Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds failing to specify Article 559 Civil Procedure Code errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against a final appellate court decision regarding a horizontal property dispute. The appellants submitted a request for cassation citing general legal errors under Article 559 of the Code of Civil Procedure but failed to identify specific factual circumstances supporting these claims. The court ruled that the appeal was inadmissible because the grounds were too vague and did not sufficiently define the alleged legal defects required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal error with reference to factual circumstances; general allegations without specific identification of the error render the appeal inadmissible for vagueness.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 584 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 584/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Μ. του Γ., 2) Κ. χήρας Γ. Μ., το γένος Σ. Θ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ζηκογιάννη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Μ., 2) Κ.-Ό. Α. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κυπριώτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειουσών, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 14-3-2018 αγωγή της ήδη α' αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6875/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14-5-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14-05-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 6875/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 5 εδ. α`, 7 παρ. 1, 8 και 13 του Ν. 3741/1929, "περί ιδιοκτησίας κατ` ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 του Εισαγωγικού νόμου αυτού, και 1117 του ΑΚ, συνάγεται ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ` ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή απ` όλους τους οροφοκτήτες χρήση.
Μεταξύ των μερών αυτών περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια ανελκυστήρων, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, το ηλιακωτό δώμα. Εξάλλου, με βάση το άρθρο 2 παράγραφος 1 του ν. 3741/1929, προσδιορίζονται τα κριτήρια υπαγωγής στην ομάδα των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, που δεν αναφέρονται ρητά στη συμφωνία ή στο νόμο.
Ειδικότερα, ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί.
Αν τούτο δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις. Στην τελευταία περίπτωση, κριτήριο για το χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του.
Δεδομένου ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 επ. του Ν. 3741/ 1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου, αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα superficies solo cedit, που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α` του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ` εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου.
Επί οριζόντιας ιδιοκτησίας, μεταξύ άλλων, η πυλωτή, η οποία προβλέπεται από τα άρθρα 22 παράγραφος 9 και 32 παράγραφος 4 του νομοθετικού διατάγματος 8/1973 "περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού", όπως αντικαταστάθηκαν από τις παραγράφους 22 και 33 του άρθρου 1 του νομοθετικού διατάγματος 205/1974, επί κατασκευής της οικοδομής επί υποστυλωμάτων για τη δημιουργία στο ισόγειο ανοικτού στεγασμένου χώρου, ο οποίος αφήνεται εξ ολοκλήρου κενός και χρησιμεύει για τη στάθμευση αυτοκινήτων, αποτελεί αντικείμενο αναγκαίας συγκυριότητας και ανήκει στα κοινόχρηστα πράγματα για όλους τους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων, καθένας από τους οποίους δικαιούται να ποιείται απόλυτη χρήση, εκτός εάν με συμφωνία που τον δεσμεύει, αποκλείστηκε από το δικαίωμα αυτό, το οποίο διαφυλάχθηκε για μερικούς μόνο από τους ιδιοκτήτες (ΑΠ 23/2000), με ειδική μεταξύ των συνιδιοκτητών του εδάφους συμφωνία, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών (άρθρο 5 και 13 παρ. 1 του Ν. 3741/1929), αλλά για τον προορισμό που το τμήμα αυτό από τη φύση του έχει και προκύπτει από τις λειτουργικές χρησιμότητες του οικοδομήματος που ορίζονται από τον κανονισμό, την τοποθεσία του ακινήτου και τις τακτικές συνήθειες της περιοχής, οπότε η χρήση του δεν ανήκει σε όλους από κοινού τους συνιδιοκτήτες του εδάφους (ΑΠ 932/2021).
Η εν λόγω συμφωνία συνήθως περιλαμβάνεται στον καταρτιζόμενο με κοινή συναίνεση όλων κανονισμό, χωρίς να αποκλείεται να περιληφθούν και στην ίδια την συστατική πράξη της οροφοκτησίας. Η συμφωνία αυτή ενέχουσα περιορισμό της κυριότητας των λοιπών συνιδιοκτητών φέρει τον χαρακτήρα δουλείας υπέρ του συνιδιοκτήτη, που απέκτησε την ανωτέρω αποκλειστική χρήση και είναι έγκυρη (άρθρο 13 παρ. 3 Ν. 3741/1929).
Δεν είναι όμως πραγματική δουλεία με την στενή έννοια του όρου των άρθρων 1118 και 1119 του ΑΚ, αλλά με την έννοια ότι δεσμεύει τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των συμβληθέντων και αντιτάσσεται κατά των τρίτων (ΑΠ 547/2021, ΑΠ 454/2017, ΑΠ 318/2013). Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται, κατά περίπτωση, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και στο πλαίσιο του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσης της οροφοκτησίας.
