", στην οποία περιέχονταν οι μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες, οι όροι τους σε γενικά πλαίσια και η ανεπιφύλακτη παραδοχή ότι η εναγομένη καθίσταται, μετά την ολοκλήρωση της μεταγραφής του πωλητηρίου συμβολαίου, νόμιμη ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου και των ως άνω οικοπέδων.

Κατά συνέπεια, η ενάγουσα ήταν πλήρως ενήμερη για τον τύπο και τους όρους της έννομης σχέσης που θα τη συνέδεε με την εναγόμενη, οι δε περί του αντιθέτου περιεχόμενοι στην αγωγή ισχυρισμοί της ενάγουσας, σύμφωνα με τους οποίους η ίδια, μετά από απαίτηση της εναγόμενης η οποία προσφέρθηκε να τη χρηματοδοτήσει, μεταβίβασε καταπιστευτικά το ακίνητό της σε αυτήν προς εξασφάλιση δανειακής σύμβασης, ενώ ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ως "χρηματοδοτικής" ήταν παραπλανητικός, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Ομοίως, με βάση τα παραπάνω περιστατικά, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εικονικότητα της σύμβασης (και τούτο πέραν της παντελούς αοριστίας του σχετικού ισχυρισμού στο δικόγραφο της αγωγής, που ορθώς απορρίφθηκε ως τέτοιος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπου δεν αναφέρεται καν ότι η εναγομένη ήταν γνώστης της επικαλούμενης εικονικότητας-...), δεδομένου ότι οι διάδικοι συνέπραξαν στην κατάρτιση της δικαιοπραξίας, της οποίας τα έννομα αποτελέσματα αμφότεροι επιδίωκαν.

Ειδικότερα η ενάγουσα, έχοντας και στο παρελθόν ακολουθήσει τον ίδιο τρόπο χρηματοδότησης για άλλο ξενοδοχείο της ευρισκόμενο στην Κέρκυρα, μάλιστα δε συμβληθείσα και πάλι με εταιρεία του ομίλου της εναγομένης (βλ. τα υπ' αριθμ. ... και ... συμβόλαια αγοραπωλησίας και χρηματοδοτικής μίσθωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Χ. - Ν. αντίστοιχα, με συμβαλλομένους το νόμιμο εκπρόσωπό της Ι. Λ. και την εταιρεία ...), αποφάσισε να επωφεληθεί, όπως άλλωστε είχε νόμιμο δικαίωμα, από τα φορολογικά πλεονεκτήματα που συνεπάγεται η συγκεκριμένη συμβατική μορφή χρηματοδότησης (άρθρο 6 παρ. 8 Ν. 1566/1986 -...), των οποίων ήταν γνώστης, καθώς πριν από τη σύναψη των αμέσως παραπάνω αναφερομένων συμβολαίων είχε απευθύνει σχετικό ερώτημα προς το Υπουργείο Οικονομικών σχετικά με τις ισχύουσες φοροαπαλλαγές για το συγκεκριμένο είδος δικαιοπραξίας (...).

Η αξία των ακινήτων που μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη με το ως άνω συμβόλαιο πώλησης, δεν υπερέβαινε την αντικειμενική τους αξία, η οποία στο προαναφερόμενο συμβόλαιο υπολογίστηκε σε 24.047.871,76 ευρώ, απορριπτομένου του 5ου λόγου της υπό στοιχείο [Β] έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα (ενάγουσα) παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την εκτιμητική έκθεση της εταιρείας ..., η οποία εκτίμησε την αξία του ξενοδοχείου στο ποσό των 36.800.000 ευρώ.

Η έκθεση αυτή, η οποία ούτως ή άλλως εκτιμάται ελεύθερα, δεν μπορεί να δημιουργήσει δικανική πεποίθηση για το ποσό το οποίο αναφέρει, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι η σχετική εκτίμηση έγινε εξ αποστάσεως και χωρίς επιτόπια μετάβαση εκτιμητή, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η αντίστοιχη έκθεση εκτίμησης την οποία προσκομίζει με επίκληση η εναγομένη, της εκτιμητικής εταιρείας ... (αμφότερες οι εκθέσεις εκτίμησης, όπως σημειώνεται επ' αυτών, προορίζονται μόνον για εσωτερική χρήση των πελατών των εκτιμητικών εταιρειών), αποτιμά την αξία του ξενοδοχείου στο ποσό των 19.400.000 ευρώ.

Οι παραπάνω συμβάσεις, όπως προκύπτει από όσα παραπάνω εκτέθηκαν, αποτελούν μέρη μιας ενιαίας σύμβασης, η οποία φέρει το χαρακτήρα της αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης ..., όπου η πώληση του αντικειμένου της μίσθωσης και εν προκειμένω των ακινήτων που προαναφέρθηκαν με το εντός αυτών ξενοδοχειακό συγκρότημα, συνήφθη με σκοπό η μεν ενάγουσα να εισπράξει το τίμημα ως μορφή χρηματοδότησης, η δε εναγόμενη να αποκτήσει, ως μέσο εξασφάλισης των απαιτήσεων της για την επιστροφή του κεφαλαίου και των τόκων, την κυριότητα του πράγματος, την οποία η ενάγουσα θα μπορούσε να επαναποκτήσει με τη λήξη της περιόδου της χρηματοδοτικής μίσθωσης.

Σε εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων, η εναγομένη κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα, όπως συνομολογεί η ενάγουσα, η δε τελευταία ανέλαβε την κατοχή και χρήση των ως άνω ακίνητων προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει σύμφωνα με τους σκοπούς της σύμβασης μίσθωσης, συνταχθέντος του από 1-12-2009 πρωτοκόλλου αποδοχής.

Περαιτέρω, κατά το χρόνο κατάρτισης των επίδικων ως άνω συμβάσεων (1-12- 2009), είχαν εφαρμογή οι διατάξεις του Ν. 3601/2007 περί εποπτείας πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, ..., από τις οποίες προκύπτει ότι η εναγομένη, στις κρίσιμες συμβάσεις συμβλήθηκε με την ιδιότητά της ως θυγατρική εταιρεία αλλοδαπού πιστωτικού ιδρύματος με έδρα σε άλλο κράτος- μέλος, η οποία δεν έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα αλλά επιθυμεί να ασκήσει στο έδαφος της, με τη μορφή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δραστηριότητα που περιλαμβάνεται στο άρθρο 11 του Ν. 3601/2007.

Επομένως, υπόκειται στη ρύθμιση των διατάξεων των άρθρων 28 της Οδηγίας 48/2006 και 15 παρ. 3 Ν. 3601/2007, που προβλέπουν όπως προαναφέρθηκε, την εκ μέρους της γνωστοποίηση, στις αρμόδιες αρχές της ... των δραστηριοτήτων που σκοπεύει να ασκήσει (εν προκειμένω δε, τη σύναψη της ένδικης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης) και, εν συνεχεία, την κοινοποίηση της γνωστοποίησης αυτής από τις εν λόγω αρχές στις ελληνικές αρχές και ειδικότερα στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Όπως αποδείχθηκε, αλλά και συνομολογείται από την εναγομένη, η εν λόγω γνωστοποίηση δεν έγινε εκ μέρους της, κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης, αλλά πολύ αργότερα, ήτοι το έτος 2018, οπότε και η εναγομένη χωρίς καμία, περαιτέρω, διαδικασία περιλήφθηκε στον πίνακα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που γνωστοποίησαν ενδιαφέρον για παροχή υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση (...).

Για την πληρότητα των περιστάσεων που συνοδεύουν την ερευνώμενη υπόθεση και χωρίς να καλύπτεται η παραπάνω παράλειψη της εναγομένης, πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι το ... πιστωτικό ίδρυμα "...", το οποίο όπως προαναφέρθηκε, κατέχει έμμεσα το 99,40 της εναγομένης, δεν είναι ένα πιστωτικό ίδρυμα άγνωστο στην Ελλάδα, καθώς κατέχει άδεια διενέργειας τραπεζικών εργασιών και περιλαμβάνεται στους πίνακες της Τ.τ.Ε.

ως τραπεζική εταιρεία που παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα. Από την πλευρά της, η ενάγουσα θεωρεί ότι η παράλειψη αυτή της εναγομένης να γνωστοποιήσει την πρόθεσή της ως ανωτέρω, έχει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, με το σκεπτικό δε ότι η ακυρότητα αυτή συνεπάγεται την ακυρότητα και της σύμβασης πώλησης των ακινήτων της, ως μέρος της δικαιοπραξίας που δεν θα είχε επιχειρηθεί εάν τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα της προηγούμενης σύμβασης (ΑΚ 181), καταλήγει ότι η κυριότητα των ακινήτων ουδέποτε μεταβιβάστηκε στην εναγομένη, αφού τα έννομα αποτελέσματα της εμπράγματης δικαιοπραξίας δεν επήλθαν.

Επί του ζητήματος αυτού, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Από τη διατύπωση των διατάξεων σχετικά με την κοινοποίηση, από την πλευρά του ενδιαφερομένου νομικού προσώπου που συνάπτει συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης, προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους προέλευσής του, του ενδιαφέροντός του να παρέχει τέτοιες υπηρεσίες, ώστε οι αρχές αυτές να διαβιβάσουν στη συνέχεια την εν λόγω κοινοποίηση στις αρχές του κράτους - μέλους υποδοχής, προκύπτει ότι η κοινοποίηση αυτή δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δεν έχει δηλαδή συστατικό χαρακτήρα, αλλά δηλωτικό.

Τούτο προκύπτει κυρίως από το γεγονός ότι, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η παροχή υπηρεσιών από κάθε χρηματοδοτικό ίδρυμα άλλου κράτους μέλους, θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή θυγατρική ενός ή περισσοτέρων πιστωτικών ιδρυμάτων, αναφέρονται στο άρθρο 24 της Οδηγίας 2006/48 (και στο άρθρο 18 του Ν. 3601/2007, με τον οποίο η εν λόγω Οδηγία κατέστη εσωτερικό δίκαιο) κατά τρόπο περιοριστικό και συγκεκριμένο, καθώς στη συγκεκριμένη διάταξη απαριθμούνται πέντε (5) προϋποθέσεις, οι οποίες κατά την ως άνω εγχώρια διάταξη απαιτείται να πληρούνται σωρευτικά.

Άλλωστε, η άσκηση των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων δεν εξαρτάται από οιασδήποτε μορφής άδεια από το κράτος υποδοχής (εν προκειμένω την Ελλάδα), η δε κατά τα ως άνω προβλεπόμενη γνωστοποίηση της πρόθεσης για προσφορά υπηρεσιών, χρησιμεύει για την επαλήθευση των ουσιαστικών αυτών προϋποθέσεων, χωρίς να συνιστά αυτή καθεαυτή προϋπόθεση για την άσκηση του σχετικού δικαιώματος.

Και τούτο, διότι εάν βούληση του ενωσιακού νομοθέτη ήταν να συμπεριλάβει την εν λόγω γνωστοποίηση στις ουσιαστικές (και όχι στις διαδικαστικές) προϋποθέσεις για την έγκυρη προσφορά υπηρεσιών εκ μέρους της ενδιαφερόμενης επιχείρησης, ασφαλώς και θα το όριζε ρητά, όπως έκανε με τις λοιπές προϋποθέσεις που απαριθμούνται στη σχετική διάταξη.

Το ίδιο προκύπτει και από τη γραμματική προσέγγιση και ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 18, όπου αναφέρεται ότι η άσκηση των σχετικών δραστηριοτήτων επιτρέπεται "σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 13 και της παραγράφου 3 του άρθρου 15 και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 16, 21 παρ. 2, 22, 25 παρ. 2 και 65 του παρόντος νόμου", καθώς για τις μεν πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις, ο νομοθέτης χρησιμοποιεί τις λέξεις "όρους και προϋποθέσεις", πιστοποιώντας τον ουσιαστικό τους χαρακτήρα, ενώ για την επίμαχη γνωστοποίηση χρησιμοποιεί τον όρο "διαδικασία".

Επιπρόσθετα, ο σαφής διαχωρισμός των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την άσκηση, σε άλλο κράτος - μέλος επιχειρηματικής δραστηριότητας με αντικείμενο τη σύναψη συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, από την αναγγελία της σχετικής πρόθεσης, προκύπτει από την ερμηνεία και άλλης διάταξης του ίδιου νόμου, ειδικότερα δε της διάταξης της παρ. 2β του άρθρου 18 του Ν. 3601/2007 (που απηχεί το περιεχόμενο του άρθρου 24 παρ. 2 της Οδηγίας 2006/48, ταυτόσημο με το εν συνεχεία ισχύον άρθρο 34 παρ. 2 της Οδηγίας 2013/36), σύμφωνα με το οποίο "στην περίπτωση που παύει να ισχύει οποιαδήποτε από τις ανωτέρω προϋποθέσεις, η δυνατότητα και οι όροι υπό τους οποίους το χρηματοδοτικό ίδρυμα θα συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητές του καθορίζονται σύμφωνα με την ισχύουσα στην Ελλάδα νομοθεσία".

Και τούτο διότι είναι προφανές, ότι οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του άρθρου 24 της Οδηγίας 2006/48 (οι οποίες επαναλαμβάνονται αυτούσιες στο άρθρο 18 του Ν. 3601/2007 ...) είναι δυνατό να παύσει μελλοντικά να ισχύει, καθώς ενδέχεται λ.χ. να ανακληθεί η άδεια λειτουργίας της μητρικής επιχείρησης, ή να μειωθεί η συμμετοχή της μητρικής επιχείρησης στα δικαιώματα ψήφου της θυγατρικής σε ποσοστό κάτω του 90% κλπ, πλην όμως, εφόσον η κατά τα ως άνω γνωστοποίηση συντελεστεί, δεν μπορεί να νοηθεί ότι θα παύσει αναδρομικά να ισχύει σε οποιοδήποτε μελλοντικό χρονικό σημείο.

Επομένως, η παράλειψη της εν λόγω γνωστοποίησης, δεν επιδρά επί της ειδικής δικαιοπρακτικής ικανότητας της εναγομένης να συνάπτει συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης στην Ελλάδα. Επισημαίνεται περαιτέρω, ότι η ισχύουσα το κρίσιμο χρόνο διάταξη του άρθρου 15 παρ. 3 του Ν. 3601/2007 (η οποία αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από την, ομοίου περιεχομένου, διάταξη του άρθρου 38 παρ. 3 του Ν. 4261/2014), σύμφωνα με την οποία "Για την παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα από πιστωτικό ίδρυμα άλλου κράτους-μέλους για πρώτη φορά πρέπει προηγουμένως να έχει κοινοποιηθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους προέλευσης του πιστωτικού ιδρύματος η αντίστοιχη γνωστοποίηση", έρχεται σε αντίθεση με το γράμμα και το πνεύμα της Οδηγίας 2006/48 (αλλά και τ μεταγενέστερης Οδηγίας 2013/36 η οποία την αντικατέστησε), όπου χρησιμοποιείται η έκφραση "γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εκείνες από τις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Παραρτήματος I, τις οποίες σκοπεύει να ασκήσει".

Πράγματι, η διατύπωση του ελληνικού νόμου με τη χρήση των λέξεων "πρέπει προηγουμένως", φαίνεται να προσδίδει στην επίμαχη "γνωστοποίηση", την ιδιότητα της ουσιαστικής προϋπόθεσης για την παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών στο κράτος υποδοχής, κάτι όμως το οποίο, σύμφωνα με τις παραδοχές που αναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω, δεν συμβαίνει.

Κατά συνέπεια, η διάταξη πρέπει να ερμηνευτεί κατά τρόπο σύμφωνο με την Οδηγία, επί τη βάσει της αρχής της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου, αλλά και της αρχής της σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία σκέψη (ανωτέρω, υπό 1), να εκτιμηθεί δε ότι η απαιτούμενη γνωστοποίηση δεν έχει συστατικό, αλλά δηλωτικό χαρακτήρα του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

Περαιτέρω, από τη συνεκτίμηση όλων των διατάξεων, κοινοτικού και εγχώριου δικαίου, που έχουν σχέση με την ερευνώμενη περίπτωση, κρίνεται ότι η παράλειψη της εταιρείας "..." να προβεί στην αναγγελία, προς τις αρχές του κράτους-μέλους καταγωγής του, ότι προτίθεται να ασκήσει στην Ελλάδα δραστηριότητα χρηματοδοτικής μίσθωσης, δεν μπορεί να έχει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα της συναφθείσας με την ενάγουσα ένδικης σύμβασης.

Αρχικά παρατηρείται ότι η ίδια η διάταξη του εθνικού νόμου δεν προβλέπει τέτοιου είδους κύρωση, ενώ και η ως άνω Οδηγία δεν περιέχει κανενός είδους αστικής φύσεως κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης των διατάξεών της, αλλά αντίθετα, προβλέπει μόνο κυρώσεις και μέτρα διοικητικής φύσης (βλ. συναφώς και άρθρα 65-67 της Οδηγίας 2013/36), οι οποίες αντιστοιχούν στο δημόσιο χαρακτήρα των κανόνων δικαίου που εφαρμόζονται, και οι οποίες (κυρώσεις) μπορεί να συνίστανται στην απαγόρευση διενέργειας νέων πράξεων στο μέλλον,.... [Επισημαίνεται ότι σε περίπτωση που παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με την ένδικη περίπτωση, και συγκεκριμένα στο 4364/2016, ο οποίος ενσωμάτωσε την Οδηγία 2009/138 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης, αναφέρεται ρητά ότι "Όποιος ασκεί ασφάλιση ή αντασφάλιση ή μεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης κατά παράβαση της προηγούμενης παραγράφου (η οποία καθορίζει ποιες επιχειρήσεις μπορούν να ασκούν κατ' επάγγελμα εργασίες ασφάλισης ή αντασφάλισης) τιμωρείται .....

οι δε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις είναι άκυρες". Παρατηρείται επίσης ότι και στην ίδια την Οδηγία η οποία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με τον προαναφερόμενο νόμο, ο ενωσιακός νομοθέτης χρησιμοποιεί διαφορετική διατύπωση ("οι επιχειρήσεις που υπόκεινται στην παρούσα οδηγία μπορούν να ασκούν τη δραστηριότητα που αναφέρεται στο άρθρο 6, μόνον όταν έχουν πάρει άδεια για τον κλάδο 18 του μέρους Α..."), η οποία είναι επιτακτική ("μόνον όταν"), σε αντίθεση με τη διατύπωση στην Οδηγία 48/2006 ("γνωστοποιεί"... "κοινοποιεί")].

Η θέση αυτή του παρόντος δικαστηρίου περί της μη ακυρότητας της ένδικης σύμβασης, ενισχύεται και από το γεγονός ότι στο πλαίσιο της ενιαίας ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς, μεταξύ των δραστηριοτήτων της οποίας περιλαμβάνεται, ως δραστηριότητα που μπορεί να ασκείται ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών της ΕΚ, και η χρηματοδοτική μίσθωση (παράρτημα I Οδηγίας), στις διατάξεις της Οδηγίας 2006/48 με τις οποίες θεσπίζονται κυρώσεις για τις παραβάσεις των κανόνων της (άρθρα 30 επόμ.), θεσπίζεται η δυνατότητα του κράτους υποδοχής να καλέσει το πιστωτικό ίδρυμα ή το θυγατρικό του χρηματοδοτικό ίδρυμα να παύσει την αντικανονική του συμπεριφορά και, αν αυτό δεν το πράξει, να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής, οι οποίες οφείλουν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα εξαναγκασμού προς συμμόρφωση.

Μόνο δε εάν παρά τα ληφθέντα μέτρα το πιστωτικό ίδρυμα συνεχίζει τις παραβιάσεις, ή εάν παραλειφθεί η λήψη μέτρων, η αρμόδια αρχή του κράτους υποδοχής λαμβάνει η ίδια τα ενδεικνυόμενα μέτρα, τα οποία μπορούν να συνίστανται και σε απαγόρευση της περαιτέρω παροχής υπηρεσιών στο έδαφος του κράτους υποδοχής.

Τα αυτά, προβλέπονται και από τη διάταξη του άρθρου 65 του Ν. 3601/2007, στο τελευταίο εδάφιο του οποίου προβλέπεται η δυνατότητα της Τράπεζας της Ελλάδος, εφόσον κριθεί αναγκαίο, να απαγορεύσει στο πιστωτικό ίδρυμα να διενεργεί "νέες" πράξεις στην Ελλάδα, χωρίς πάντως να προβλέπεται ανατροπή ή τρώση του κύρους των διενεργηθεισών ("παλαιών") πράξεων (......).

Επομένως, ούτε από το σύστημα της ισχύουσας κατά τον κρίσιμο χρόνο ως άνω Οδηγίας (καθώς και της επακολουθήσασας 2013/36), ούτε και από τον αντίστοιχο εθνικό κανόνα, προβλέπεται ως κύρωση η ακυρότητα των συμβάσεων που τυχόν συνήψε το πιστωτικό ίδρυμα και, κατά συνέπεια, πρέπει να ερευνηθεί εάν αυτή η συνέπεια (ακύρωση) θα μπορούσε να προκύψει από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων με αυτή του άρθρου 174 ΑΚ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη (ανωτέρω, υπό 6).

Ειδικότερα, με βάση το γεγονός από τις διατάξεις αυτές, που εντάσσονται στο δίκαιο της τραπεζικής εποπτείας, δεν συνάγεται γενικός κανόνας ως προς τις συνέπειες της παραβίασής τους στο πεδίο ισχύος των δικαιοπραξιών, πρέπει να εξεταστεί ο σκοπός του κανόνα που παραβιάστηκε: πράγματι, κρίνεται ότι ο κανόνας αυτός φέρει προεχόντως χαρακτήρα δημοσίου δικαίου, καθώς αποσκοπεί στη ρύθμιση της αγοράς υπό την έννοια της διευκόλυνσης της άσκησης εποπτείας από την Τράπεζα της Ελλάδος, χωρίς παράλληλα να προκύπτει ότι υπάρχει και σκοπός προστασίας ιδιωτικών συμφερόντων, ώστε ενδεχομένως, η παραβίασή του να μπορεί να συνδεθεί με ακυρότητα της συναπτόμενης δικαιοπραξίας.

Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι εν προκειμένω, η υποχρέωση (γνωστοποίησης) που προκύπτει από τον προαναφερόμενο κανόνα δικαίου, αφορά μόνο στις εξωτερικές περιστάσεις της δικαιοπραξίας και όχι στο ρυθμιστικό περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, ενώ επίσης, η επιταγή αφορά μόνο στο ένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, περιστάσεις που δεν συνηγορούν υπέρ της, από πλευράς αστικού δικαίου, ακυρότητας της δικαιοπραξίας.

Επισημαίνεται περαιτέρω, ότι και υπό την οπτική της στάθμισης των συμφερόντων των συμβαλλομένων μερών, η εκδοχή της ακυρότητας της (ενιαίας, κατά τα προαναφερόμενα) σύμβασης της αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, πέραν του γεγονός ότι για τους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως δεν συνάδει με το σκοπό των διατάξεων που παραβιάστηκαν, δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα του μισθωτή - εν προκειμένω της ενάγουσας.

Και τούτο διότι η τελευταία, σε περίπτωση κατάφασης της ακυρότητας, θα δικαιούτο μεν να ανακτήσει το πράγμα το οποίο μεταβίβασε, ταυτόχρονα όμως θα ήταν υποχρεωμένη να αποδώσει το σύνολο του τιμήματος της πώλησης, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα να αναιρείται ο πρωταρχικός σκοπός για τον οποίο επιλέχθηκε η συγκεκριμένη μορφή σύμβασης, ήτοι η εξασφάλιση ρευστότητας.

Επιπρόσθετα, πρέπει να σημειωθεί ότι η θέση του παρόντος δικαστηρίου περί της εγκυρότητας των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων, ενισχύεται περαιτέρω εάν ληφθεί υπόψη η νομολογία, τόσο η εθνική όσο και η ευρωπαϊκή, που έχει διαμορφωθεί επί εντελώς ανάλογου ζητήματος. Ειδικότερα, ο ΑΠ στη με αριθμό 1378/2012 απόφασή του (..), αναλύοντας τις προϋποθέσεις για την κατάγνωση της ακυρότητας με βάση το άρθρο 174 ΑΚ, έκρινε ότι δεν ασκεί αποφασιστική επιρροή επί του κύρους της δικαιοπραξίας η τυχόν ενυπάρχουσα διοικητική παράβαση, και κατέληξε ότι η κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 4 του Ν. 2076/1992 (με τον οποίο κατέστη εσωτερικό δίκαιο η Οδηγία 89/846/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σχετικά με την ανάληψη και άσκηση της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος), παροχή δανείων προς τους πελάτες για αγορά μετοχών, δεν δημιουργεί ακυρότητα των εν λόγω δανείων, ούτε η έλλειψη άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος (ήτοι πολύ σοβαρότερη ουσιαστική παράβαση από την ένδικη), επιδρά επί του κύρους των εν λόγω συμβάσεων.

Όμοια υπήρξε η κρίση του Αρείου Πάγου και στις αποφάσεις 1761/2009 (....) και 464/2009 (..), περί μη ακυρότητας των συμβάσεων. Κατά ανάλογο τρόπο, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο του Kassel στη Γερμανία με την 6Α 1040/08 της 20-5-2009 απόφασή του (..) έκρινε ότι η παράβαση του άρθρου 32 παρ. 1 του Νόμου για τα Πιστωτικά Ιδρύματα (KWG) με την έννοια της σύναψης τραπεζικών συμβάσεων χωρίς την απαιτούμενη άδεια της εποπτικής αρχής, δεν οδηγεί σε ακυρότητα της υποκείμενης αστικής σύμβασης κατά το άρθρο 134 του Γερμανικού Αστικού Κώδικα (BGB), αποδίδοντας στις διατάξεις του Εποπτικού Νόμου το χαρακτήρα διατάξεων δημοσίου δικαίου, ενώ επίσης το Γερμανικό Ακυρωτικό Δικαστήριο με την απόφαση III ZR 238/03 της 21-4-2005 (...[...]), καθώς και το Εφετείο της Καρλσρούης (1U 34/06, WM 2007.350) έκριναν ότι η παράβαση της ίδιας ως άνω διάταξης, ήτοι η διενέργεια τραπεζικών εργασιών χωρίς την προβλεπόμενη αδειοδότηση, δεν οδηγεί σε ακυρότητα των συμβάσεων που έχουν συναφθεί.....Κατά συνέπεια, σε αντίθεση με όσα έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρίνεται ότι η ένδικη μεταξύ των διαδίκων (ενιαία) σύμβαση αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης ήταν ισχυρή, είχε δε ως αποτέλεσμα σύμφωνα με τους όρους της, όπως προαναφέρθηκε παραπάνω, αφενός την έγκυρη μετάσταση της κυριότητας των προαναφερομένων ακινήτων στην εναγομένη, αφετέρου τη νόμιμη μίσθωσή τους στην ενάγουσα και την εντεύθεν υποχρέωση της τελευταίας στην καταβολή των συμφωνηθέντων μισθωμάτων.

Από το έτος 2013 όμως, η ενάγουσα άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των μισθωμάτων, η δε οφειλή της την 1-2-2017 είχε ανέλθει στο ποσό των 1.858.676,11 ευρώ, ενώ μέχρι το συγκεκριμένο χρονικό σημείο είχε καταβάλει συνολικά το ποσό των 5.472.849,61 ευρώ. Κατόπιν αυτού, η εναγομένη εκμισθώτρια εταιρία, με την από 3-3-2017 εξώδικη δήλωσή της, η οποία κοινοποιήθηκε προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, με την υπ' αριθμ. ...

έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Δ. Ρ., κατήγγειλε τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και προχώρησε σε αποβολή της ενάγουσας από το επίδικο ακίνητο, συνταχθείσης προς τούτο της υπ' αριθμ. ... έκθεσης βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο παρόν Δικαστήριο Σ.

Κ.. Η ενάγουσα μεταξύ των ισχυρισμών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ισχυρίστηκε ότι η προαναφερόμενη καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έρχεται σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου ότι το δικαίωμα της εναγομένης πηγάζει από άκυρη δικαιοπραξία, ενώ επίσης η αποβολή της ενάγουσας από το ακίνητο θα έχει δυσμενείς συνέπειες στη λειτουργία του ξενοδοχείου, καθώς είναι αμφίβολη η εξυπηρέτηση των συμβολαίων που έχει συνάψει με τουριστικά πρακτορεία, ενώ θα είναι πλημμελής η συντήρηση των ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων.

Αρχικά πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός, προβλήθηκε διηγηματικά και μόνον από την ενάγουσα, καθώς δεν συνδέθηκε με κάποιο αίτημα (άλλωστε τυχόν ακυρωτικό αίτημα της καταγγελίας της σύμβασης και της εντεύθεν αποβολής της ενάγουσας από το ακίνητο, θα μπορούσε να προβληθεί σε δίκη περί την εκτέλεση, όχι δε και στην παρούσα δίκη, όπου η ενάγουσα ζητεί την αναγνώριση της κυριότητάς της και την απόδοση του ακινήτου στην ίδια, η δε μη ειδική απάντηση του ισχυρισμού αυτού από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ακόμη και υπό την εκδοχή της απόρριψής του σιγή, δεν στηρίζει το διατακτικό της εκκαλουμένης και δεν αναπτύσσει δύναμη δεδικασμένου.

Κατά συνέπεια ο 6ος λόγος της υπό στοιχείο [Β] έφεσης, με τον οποίο η ενάγουσα και τώρα εκκαλούσα παραπονείται για την μη αναγνώριση της καταχρηστικότητας της εν λόγω καταγγελίας, δεν μπορεί να οδηγήσει σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης, επομένως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής... Ως εκ περισσού όμως, πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και υπό την εκδοχή ότι ο ανωτέρω λόγος έφεσης ήταν παραδεκτός, θα ήταν απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ως προς μεν το πρώτο σκέλος του βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στην εκτίμηση της ενάγουσας ότι η συναφθείσα σύμβαση αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι άκυρη, εντεύθεν δε είναι ομοίως άκυρη και η σύμβαση πώλησης, ενώ κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του παρόντος δικαστηρίου.

Εξάλλου, ως προς τα υπόλοιπα περιστατικά επισημαίνεται ότι ακόμη και αν αυτά υποτεθούν αληθή (σημειώνεται ότι αφενός η ενάγουσα δεν προσκόμισε, ούτε επικαλέστηκε συμβόλαια συνεργασίας με τουριστικά πρακτορεία, ούτε στοιχεία που να καταδεικνύουν τυχόν ακύρωση αυτών εξαιτίας της κρινόμενης υπόθεσης, και αφετέρου δυνάμει της υπ' αριθμ. 30/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου έχει διαταχθεί η μεσεγγύηση του ακινήτου, η ίδια δε η ενάγουσα έχει οριστεί μεσεγγυούχος), δεν μπορούν να επισύρουν την εφαρμογή της επικαλούμενης από την ενάγουσα διάταξης, καθώς αποτελούν αντανακλαστικές συνέπειες της αποβολής της ενάγουσας από το ακίνητο.

Περαιτέρω, πρέπει να προστεθεί ότι, από τη συνεκτίμηση των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, ουδόλως συνάγεται ότι η εν γένει συμπεριφορά της εκμισθώτριας υπερβαίνει, κα μάλιστα προφανώς, όπως απαιτεί η επίμαχη διάταξη, τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της εναγομένης.

Ειδικότερα η τελευταία, όπως προκύπτει από την ηλεκτρονική αλληλογραφία που προσκομίζει με επίκληση, προσπάθησε από κοινού με την ενάγουσα μέσω διαπραγματεύσεων με εκείνη, όπως συνομολογεί η τελευταία, να βρεθεί λύση στο πρόβλημα που ανέκυψε, χωρίς να σπεύσει να ασκήσει τα δικαιώματα που απέρρεαν από τη σύμβαση, καταδεικνύοντας ότι προτεραιότητά της δεν ήταν η καταγγελία της σύμβασης, αλλά η εξυπηρέτησή της.

Η καθυστέρηση όμως στην καταβολή των συμφωνηθέντων μισθωμάτων ήταν συνεχής, ενώ επιπλέον από το διαχειριστικό έλεγχο που διεξήχθη το έτος 2015 κατόπιν σχετικής σύμβασης της ενάγουσας με την εταιρεία "... ΑΕ", προέκυψε ότι κατά την περίοδο από 1-1-2013 μέχρι και 31-5-2015, έγιναν από την ενάγουσα εταιρεία καταβολές προς τρίτους συνολικού ύψους 3.518.264,72 ευρώ, οι οποίες δεν αιτιολογούνται από εμπορικές συναλλαγές, ούτε η εταιρεία είχε υποχρέωση να τις πραγματοποιήσει, όπως δε δηλώθηκε από τους εκπροσώπους της ενάγουσας, τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη αναγκών άλλων εταιρειών του Ομίλου "...", χωρίς να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των οφειλομένων μισθωμάτων από την ένδικη σύμβαση.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι επίμαχες δικαιοπραξίες πάσχουν από ακυρότητα, με συνέπεια η κυριότητα των επιδίκων ακινήτων να έχει μεταβιβαστεί εγκύρως στην εναγομένη, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την περαιτέρω σημείωση ότι οι 1ος έως και 4ος συναφείς λόγοι της υπό στοιχείο [Β] έφεσης, οι οποίοι αφορούν στην προβολή της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ (κατ' αποδοχή της οποίας απορρίφθηκε πρωτοδίκως η αγωγή), έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου, καθώς προϋποθέτουν την προβολή της σχετικής ένστασης από την ενάγουσα, στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε διαγνωσθεί ακυρότητα των δικαιοπραξιών.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό στοιχείο [Β] έφεση, ενώ μετά την παραδοχή των προαναφερομένων λόγων της υπό στοιχείο [Α] έφεσης, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, καθώς, παρά το γεγονός ότι το διατακτικό της παραμένει αλώβητο, στην προκειμένη περίπτωση δεν αρκεί η αντικατάσταση των αιτιολογιών της.

Και τούτο διότι με την πρωτόδικη απόφαση, κρίθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν άκυρη, ενώ ακολούθως η αγωγή απορρίφθηκε κατ' αποδοχή της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ με την παρούσα η αγωγή απορρίπτεται επειδή κρίθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων ως άνω σύμβαση πώλησης ήταν έγκυρη...". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή, μετά από παραδοχή της, (επικουρικώς) προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη, ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, και απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, απέρριψε δε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, η οποία έβαλε κατά της εκκαλούμενης, κατά το μέρος που έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε : 1) Ότι η αναιρεσίβλητη - εναγόμενη αποτελεί ενωσιακό χρηματοδοτικό ίδρυμα που λειτουργεί νομίμως, με έδρα τη ..., όπου ασκεί δραστηριότητα χρηματοδοτικής μίσθωσης, κατά το ... δίκαιο και το καταστατικό της, ήτοι δραστηριότητα που περιγράφεται στο στοιχείο [γ] του καταλόγου των δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων που διενεργούνται υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3601/2007), και, επιπλέον, είναι θυγατρική επιχείρηση, μέσω διαδοχικών θυγατρικών εταιριών (εταιρείας χρηματοδοτικής μίσθωσης με την επωνυμία "...", θυγατρική εταιρεία της "...") του ...

ενωσιακού πιστωτικού ιδρύματος, με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ..., το οποίο κατέχει, μέσω θυγατρικών εταιριών του, πλέον του 90% των δικαιωμάτων ψήφου της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 2 παρ. 11, 14, 15 του ν. 3601/2007 και 42 παρ. 5α του ν. 2190/1920). 2) Ότι οι διάδικοι κατάρτισαν σύμβαση αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης:

α) με πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας από την αναιρεσείουσα - ενάγουσα προς την αναιρεσίβλητη - εναγόμενη, με το με αριθμό ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Χ. - Ν., που μεταγράφηκε νόμιμα, των αναφερόμενων παραπάνω ακινήτων με το επ' αυτού ξενοδοχείο, αντί τιμήματος 13.000.000 ευρώ, και β) με εκμίσθωση του ανωτέρω ακινήτων με το επ' αυτού ξενοδοχείο και υπό ανέγερση ξενοδοχείο, από την αναιρεσίβλητη - εναγόμενη προς την αναιρεσείουσα - ενάγουσα, με το με αριθμό ...

συμβόλαιο χρηματοδοτικής μίσθωσης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με τον εξοπλισμό και τα κινητά να ανήκουν στην αναιρεσείουσα, διάρκειας 240 μηνών, αντί του παραπάνω μηνιαίου μισθώματος, οριζόμενου κατά τα ανωτέρω, με πρόβλεψη ότι αν δεν έχει χωρήσει καταγγελία, στο τέλος της μίσθωσης η μισθώτρια θα δικαιούται να ζητήσει από τον εκμισθωτή την αγορά του ακινήτου αντί (συμβολικού) τιμήματος ενός (1) ευρώ. 3) Ότι η αναιρεσίβλητη, κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης (01-12-2009), οπότε ίσχυαν οι διατάξεις του ν. 3601/2007 "περί εποπτείας πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων", που αποτελεί ενσωμάτωση της οδηγίας 2006/48/ΕΕ, συμβλήθηκε με την ιδιότητά της ως θυγατρική του ανωτέρω ενωσιακού πιστωτικού ιδρύματος, που έχει έδρα σε άλλο κράτος μέλος, και ασκούσε, σε ενωσιακό κράτος, κατά το καταστατικό της και το ...

δίκαιο, δραστηριότητα χρηματοδοτικής μίσθωσης, με τη μορφή της ελεύθερης παροχής διασυνοριακώς υπηρεσιών, χωρίς εγκατάσταση στην ημεδαπή και χωρίς άδεια από την ΤτΕ. 4) Ότι η αναιρεσίβλητη - εναγόμενη, ως χρηματοδοτικό ίδρυμα, θυγατρική του ενωσιακού πιστωτικού ιδρύματος, που ασκεί, σύμφωνα με το ... δίκαιο, με τη μορφή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης στο κράτος - μέλος, δραστηριότητα χρηματοδοτικής μίσθωσης, στο κράτος μέλος:

α) δεν απαιτείται να περιβληθεί τον τύπο της ανώνυμης εταιρίας, που απαιτείται, από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 Α α του ν. 1665/1986, β) δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 2 αρ. 1α του ν. 3601/2007, όπως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο, άρθρο 2 παρ. 1Αβ, γ) δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα με την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1Αγ, δ) είναι ενωσιακό χρηματοδοτικό ίδρυμα, το οποίο εδρεύει σε κράτος - μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ε.ο.χ.) που παρέχει διασυνοριακώς υπηρεσίες (άρθρ. 2 παρ. 1Α δ του ν. 1665/1986 και 18 του ν. 3601/2007) και ε) δεν είναι χρηματοδοτικό ίδρυμα του άρθρου 3 παρ. 1Α ε του ν. 1665/1986. 5) Ότι η παράλειψη από την αναιρεσίβλητη να γνωστοποιήσει στην αρμόδια αρχή της ...

ως κράτος μέλος - καταγωγής, την πρόθεσή της να δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα στο τομέα της παροχής, διασυνοριακώς, υπηρεσιών χρηματοδοτικών μισθώσεων, και, η, συνακόλουθη, παράλειψη κοινοποίησης της γνωστοποίησης από την παραπάνω αρμόδια αρχή στις ελληνικές αρχές, και, ειδικότερα, στην Τράπεζα της Ελλάδος, συνοδευόμενη η κοινοποίηση με πιστοποιητικό της αρμόδιας αρχής της ...

ότι έλαβε χώρα επαλήθευση των εκτιθέμενων στη μείζονα σκέψη πέντε προϋποθέσεων (η μητρική επιχείρηση έχει άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος στο κράτος μέλος της έδρας της αναιρεσίβλητης, δραστηριότητα χρηματοδοτικών μισθώσεων από την αναιρεσίβλητη στην ..., κατοχή τουλάχιστον του 90% των δικαιωμάτων ψήφου από την ανωτέρω μητρική επιχείρηση, δήλωση της μητρικής επιχείρησης, μετά από συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών, ότι ευθύνεται εις ολόκληρον με τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει η αναιρεσίβλητη και υπαγωγή της αναιρεσίβλητης, ως προς την ανωτέρω δραστηριότητα στο καθεστώς εποπτείας σε ενοποιημένη βάση στο οποίο υπόκειται η μητρική επιχείρηση) δεν επάγεται ακυρότητα της, από το ανωτέρω ενωσιακό χρηματοδοτικό ίδρυμα, καταρτισθείσας αντίστροφης χρηματοδοτικής σύμβασης, ήτοι δεν επιδρά στη δικαιοπρακτική ικανότητα του χρηματοδοτικού ιδρύματος να καταρτίσει την ένδικη σύμβαση. 6) Ότι η επίδικη αντίστροφη χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι έγκυρη, και συνεπάγεται την έγκυρη μεταβίβαση, λόγω πώλησης, της κυριότητας των προαναφερόμενων ακινήτων στην αναιρεσίβλητη, και, στη συνέχεια, τη νόμιμη εκμίσθωσή τους στην αναιρεσείουσα και την εντεύθεν υποχρέωση της τελευταίας στην καταβολή των συμφωνηθέντων μισθωμάτων προς την αναιρεσίβλητη - εκμισθώτρια. 7) Ότι, επιπροσθέτως, η με την επιδοθείσα στις 03-03-2017 εξώδικη δήλωση, καταγγελία της ενιαίας ως άνω σύμβασης από την αναιρεσίβλητη, λόγω μη καταβολής μισθωμάτων από την αναιρεσείουσα, δεν πηγάζει από άκυρη δικαιοπραξία και δεν έρχεται σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ενώ οι δυσμενείς συνέπειες στη λειτουργία του ξενοδοχείου αποτελούν αντανακλαστικές συνέπειες της αποβολής της ενάγουσας από το ακίνητο, λόγω καταγγελίας της ανωτέρω ένδικης σύμβασης. [2] Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα εγκυρότητας της επίδικης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, και, εντεύθεν της μεταβίβασης της κυριότητας των αναφερόμενων ακινήτων και, στη συνέχεια, εκμίσθωσης αυτών, λόγω παράλειψης της αναιρεσίβλητης, ως ενωσιακού χρηματοδοτικού ιδρύματος, να τηρήσει τη διαδικασία γνωστοποίησης - κοινοποίησης της πρόθεσης αυτής να παρέχει διασυνοριακώς υπηρεσίες (αντίστροφης) χρηματοδοτικής μίσθωσης, στην ημεδαπή, χωρίς εγκατάσταση και άδεια της ΤτΕ, ορθά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1Α δ του ν. 1665/1986, του άρθρου 18 παρ. 2 περ. (α), 20 παρ. 1 του ν. 3601/2007, του άρθρου 5 παρ. 2 και 3 της ΣυνθΕΕ και 2 παρ. 2 σε συνδ.

με άρθρο 4 και 58 παρ. 2 του ΣυνθΛΕΕ, του άρθρου 15 παρ. 3, 18 παρ. 1 και 2α του ν. 3601/2007, 20 παρ. 1, 23, 24, 25, 28 και 30 της Οδηγίας 2006/48 ερμήνευσε και εφάρμοσε και του άρθρου 174 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, διότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύεται στη νομική σκέψη, που προεκτέθηκε και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού.

Επομένως, ο από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης του από 28-01-2022 δικογράφου πρόσθετων λόγων κατά τα οικεία μέρη αυτών, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. [3] Αιτιάσεις, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους παρακάτω λόγους αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη : 1) με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, ισχυρισμούς που αναφέρονται σε φερόμενες από την αναιρεσείουσα έννομες συνέπειες (ακυρότητας της ένδικης σύμβασης και σε κάθε περίπτωση σχετικής υπέρ της μισθώτριας ακυρότητας) από την παράλειψη της προβλεπόμενης, από το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο, διαδικασίας γνωστοποίησης της πρόθεσης παροχής, διασυνοριακώς, υπηρεσιών χρηματοδοτικής μίσθωσης στην ημεδαπή, και, χωρίς άδεια της ΤτΕ για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών στην ημεδαπή, 2) με τον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, ισχυρισμούς που αναφέρονται σε φερόμενες από την αναιρεσείουσα παραπάνω έννομες συνέπειες από την προκαλούμενη από την παράλειψη της διαδικασίας γνωστοποίησης - κοινοποίησης, φερόμενη από την αναιρεσείουσα έλλειψη αυθεντικής διάγνωσης από την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής συνδρομής των προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο 18 παρ. 1 α -ε του ν. 3601/2007, για την ελεύθερη παροχή διασυνοριακώς υπηρεσιών μέσα στην Ε.Ε. 3) με τον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο του από 28-01-2022 δικογράφου πρόσθετων λόγων, κατά το οικείο μέρος αυτού, ισχυρισμούς που αναφέρονται:

α) σε φερόμενες από την αναιρεσείουσα παραπάνω έννομες συνέπειες από την, προκαλούμενη από την παράλειψη της διαδικασίας γνωστοποίησης - κοινοποίησης, έλλειψη δήλωσης της μητρικής ή των μητρικών επιχειρήσεων του χρηματοδοτικού ιδρύματος για την εις ολόκληρον ευθύνη του, για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το χρηματοδοτικό ίδρυμα στην ημεδαπή, β) σε φερόμενο σκοπό προστασίας ιδιωτικών συμφερόντων, με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 Α δ του ν. 1665/1986, γ) σε φερόμενες από την αναιρεσείουσα παραπάνω έννομες συνέπειες παράβασης του άρθρου 2 παρ. 1Α δ του ν. 1665/1986, του άρθρου 18 παρ. 2 (α) και 20 παρ. 1 του ν. 3601/2007, 4) με τον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, ισχυρισμούς που αναφέρονται :

α) σε φερόμενους από την αναιρεσείουσα νόμιμους περιορισμούς από τα άρθρα 18 παρ. 1 και 18 παρ. 2α, 15 παρ. 3 του ν. 3601/2007, σύμφωνους με τις κατοχυρωμένες από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης για ελευθερίες εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών (άρθρ. 49 και 56 ΣυνθΛΕΕ), από το πρωτογενές (άρθρ. 2 παρ. 2 σε συνδ. με άρθρ. 4 ΣυνθΛΕΕ) και το παράγωγο ενωσιακό δίκαιο (άρθρ. 24 της οδηγίας 2006/48 ήδη 33-34 οδηγίας 2013/36), 5) με τον πρώτο και δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου τη αίτησης αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, ισχυρισμούς ότι με τις αρχές της συντρέχουσας αρμοδιότητας (άρθρ. 2 παρ. 2 σε συνδ.

με άρθρ. 4 ΣυνθΛΕΕ) και της επικουρικότητας (άρθρ. 5 παρ. 3 ΣυνθΛΕΕ), δικαιολογούνται οι, στα άρθρα 30 επ. της Οδηγίας 2006/48, φερόμενες ανωτέρω από την αναιρεσείουσα αστικής φύσης παραπάνω έννομες συνέπειες της καταρτισθείσας ένδικης σύμβασης από χρηματοδοτικό ίδρυμα που παραβιάζει τους κανόνες παροχής διασυνοριακώς υπηρεσιών (αντίστροφης) χρηματοδοτικής μίσθωσης, 6) με τον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικεία μέρη αυτού, ισχυρισμούς που αναφέρονται:

α) στις φερόμενες από την αναιρεσείουσα ανωτέρω συνέπειες, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας γνωστοποίησης - κοινοποίησης, στον έλεγχο της εποπτείας του χρηματοδοτικού συστήματος από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, και β) στη μη επάρκεια των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του άρθρου 30 επ.

της οδηγίας 2006/48/ΕΕ διοικητικών κυρώσεων, είναι απαράδεκτες, ως αλυσιτελείς. Και, τούτο, διότι αποτελούν νομικά και πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς ενίσχυση των απόψεών της, αντίθετων προς τα δεκτά γενόμενα, κατά τα οποία η παραβίαση από την αναιρεσίβλητη, που, κατά τις παραδοχές, αποτελεί ενωσιακό χρηματοδοτικό ίδρυμα, θυγατρικό ενωσιακού πιστωτικού ιδρύματος, της διαδικασίας γνωστοποίησης - κοινοποίησης της πρόθεσης παροχής, διασυνοριακώς, υπηρεσιών (αντίστροφης) χρηματοδοτικής μίσθωσης, δεν επάγεται κυρώσεις αστικής φύσης, ήτοι δεν επάγεται (απόλυτη ή σχετική υπέρ της μισθώτριας) ακυρότητα της καταρτισθείσας αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας των ανωτέρω με στοιχείο 2, 3α, 6 ισχυρισμών, διότι δεν αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο προβλήθηκαν αυτοί από την αναιρεσείουσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Περαιτέρω, η αιτίαση, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον αυτό πρώτο κατά το οικείο μέρος λόγο, του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1Α (α) (β) (γ) (δ) και (ε) του ν. 1665/1986 είναι απαράδεκτη, λόγω αλυσιτέλειας, διότι δεν συνδέεται με το καταληκτικό συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ανεξαρτήτως της αοριστίας της, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής, με τα οποία προτάθηκαν αντίστοιχοι ισχυρισμοί και αν επαναφέρθηκαν με το εφετήριο.

Λοιπές αιτιάσεις, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους παρακάτω λόγους, με τις οποίες η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη αναγνώρισης, κατ' άρθρο 174, της ακυρότητας της ένδικης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, επικαλούμενη: 1) με τον πρώτο και δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, ότι είναι αδόκιμη η επίκληση στην προκείμενη υπόθεση με την προσβαλλόμενη απόφαση της διαμορφωθείσας νομολογίας από τον Α.Π.

για την εγκυρότητα σύναψης δανειακών συμβάσεων από Ε.Π.Ε.Υ. με τους πελάτες τους, για την αγορά μετοχών, καθώς και η επίκληση νομολογίας διαμορφωθείσας από αλλοδαπά δικαστήρια επί αλλοδαπού δικαίου, και 2) με τον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, ότι η επίκληση με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι "...

η "υπό την οπτική της στάθμισης των συμφερόντων των συμβαλλόμενων μερών" απαγγελία της ακυρότητας της σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα του μισθωτή - εν προκειμένω της ενάγουσας ..." είναι εσφαλμένη, διότι διέλαθε της ανάλυσης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι μπορεί στην περίπτωση της άκυρης σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης ο μισθωτής να υποχρεούται στην απόδοση - επιστροφή του τιμήματος αγοράς που του καταβλήθηκε από τον εκμισθωτή, ωστόσο η αναζήτηση του σχετικού ποσού θα χωρήσει με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 ΑΚ - αιτία μη έγκυρη), με τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν τη σχετική αξίωση (σωζόμενος πλουτισμός, αυτούσια απόδοση κ.λπ.) είναι απαράδεκτες.

Και, τούτο, διότι, από την παραπάνω επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι τα ανωτέρω αναφέρονται ιστορικά και διηγηματικά, είναι πλεοναστικές νομικές αιτιολογίες που χρησιμοποιήθηκαν προς επίρρωση της επιχειρηματολογίας του δικαστηρίου, και δεν ιδρύουν τον από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. [3] Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τους παρακάτω λόγους αναίρεσης, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη: 1) με τον πρώτο, κατά το οικείο μέρος του, πρόσθετο λόγο του από 28-01-2022 δικογράφου πρόσθετων λόγων, ότι προκειμένου να απορρίψει την αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας της ένδικης ενιαίας σύμβασης (μεταβίβασης κυριότητας και μίσθωσης), με αγωγική επίκληση ότι η αναιρεσίβλητη - εναγόμενη, δεν πληρούσε το σύνολο των απαιτούμενων από το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 3601/2007 προϋποθέσεων (ουσιαστικών και διαδικαστικών) για την απόκτηση από την αναιρεσίβλητη, ως ενωσιακό χρηματοδοτικό ίδρυμα της ειδικής δικαιοπρακτικής ικανότητας, χωρίς εγκατάσταση και χωρίς άδεια της ΤτΕ, για τη σύναψη, νομίμως, στην Ελλάδα συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, αρκέστηκε, για τη διαπίστωση της ύπαρξης της άνω δικαιοπρακτικής ικανότητας, σε λιγότερα στοιχεία, παραβλέποντας ειδικά τον έλεγχο της προβλεπόμενης με στοιχείο δ' προϋπόθεσης, και συγκεκριμένα, αν η μητρική επιχείρηση δήλωσε στην ΤτΕ (με τη συγκατάθεση της αρμόδιας ...

αρχής) ότι ευθύνεται εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει στην Ελλάδα το χρηματοδοτικό ίδρυμα, και απαιτείται να επαληθεύεται, από την αρμόδια ... αρχή, με την έκδοση και παροχή σχετικού πιστοποιητικού, επισυναπτομένου στην υποβαλλομένη προς την ΤτΕ γνωστοποίηση πρόθεσης άσκησης δραστηριότητας στην Ελλάδα, και ότι τον παραπάνω ισχυρισμό είχε προτείνει με την αγωγή της ως λόγο ακύρωσης της ενιαίας σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής σύμβασης μίσθωσης, και θεμελίωνε την αγωγή της, με αποτέλεσμα να κριθεί η σύμβαση έγκυρη και να απορριφθεί η αγωγή της και 2) με τον δεύτερο κατά το οικείο μέρος, πρόσθετο λόγο αναίρεσης του από 28-01-2022 δικογράφου πρόσθετων λόγων, ότι με ψευδή ερμηνεία του άρθρου 2 παρ. 1Α δ του ν. 1665/1986 και 18 (παρ. 1 περ.

δ, παρ. 2 περ. α), 15 παρ. 3 του ν. 3601/2007 και 174 ΑΚ, έκρινε ότι η παράλειψη τήρησης των διοικητικών διαδικαστικών πράξεων, γνωστοποίηση της πρόθεσης παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών χρηματοδοτικής μίσθωσης στην αρμόδια ... εποπτική αρχή και, ακολούθως, η κοινοποίηση απ' αυτήν προς την ΤτΕ, ως χώρα υποδοχής, της γνωστοποίησης της αναιρεσίβλητης, με επισυναπτόμενο πιστοποιητικό επαλήθευσης των σωρευτικά προβλεπόμενων προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων και η ανωτέρω δήλωση του μητρικού ενωσιακού πιστωτικού ιδρύματος, έχουν δηλωτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα, ενώ αν ερμήνευε ορθά τις διατάξεις αυτές έπρεπε να δεχθεί ότι για να παρέχει η αναιρεσίβλητη, νόμιμα στην Ελλάδα, τις παραπάνω διασυνοριακές υπηρεσίες και οι σχετικές συμβάσεις αυτής να είναι έγκυρες απαιτείται να πληρούνται όχι μόνο οι διαδικαστικές (γνωστοποίηση - κοινοποίηση) αλλά το σύνολο των προβλέψεων στο άρθρο 18 του ν. 3601/2007, στον οποίο παραπέμπει ο βασικός κανόνας του άρθρου 2 παρ. 1 Αδ του ν. 1665/1986, ήτοι και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις λειτουργίας της αναιρεσίβλητης, που προβλέπονται στο άρθρο 18 παρ. 1 α-ε του ν. 3601/2007, διότι οι διαδικαστικές προϋποθέσεις υπηρετούν, πλην άλλων, και το σκοπό πιστοποίησης συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων, με τις οποίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.

Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης ως προς τις ανωτέρω αιτιάσεις είναι αβάσιμοι. Και, τούτο, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το καταληκτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίχθηκε στο γεγονός ότι η παράλειψη της διαδικασίας γνωστοποίησης - κοινοποίησης με το συνοδεύον ως άνω πιστοποιητικό της αρμόδιας αρχής επαλήθευσης, μεταξύ των οποίων και η δήλωση του μητρικού πιστωτικού ιδρύματος για την ως άνω εις ολόκληρον οφειλή του, δεν άγει σε ακυρότητα της ένδικης σύμβασης, που αποτέλεσε αγωγικό ισχυρισμό, και όχι στην ύπαρξη ή μη των επικαλούμενων ουσιαστικών προϋποθέσεων, ανεξαρτήτως της αοριστίας των ανωτέρω πρόσθετων λόγων αναίρεσης, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής με το οποίο προτάθηκαν οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, ενώ δεν επικαλείται ότι συντρέχει μία από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις ούτε γίνεται σύνδεση με το καταληκτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης.

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης ως προς τις ανωτέρω αιτιάσεις είναι αβάσιμοι, και για το λόγο ότι από την παραπάνω επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι ως λόγος ακυρότητας της ένδικης σύμβασης, διαλαμβάνεται ότι η αναιρεσίβλητη, ως ενωσιακό χρηματοδοτικό ίδρυμα, τον κρίσιμο χρόνο, δεν είχε την ειδική δικαιοπρακτική ικανότητα, να καταρτίσει αυτήν, διότι δεν εμπίπτει στο άρθρο 2 παρ. 1Α του ν. 1665/1986 (γενικώς), εξειδικεύοντας ότι ως ενωσιακό χρηματοδοτικό ίδρυμα δεν τήρησε τις διατυπώσεις γνωστοποίησης της παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών, ήτοι παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα, η οποία αποδεικνύεται από το μη εντοπισμό της στον Πίνακα 3 με τίτλο "Πίνακα Χρηματοδοτικών Ιδρυμάτων, κατά Χώρα Προέλευσης (Έδρα) που Γνωστοποίησαν την Πρόθεση Υπηρεσιών Χωρίς Εγκατάσταση" της Τ.τ.Ε., και δεν πρόβαλλε, ως λόγο ακυρότητας της σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης και εντεύθεν μεταβίβασης της κυριότητας των ακινήτων, τη μη συνδρομή των αναφερόμενων στις διατάξεις του άρθρου 18 παρ.1 α- ε του ν. 3601/2007, ως προϋποθέσεων παροχής από την αναιρεσίβλητη της άνω υπηρεσίας, στην ημεδαπή, και κυρίως της περίπτωσης -δ- με την οποία προβλέπεται η ως άνω δήλωση του μητρικού ενωσιακού πιστωτικού ιδρύματος.

Σε κάθε περίπτωση, από την παραπάνω επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, κατά τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρ. 18 παρ. 1 (α) (β) (γ) (ε), ενώ η μη συγκοινοποίηση δήλωσης ενωσιακού πιστωτικού ιδρύματος του άρθρου 18 παρ. δ του ν. 3601/2007 δεν επιφέρει ακυρότητα της καταρτισθείσας σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, ακόμη και στην περίπτωση μη έκδοσης αυτής από το ενωσιακό πιστωτικό ίδρυμα, διότι επάγεται μόνο επιβολή διοικητικών κυρώσεων, κατ' αρχήν από την αρμόδια αρχή του κράτους καταγωγής, και, στη συνέχεια, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, από την ημεδαπή αρχή ΤτΕ, ως αρμόδιας αρχής άσκησης τραπεζικής εποπτείας, όπως αναλύεται ανωτέρω, και όχι αστικής φύσης ακυρότητα της καταρτισθείσας σύμβασης Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έκτος κατά τα οικεία μέρη, πρόσθετος λόγος αναίρεσης του από 01-02-2023 δικογράφου πρόσθετων λόγων, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση: 1) για εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 18 παρ. 1γ του ν. 3601/2007 σε συνδυασμό με το άρθρ. 2 παρ. 1Αβ του ν. 1665/1986, επικαλούμενη, ότι απαιτείται άμεσος και όχι έμμεσος έλεγχος της θυγατρικής, και με βάση τις παραδοχές, μητρική της αναιρεσίβλητης είναι η εταιρία χρηματοδοτικών μισθώσεων κατοικιών με την επωνυμία "...", ως κατέχουσα το 99,40% των μετοχών αυτής, και όχι το ενωσιακό πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "...", ως καταλήγει, 2) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του 18 παρ. 1δ του ν. 3601/2007, στην οποία προβλέπεται (εγγυητική) δήλωση του μητρικού πιστωτικού ιδρύματος για την εις ολόκληρον ευθύνη των υποχρεώσεων του χρηματοδοτικού ιδρύματος, επικαλούμενη ότι αρκέστηκε σε λιγότερα πραγματικά περιστατικά απ' όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές, και, ειδικότερα, στη διαπίστωση της δικαιοπρακτικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, με την παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη περιλήφθηκε χωρίς καμία διαδικασία, το έτος 2018, ήτοι μετά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, στο σχετικό Πίνακα της ΤτΕ, για την παροχή των άνω διασυνοριακών υπηρεσιών στην ημεδαπή, χωρίς καμία διαδικασία, και μάλιστα σε χρόνο που ίσχυαν οι διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 4261/1014, με τον οποίο ενσωματώθηκε η μεταγενέστερη Οδηγία 2013/36/ΕΕ, 3) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 18 του ν. 3601/2007 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1Α δ του ν. 1665/1986, διότι στηρίχθηκε σε διαφορετικά περιστατικά από αυτά που απαιτεί ο νόμος, αφού η παραπάνω εκ των υστέρων κάλυψη της έλλειψης συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων, που επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν θεραπεύει τη φερόμενη από την αναιρεσείουσα αρχική ακυρότητα που παρήχθη με την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι απαράδεκτος στο σύνολό του.

Και, τούτο, διότι οι φερόμενοι, ως παραβιασθέντες, κανόνες δικαίου δεν συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του τελικού νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, που αφορά τις συνέπειες της έλλειψης των προϋποθέσεων του άρθρου 2 παρ. 1 Α (και ιδίως δ) του ν. 1665/1986 και, ειδικότερα, της κατά παραπομπή διάταξης του άρθρου 15 παρ. 3 και 18 παρ. 2α του ν. 3601/2007, που είναι αντίστοιχες του άρθρου 35 παρ. 3 και 41 παρ. 2α του ν. 4261/2014, με τις αυτές ρυθμίσεις, παράλειψης της διαδικασίας κοινοποίησης - γνωστοποίησης της πρόθεσης της αναιρεσίβλητης να παρέχει διασυνοριακώς υπηρεσίες χρηματοδοτικών μισθώσεων, που εισήχθηκαν, με την αγωγή, στη δίκη και όχι στους φερόμενους από την αναιρεσείουσα ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, οι οποίοι μάλιστα δεν συνδέονται με αστικής φύσης κυρώσεις της ένδικης σύμβασης, Επιπλέον, η με στοιχείο -3- αιτίαση είναι αβάσξμη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης δεν στηρίχθηκε στην εκ των υστέρων (2018) θεραπεία της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα νομιμοποίησης λειτουργίας της αναιρεσίβλητης στην ημεδαπή, ως χρηματοδοτικό ίδρυμα παροχής διασυνοριακώς υπηρεσιών αλλά στη μη επέλευση ακυρότητας στην καταρτισθείσα απ' αυτήν αντίστροφη χρηματοδοτική μίσθωση, λόγω παραλείψεων, οι οποίες (παραλείψεις) επάγονται διοικητικά μέτρα.

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω με στοιχεία 1 και 3 λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και για το λόγο ότι, κατά τα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση γενόμενα πραγματικά περιστατικά: η αναιρεσίβλητη, κατά τον κρίσιμο χρόνο, είναι, κατά τα αναπτυσσόμενα στη μείζονα σκέψη, χρηματοδοτικό ίδρυμα θυγατρικό του αναφερόμενου ενωσιακού πιστωτικού ιδρύματος, ως ελέγχον, πλέον του 90% των δικαιωμάτων ψήφων μέσω διαδοχικών θυγατρικών εταιριών και η έλλειψη συγκοινοποίησης, με τη γνωστοποίηση της πρόθεσης της αναιρεσίβλητης να παρέχει στην ημεδαπή διασυνοριακών υπηρεσιών, στην ΤτΕ της εγγυητικής δήλωσης του ενωσιακού πιστωτικού ιδρύματος, ακόμη και στην περίπτωση της μη προηγούμενης, του κρίσιμου χρόνου, έκδοσής του από το ενωσιακό πιστωτικό ίδρυμα, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της ένδικης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης. [4] Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, ως προς το ουσιώδες ζήτημα κτήσης κυριότητας από την αναιρεσίβλητη στα ένδικα ακίνητα με το επ' αυτού ξενοδοχείο, λόγω πώλησης, και, στη συνέχεια, εκμίσθωσης αυτού από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα, διότι διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των αυτών παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις το ανωτέρω καταληκτικό της προσβαλλόμενης πόρισμα ουσιαστικής απόρριψης της αγωγής, λόγω εγκυρότητας της ένδικης σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης.

Επομένως, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος επικουρικός, κατά το οικείο μέρος, πρόσθετος λόγος αναίρεσης του από 28-01-2022 δικογράφου πρόσθετων λόγων, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Επίσης, ο ίδιος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος επικουρικός πρόσθετος λόγος, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται: 1) ότι δεν διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόλου παραδοχή, για την ύπαρξη δήλωσης από το μητρικό πιστωτικό ίδρυμα, μετά από άδεια της αρμόδιας αρχής του κράτους καταγωγής, προς την ΤτΕ ότι αναλαμβάνει την εις ολόκληρον ευθύνη για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το χρηματοδοτικό ίδρυμα στην ημεδαπή, με εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1Α δ του ν. 1665/1986 και 18 παρ. 1δ του ν. 3601/2007, και 2) ότι δεν διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόλου παραδοχή, για το αν η αρμόδια αρχή του κράτους καταγωγής προέβη σε έκδοση πιστοποιητικού επαλήθευσης, που προβλέπεται στο άρθρο 18 παρ. 2α του ν. 3601/2007, για την επαλήθευση όλων των προβλεπόμενων στο άρθρο 18 παρ. 1 και ιδίως αυτής της περίπτωσης -δ-, επισυναπτόμενου στην από την ...

αρμόδια αρχή κοινοποιούμενη στην ΤτΕ γνωστοποίηση της πρόθεσης της αναιρεσίβλητης παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών χρηματοδοτικής μίσθωσης, είναι απαράδεκτος. Ειδικότερα: 1) ως αλυσιτελής, διότι δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό θεμελιωτικό της αγωγής, επειδή η έλλειψη κοινοποίησης από την αρμόδια αρχή του κράτους προέλευσης της γνωστοποίησης της αναιρεσίβλητης, στην οποία επισυνάπτεται και πιστοποιητικό επαλήθευσης των προϋποθέσεων και της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος, δεν ασκεί επιρροή στο καταληκτικό της προσβαλλόμενης απόφασης πόρισμα, διότι δεν συνεπάγονται ακυρότητα της καταρτισθείσας από την αναιρεσίβλητη, σύμβαση, που, κατά τις παραδοχές, αποτελεί ενωσιακό χρηματοδοτικό ίδρυμα, θυγατρικό ενωσιακού πιστωτικού ιδρύματος και 2) λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αναιρεσείουσα πρόβαλε, με την αγωγή της, περίπτωση ακυρότητας, λόγω μη συνδρομής της ανωτέρω υπό στοιχείο δ' προϋπόθεσης του άρθρου 18 παρ. 1 του ν. 3601/2007, και ως εφεσίβλητη επανέφερε το λόγο αυτό, με τις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ή ότι συντρέχει περίπτωση της προβολής, κατ' άρθρ. 527 ΚΠολΔ, το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ή περίπτωση του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι προβολής για πρώτη φορά στην Άρειο Πάγο.

Περαιτέρω, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης του από 01-02-2023 δικογράφου πρόσθετων λόγων, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς το φερόμενο από την αναιρεσείουσα ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης έννομου συμφέροντος της αναιρεσείουσας να επικαλεστεί ακυρότητα της αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, με επίκληση ότι δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι: 1) η αναιρεσείουσα έχει διαβεβαιώσει την αναιρεσίβλητη ότι θα επιστρέψει το οφειλόμενο μέρους του τιμήματος της επιμέρους σύμβασης πώλησης και ότι θα της το καταβάλει με τους τόκους και τα έξοδα, προσφερόμενη, ταυτόχρονα, και σε εμπράγματη εξασφάλιση της αναιρεσίβλητης, και 2) γιατί η μη εξασφαλισμένη ρευστότητα δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας και καθιστά ασύμφορη τη διεκδίκηση των παραπάνω ακινήτων της, είναι αβάσιμος.

Και, τούτο, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το καταληκτικό αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης δεν στηρίχθηκε στην άποψη ότι υφίσταται σχετική ακυρότητα υπέρ του αντισυμβαλλόμενου του χρηματοδοτικού ιδρύματος αλλά στο γεγονός ότι η παράλειψη της διαδικασίας γνωστοποίησης - κοινοποίησης της γνωστοποίησης, με το επισυναπτόμενο πιστοποιητικό επαλήθευσης, δεν συνεπάγεται οιανδήποτε ακυρότητα της ένδικης σύμβασης.

Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος, κατά το οικείο μέρος, πρόσθετος λόγος αναίρεσης του από 01-02-2023 δικογράφου πρόσθετων λόγων, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με καθόλου αιτιολογίες απέρριψε, άλλως σιωπηρά, τον ισχυρισμό της ότι η αναιρεσίβλητη δεν έχει έννομο συμφέρον α) να αντιμάχεται την αγωγή της αναιρεσείουσας, β) να μην συναινεί στην αποδοχή της ένδικης αγωγής, παρόλο που είναι απολύτως εξασφαλισμένη η απαίτηση της αναιρεσίβλητης για απόδοση σ' αυτήν του δανείσματος, και εκμεταλλευόμενη η αναιρεσίβλητη την ανυπέρβλητη οικονομική συγκυρία, την απέβαλε από το ξενοδοχειακό ακίνητο, με αποτέλεσμα να την οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή και αφανισμό αυτής, χωρίς η αναιρεσίβλητη να εξαρτά από την ενέργειά της ηθικό, νόμιμο δικαίωμα και συμφέρον, αλλά έχει σκοπό και αποτέλεσμα να αποκτήσει το ακίνητο της αναιρεσείουσας, αξίας 50.000.000 δρχ., υπέρτερης του δανείσματος - τιμήματος των 13.000.000 δρχ., είναι απαράδεκτος.

Ειδικότερα, 1) λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, ούτε ο τρόπος με τον οποίο προβλήθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας και 2) διότι αποτελούν αλυσιτελή πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας για την υποστήριξη των απόψεών της, αντίθετων προς τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω πρόσθετος λόγος είναι και αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, επιπρόσθετη αιτιολογία, ότι η αναιρεσίβλητη δεν άσκησε καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης. Περαιτέρω, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης του από 01-02-2023 δικογράφου πρόσθετων λόγων, κατά τα οικεία μέρη αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 18 παρ. 1γ και δ του ν. 3601/2007, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1Α δ του ν. 1665/1986, με την επίκληση ότι κατέληξε στο πόρισμα της εγκυρότητας της επίδικης σύμβασης, 1) Καθόσον ενώ διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη ότι οι μετοχές της αναιρεσίβλητης κατέχονται σε ποσοστό 99,40% από την ...

εταιρία "...", καταλήγει στο ότι μητρική της αναιρεσίβλητης είναι το πιστωτικό ίδρυμα "..." και 2) αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση στην ελάσσονα πρότασή της, στην συμπερίληψη της αναιρεσίβλητης στον Πίνακα της ΤτΕ, με υπερδεκαετή χρονοκαθυστέρηση, το έτος 2018, οπότε επαληθεύτηκε από την αρμόδια αρχή του κράτους προέλευσης η παραπάνω εγγυητική δήλωση του ενωσιακού πιστωτικού ιδρύματος, με τις ισχύουσες το έτος 2018 προϋποθέσεις, ως αιτιολογία, ενώ εφαρμόζονταν οι διατάξεις που ίσχυαν το έτος 2009, είναι αβάσιμος.

Και, τούτο, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες δικαίου δεν ήχθησαν προς δικαστική κρίση με την κρινόμενη αγωγή και σε κάθε περίπτωση απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω αιτιάσεις αποτελούν νομικά και πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη των απόψεων αυτής και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς που θεμελιώνουν την αγωγή.

Επιπροσθέτως, είναι και αβάσιμη, η με στοιχείο -1- αιτίαση, διότι κατά τις παραδοχές, πληρούται η έννοια της μητρικής επιχείρησης, με το ενωσιακό πιστωτικό ίδρυμα να ελέγχει την αναιρεσίβλητη μέσω θυγατρικής εταιρίας, και η με στοιχείο -2- αιτίαση, διότι το αποδεικτικό πόρισμα εγκυρότητας της ένδικης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης δεν στηρίχθηκε στην εκ των υστέρων (το έτος 2008) φερόμενη από την αναιρεσείουσα νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης να παρέχει διασυνοριακώς υπηρεσίες χρηματοδοτικής μίσθωσης στην ημεδαπή αλλά στη μη επαγωγή ακυρότητας της ένδικης σύμβασης. [5] Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΑΠ 977/2022, ΑΠ 544/2021, ΑΠ 281/2021, ΑΠ 1034/2021), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 513/2022, ΑΠ 567/2021, ΑΠ 1072/2005).

Δεν αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 804/2023, ΑΠ 322/2020). Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνήσεις (αιτιολογημένη ή μη), οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 522/2023, ΑΠ 2068/2022).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 51/2023, ΑΠ 2068/2023, ΑΠ 455/2021).

Με τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 3 του ΚΠολΔ, με τις οποίες ορίζεται ότι "κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη". Η αρχή αυτή του δικαίου της αναίρεσης αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της γενικότερης δικονομικής αρχής που διατυπώνεται στο άρθρο 160 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία δεν έχει δικαίωμα να προτείνει λόγο αναίρεσης εκείνος του οποίου η συμπεριφορά προκάλεσε λόγο αναίρεσης.

Αυτό σημαίνει ότι απαραδέκτως προτείνεται λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε πράξη, την οποία έχει ενεργήσει ο αναιρεσείων και, γενικότερα, την οποία προκάλεσε η συμπεριφορά του, εκτός αν ο λόγος αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 1548/1979, ΑΠ 20/2022, ΑΠ 1641/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη ότι η προσβαλλόμενη παρέλειψε να λάβει υπόψη ισχυρισμό που πρότεινε, με την αγωγή, για τη θεμελίωση αυτής, και επανέφερε, με τις προτάσεις της, ως εφεσίβλητη, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι η αναιρεσίβλητη δεν διέθετε, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, την ειδική δικαιοπρακτική ικανότητα, που απαιτείται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Α δ του ν. 1665/1986, λόγω μη τήρησης των απαιτούμενων, από τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 3 και 18 παρ. 2α του ν. 3601/2007, διατυπώσεων για την, εκ μέρους της, παροχή διασυνοριακώς υπηρεσιών στην Ελλάδα, χωρίς εγκατάσταση που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι άγει σε, τουλάχιστον, σχετική ακυρότητα της σύμβασης και την παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης της αγωγής της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής.

Και, τούτο, διότι κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αποτελεί πράγμα, με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο μη νόμιμος παραπάνω ισχυρισμός, καθόσον η παροχή, διασυνοριακώς, υπηρεσιών χρηματοδοτικής μίσθωσης, με παράλειψη των ανωτέρω διατυπώσεων γνωστοποίησης - κοινοποίησης από ενωσιακό χρηματοδοτικό ίδρυμα, θυγατρικό ενωσιακού πιστωτικού ιδρύματος, με γνωστοποίηση στην αρχή του κράτους καταγωγής, κοινοποίηση από την αρχή του κράτους καταγωγής στην ΤτΕ, αρμόδια αρχή της ημεδαπής, της γνωστοποίησης, με επισυναπτόμενο πιστοποιητικό επαλήθευσης των προϋποθέσεων του άρθρου 18 παρ. 1α-ε (μεταξύ των οποίων και η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος), δεν επάγονται ακυρότητα της ένδικης σύμβασης, διότι αποτελούν κανόνες συστηματικά εντασσόμενους στο δίκαιο της τραπεζικής εποπτείας και φέρουν χαρακτήρα δημοσίου δικαίου, αποσκοπούν δε στη διευκόλυνση της άσκησης εποπτείας από την εποπτική αρχή της Τράπεζας της Ελλάδος.

Σε κάθε περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε, διότι η παράλειψη των επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα δεν επιφέρει ακυρότητα. Περαιτέρω, ο από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος κατά το οικείο μέρος, πρόσθετος λόγος του από 28-01-2022 δικογράφου πρόσθετων λόγων, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη ότι δεν έλαβε υπόψη τους πραγματικούς ισχυρισμούς που θεμελιώνουν την αγωγή της, και ειδικότερα, ότι με την αγωγή επικαλέστηκε, κατά ορθή ανάγνωση του δικογράφου αυτής, με βάση τη συνολική διηγηματική εκφορά του, ότι η ακυρότητα της ένδικης σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης θεμελιώνεται στην έλλειψη στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης, ως ...

χρηματοδοτικού ιδρύματος, που παρέχει διασυνοριακά στην Ελλάδα υπηρεσίες χρηματοδοτικής μίσθωσης, της ειδικής δικαιοπρακτικής ικανότητας του άρθρου 2 παρ. 1 δ του ν. 1665/1986, ισχυριζόμενη ότι δεν πληροί τόσο τις ουσιαστικές όσο και τις διαδικαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 18 του ν. 3601/2007, στο οποίο ως σύνολο γίνεται παραπομπή από την παραπάνω βασική διάταξη της περ.

δ του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 1665/1986, με αποτέλεσμα να περιοριστεί στον έλεγχο μόνο των διαδικαστικών προϋποθέσεων και να απορρίψει την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη είναι απαράδεκτος. Ειδικότερα, λόγω αλυσιτέλειας, διότι ενδεχόμενη παραβίαση αυτών δεν άγει σε αστικής φύσης έννομες συνέπειες και, ειδικότερα, ακυρότητα της ένδικης σύμβασης, ανεξαρτήτως: 1) της αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, προκειμένου να κριθεί αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα φερόμενα ως πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, ότι επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό, με τις προτάσεις της, ως εφεσίβλητη, ή ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) αβασιμότητας, διότι από την παραπάνω επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι, ως λόγος ακυρότητας της ένδικης σύμβασης διαλαμβάνεται μόνο ότι η αναιρεσίβλητη, ως ενωσιακό χρηματοδοτικό ίδρυμα, τον κρίσιμο χρόνο, δεν είχε την ειδική δικαιοπρακτική ικανότητα, να καταρτίσει αυτήν, διότι δεν εμπίπτει στην κατηγορία του άρθρου 2 παρ. 1Α (ιδίως στοιχείο δ) του ν. 1665/1986, επειδή δεν τήρησε τις διατυπώσεις γνωστοποίησης της παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών, ήτοι χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα, η οποία αποδεικνύεται από το μη εντοπισμό της στον Πίνακα 3 με τίτλο "Πίνακα Χρηματοδοτικών Ιδρυμάτων, κατά Χώρα Προέλευσης (Έδρα) που Γνωστοποίησαν την Πρόθεση Υπηρεσιών Χωρίς Εγκατάσταση" της Τ.τ.Ε., και δεν πρόβαλε ως λόγο ακυρότητας τη μη συνδρομή των αναφερόμενων στις διατάξεις του άρθρου 18 παρ.1 α- ε του ν. 3601/2007, ως προϋποθέσεων λειτουργίας της αναιρεσίβλητης, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση δ', για την ύπαρξη δήλωσης από το μητρικό πιστωτικό ίδρυμα (μετά από συγκατάθεση της αρμόδιας ...

αρχής) για την εις ολόκληρον ευθύνη αυτού για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει στην Ελλάδα η αναιρεσίβλητη, ως χρηματοδοτικό ίδρυμα παροχής χρηματοδοτικών μισθώσεων, Ο αυτός παραπάνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι προτείνει αυτόν το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, διότι προκύπτει ευθέως από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξέτασε το λόγο αυτό ακυρότητας της ένδικης σύμβασης, είναι απαράδεκτος, κυρίως λόγω της αυτής παραπάνω αλυσιτέλειας, αλλά και διότι κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δική του παράλειψη και να επικαλεστεί το πρώτον στον Α.Π.

επιπλέον λόγο ακυρότητας της ένδικης σύμβασης. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης του από 01-02-2023 δικογράφου πρόσθετων λόγων αυτής, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη ότι έλαβε υπόψη πράγμα που δεν πρότεινε ούτε η αναιρεσείουσα ούτε η αναιρεσίβλητη, και ειδικότερα, ότι έλαβε υπόψη ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει την κρινόμενη αγωγή, εκθέτοντας ότι σε περίπτωση κατάφασης της ακυρότητας της ένδικης σύμβασης η αναιρεσείουσα θα δικαιούταν να ανακτήσει τα ακίνητα, τα οποία μεταβίβασε, λόγω πώλησης, ταυτόχρονα, όμως, θα υποχρεούταν να αποδώσει στην αναιρεσίβλητη το σύνολο του εισπραχθέντος τιμήματος, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα να αναιρείται ο πρωταρχικός σκοπός της εξασφάλισης ρευστότητας για τον οποίο επιλέχθηκε από την αναιρεσείουσα η συγκεκριμένη μορφή σύμβασης, με αποτέλεσμα να απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας με φερόμενη από την αναιρεσείουσα επάλληλη αιτιολογία της έλλειψης έννομου συμφέροντος, είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής.

Και, τούτο, διότι δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του άρθρου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η νομική επιχειρηματολογία του δικαστηρίου που δεν συγκροτεί τη μείζονα πρόταση του τελικού νομικού συλλογισμού και αναφέρεται μόνο ιστορικώς ή διηγηματικώς ή πλεοναστικώς, όπως στην προκείμενη περίπτωση, και ανεξάρτητα από το εσφαλμένο ή μη της ερμηνείας.

Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον από την παραπάνω επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αποκλειστικά και μόνο λόγω εγκυρότητας της ένδικης σύμβασης αντίστροφης μίσθωσης, και χωρίς την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα επάλληλη αιτιολογία, ανεξαρτήτως ότι η με τον αναιρετικό λόγο (φερόμενη ως έτερη ισοδύναμη) αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για εγκυρότητα της ένδικης σύμβασης που στηρίζει το διατακτικό δεν πλήττεται επιτυχώς (ΑΠ 301/2023, ΑΠ 2092/2022).

Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος, κατά το οικείο μέρος, πρόσθετος λόγος αναίρεσης του από 01-02-2023 δικογράφου πρόσθετων λόγων, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι στην αναιρεσίβλητη, στην οποία μεταβιβάστηκαν τα ακίνητα αποκλειστικά και μόνο για εξασφάλιση της απαίτησης από το δάνειο 13.000.000,00 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο φερόμενο τίμημα, με κάρπωση των υπέρτερης αξίας ακινήτων αυτής, αξίας 50.000.000 ευρώ, ελλείπει το έννομο συμφέρον να αντιμάχεται την ένδικη αγωγή, να μην συναινεί στην αποδοχή αυτής και στο να μην αποδίδει στην αναιρεσείουσα τα ένδικα ακίνητα, μετά την αποβολή της αναιρεσείουσας απ' αυτά, με αναγκαστική εκτέλεση του οικείου μεταβιβαστικού συμβολαίου, ενώ η αναιρεσείουσα προσφέρει την πληρωμή αυτού, πλέον τόκων και εξόδων, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στη δίκη, και θα είχε ως αποτέλεσμα την αποδοχή της έφεσης της αναιρεσείουσας, που έβαλε μόνο κατά της παραδοχής της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, που πρόβαλε η αναιρεσίβλητη, με αποτέλεσμα να γινόταν δεκτή η αγωγή της, και να κρινόταν ως άκυρη η ένδικη σύμβαση αντίστροφής χρηματοδοτικής μίσθωσης, είναι απαράδεκτος.

Και, τούτο, διότι τα επικαλούμενα δεν αποτελούν πράγμα με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα και ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη των αντίθετων του καταληκτικού πορίσματος θέσεων αυτής. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία τον παραπάνω ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν, και, ειδικότερα με την παραδοχή ότι η σύμβαση αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι έγκυρη, και, ως εκ τούτου υφίσταται νόμιμη αιτία μεταβίβασης από την αναιρεσείουσα της κυριότητας των ακινήτων, λόγω πώλησης, στην αναιρεσίβλητη και εκμίσθωσης από την τελευταία των ακινήτων στην αναιρεσείουσα και, ως εκ τούτου οφειλής από την τελευταία μισθωμάτων, των οποίων, κατά τις παραδοχές, κατέστη υπερήμερη.

Περαιτέρω, ο από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης του από 01-02-2023 δικογράφου πρόσθετων λόγων, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τους διαλαμβανόμενους, στην από 06-11-2019, έφεσή της, την οποία άσκησε ως ηττηθείσα διάδικος, λόγους έφεσης, και ειδικότερα, τον πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης, με τον οποίους επικαλέστηκε, αντίστοιχα, ότι η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στις απολύτως άκυρες δικαιοπραξίες, στις διατάξεις που έχουν έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της προταθείσας, από την αναιρεσίβλητη, ως εναγόμενη - εφεσίβλητη, ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, και ότι είναι απαράδεκτη η προβολή αυτής από την αναιρεσίβλητη, ως εναγόμενη - εφεσίβλητη, είναι απαράδεκτος.

Και τούτο, διότι, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραπάνω επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης και η αγωγή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, λόγω εγκυρότητας της σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, με αποτέλεσμα να παρέλκει η εξέταση της έφεσης της αναιρεσείουσας, και των λόγων αυτής, που έβαλε κατά της, με την εκκαλούμενη απόφαση, δεκτής γενόμενης, επικουρικώς, προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, εναντίον της οποίας βάλλουν οι παραπάνω λόγοι έφεσης της αναιρεσείουσας, ως εκκαλούσας. [6] Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 601/2021, ΑΠ 96/2020), οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 141/2023). Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 11γ έκτος πρόσθετος, κατά το οικείο μέρος, λόγος του από 01-02-2023 δικογράφου πρόσθετων λόγων, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη την συναγόμενη από 06-11-2020 προτάσεις της, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ομολογία ότι η αναιρεσίβλητη έχει, οψίμως, νομιμοποιήσει την επιχειρηματική της δραστηριότητα στην Ελλάδα, συγκεντρώνοντας και υποβάλλοντας, στις 17-07-2018, τα σχετικά έγγραφα και πιστοποιητικά που απαιτεί ο νόμος, στην ΤτΕ, μέσω του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35 της Οδηγίας 2013/36 ΕΚ καθώς και τα αποδεικτικά έγγραφα που συνοδεύουν την παραπάνω ομολογία, που αν λάμβανε υπόψη θα έκρινε με βεβαιότητα ότι η όψιμη καταχώριση δεν θεραπεύει την έλλειψη, κατά το κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης, των προϋποθέσεων που απαιτούν οι διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1δ του ν. 3601/2007 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1Α δ του ν. 1665/1986, και την συνακόλουθη ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης κυριότητας, λόγω έλλειψης νόμιμης αιτίας, είναι απαράδεκτος.

Και, τούτο: 1) λόγω αλυσιτέλειας, διότι τα φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, καθώς το καταληκτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, περί εγκυρότητας της ένδικης συμβάσης, δεν στηρίχθηκε στην εκ των υστέρων θεραπεία της έλλειψης με καταχώριση στον οικείο Πίνακα της ΤτΕ, με πλήρωση των διαδικαστικών προϋποθέσεων παροχής διασυνοριακώς υπηρεσιών χρηματοδοτικής μίσθωσης, αλλά στο γεγονός ότι η παράλειψη καταχώρησης στον οικείο Πίνακα της ΤτΕ δεν συνεπάγεται αστικής φύσης κυρώσεων, και, ειδικότερα, ακυρότητα της καταρτισθείσας από την αναιρεσίβλητη ένδικης σύμβασης, ανεξαρτήτως ότι η μη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων παροχής της παραπάνω διασυνοριακής υπηρεσίας, δεν κατήχθη από την ενάγουσα - αναιρεσείουσα στη δίκη, ως λόγος ακυρότητας της ανωτέρω σύμβασης, σε κάθε δε περίπτωση, η παράλειψη αυτή δεν επάγεται την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα συνέπεια της ακυρότητας της ένδικης σύμβασης, 2) λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται ότι έγινε επίκληση των φερόμενων ως αγνοηθέντων αποδεικτικών μέσων από την αναιρεσείουσα ούτε ποια ήταν τα συνοδεύοντα έγγραφα (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 141/2023, ΑΠ 1603/2022) 3) λόγω αλυσιτέλειας, ως προς τα συνοδεύοντα έγγραφα, διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για συναγωγή εξώδικης ομολογίας από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 470/2022, ΑΠ 33/2021, ΑΠ 201/2021, ΑΠ 991/2021).

VΙ. Η προδικαστική παραπομπή, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 19, παράγραφος 3, στοιχείο β', της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), αποτελεί θεμελιώδη μηχανισμό του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σκοπός της είναι η διασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου αυτού στην Ένωση, με την παροχή στα δικαστήρια των κρατών μελών ενός μέσου το οποίο τους επιτρέπει να υποβάλλουν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) προδικαστικά ερωτήματα, σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή το κύρος των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης.

Το ΔΕΕ έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας ή του κύρους του δικαίου της Ένωσης, που ασκείται με αποκλειστική πρωτοβουλία του εθνικού δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το αν οι διάδικοι της κύριας δίκης έχουν εκφράσει ή όχι την επιθυμία για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο.

Στο εθνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά και το οποίο φέρει την ευθύνη της απόφασης, που θα εκδοθεί, εναπόκειται αποκλειστικά να εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής απόφασης, προκειμένου να εκδώσει τη δική του απόφαση, όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο.

Τα δικαστήρια, δηλαδή, των κρατών μελών μπορούν να υποβάλλουν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης, εφόσον εκτιμούν ότι η επίλυση του ζητήματος από το Δικαστήριο είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους απόφασης (άρθρο 267, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ).

Η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη, ιδίως, όταν ανακύπτει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου νέο ερμηνευτικό ζήτημα, το οποίο έχει γενικότερη σημασία για την ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να παράσχει τις διευκρινίσεις, που είναι αναγκαίες σε ένα καινοφανές νομικό ή πραγματικό πλαίσιο.

Ωστόσο, όταν ανακύπτει ζήτημα σε υπόθεση εκκρεμή ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό οφείλει να υποβάλει στο Δικαστήριο τέτοιο ερώτημα (άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ), εκτός εάν υπάρχει ήδη σχετική νομολογία ή εάν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία, ως προς την ορθή ερμηνεία του οικείου κανόνα δικαίου (ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 948/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, επειδή δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για την ερμηνεία των εφαρμοσθέντων ως άνω διατάξεων του εθνικού δικαίου, με τις οποίες ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο η Οδηγία 2006/48/ΕΕ, με τις οποίες δεν επάγεται ακυρότητα της σύμβασης αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης, δεν συντρέχει λόγος υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, κατά το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), και, ανεξαρτήτως του ότι η εξέταση του σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, παρέλκει λόγω της δηλωθείσας από την τελευταία επικουρικής υποβολής αυτού.

V

ΙΙ. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτής, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 06-04-2021 αίτηση αναίρεσης, τους από 28-01-2022 και από 01-02-2023 πρόσθετους λόγους της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρεία" κατά της με αριθμ. 57/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