Κάθε συνιδιοκτήτης, εφόσον από τις ενέργειες άλλου συνιδιοκτήτη παραβλάπτεται στη χρήση των κοινών πραγμάτων και μειώνεται η ασφάλεια της οικοδομής, έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (ΑΠ 505/2022, ΑΠ 932/2021, ΑΠ 532/2019, ΑΠ 273/2018). Εκτός των ανωτέρω, τυχόν πολεοδομική τακτοποίηση των αυθαίρετων κατασκευών με την τυχόν πληρωμή των σχετικών προστίμων στην Πολεοδομική Αρχή, δεν νομιμοποιεί τις κατασκευές αυτές έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, ούτε παύει η εξ αυτών παρακώλυση της ελεύθερης και απρόσκοπτης χρήσης των κοινόχρηστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες (ΑΠ 970/2022, ΑΠ 70/2019, ΑΠ 442/2019, ΑΠ 1655/2018).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 13 παρ. 1 του ν. 3741/1929 και 9 του ν. 1562/1985, προκύπτει ότι η μεταβολή των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και των περιορισμών της κυριότητας που έχουν κανονιστεί με την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και τον κανονισμό, μπορεί να γίνει α) με ομόφωνη απόφαση των οροφοκτητών που πρέπει να καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί (ΑΠ 1655/2018, ΑΠ 92/2017, ΑΠ 298/2015), β) με δικαστική απόφαση, όταν το ζητήσουν συγκύριοι, που αντιπροσωπεύουν το 65% και γ) με απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, που λαμβάνεται με πλειοψηφία, αν προβλέπεται τέτοια δυνατότητα από τον κανονισμό.
Αναφορικά με την τελευταία αυτή περίπτωση, είναι δυνατή η ανάθεση με τον κανονισμό στη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών του δικαιώματος τροποποίησης συγκεκριμένων όρων του κανονισμού, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και με καθορισμένη πλειοψηφία. Στην περίπτωση αυτή, και αν ακόμη η ανάθεση που γίνεται από τον κανονισμό είναι απεριόριστη, η τροποποίηση από την πλειοψηφία δεν μπορεί να θίγει δικαιώματα των (μειοψηφούντων) συνιδιοκτητών, τα οποία υφίστανται από το νόμο, τη σύσταση της οροφοκτησίας ή τον κανονισμό, διότι το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3741/1929 περιορίζει, ρητά, τα δικαιώματα που η παμψηφία μπορεί να εκχωρήσει σε ορισμένη πλειοψηφία μόνο σε αποφάσεις, οι οποίες αφορούν τη συντήρηση, βελτίωση ή χρήση των κοινών μερών και οι οποίες λαμβάνονται για το κοινό συμφέρον (ΑΠ 683/2014, ΑΠ 1681/2008).
Έτσι, δεν επιτρέπεται να τροποποιηθεί, από την πλειοψηφία των συνιδιοκτητών, ο προσδιορισμός των αδιαίρετων-κοινών μερών της οικοδομής ή η συμφωνία χρήσης αυτών και, συνακόλουθα, η τροποποίηση αυτή του κανονισμού ή της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, εφόσον έγινε χωρίς τη συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών, είναι ανίσχυρη και δεν δεσμεύει τους διαφωνούντες, ακόμη και αν περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφεί (ΑΠ 683/2014).
Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση που οι συνιδιοκτήτες, κατ` απόκλιση του κανονισμού ή σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας συμφωνήσουν επί θεμάτων που ρυθμίζονται σε αυτόν, χωρίς να συνταχθεί προς τούτο συμβολαιογραφικό έγγραφο και να υποβληθεί σε μεταγραφή, οπότε, ναι μεν οι συμφωνίες αυτές δεν τροποποιούν τον κανονισμό και δεν παράγουν τα οικεία αποτελέσματα, πλην όμως, αν ρυθμίζουν ενοχικές σχέσεις, ισχύουν μεταξύ των συμβαλλόμενων (ΑΠ 1158/2022, ΑΠ 1655/2018, ΑΠ 298/2015).
Εξάλλου, με το άρθρο 98 με τίτλο "Ειδικές ρυθμίσεις του ν.δ. 1024/1971 (Α` 232) και του ν. 3741/1929" παρ. 9 του ν. 4495/2017 (ΦΕΚ Α 167/3.11.2017) "Έλεγχος και προστασία του δομημένου περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις" προβλέπεται ότι για την υπαγωγή στον παρόντα νόμο, οι υπόλοιπες περιπτώσεις οριζόντιας ιδιοκτησίας πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου, που αφορούν σε κατάληψη κοινόχρηστου χώρου ή αυθαιρεσίες επί κοινοχρήστων, απαιτείται η συναίνεση του πενήντα ένα τοις εκατό (51%) των συνιδιοκτητών και με το άρθρο 81 του Ν. 4759/2020 (ΦΕΚ Α 245/9.12.2020) προστέθηκε εδάφιο, ότι με το ίδιο ποσοστό συναίνεσης είναι δυνατή η αντίστοιχη τροποποίηση της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο άρθρο 81 του Ν. 4759/2020 (ΦΕΚ Α 245/9.12.2020).
Η ρύθμιση που εισάγεται με τους ν. 3741/1929 και 1024/1971, ως προς την απόκτηση και την κατάργηση ιδιαίτερων δικαιωμάτων χρήσης στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της υπαγόμενης στις ρυθμίσεις τους ιδιοκτησίας, εναρμονίζεται προς την ιδιαιτερότητα που δεσμεύει τις ιδιοκτησίες αυτές και, προπαντός, εξυπηρετεί την ανάγκη δημιουργίας κατάστασης σταθερότητας και ασφάλειας, σε σχέση προς τα δικαιώματα των ιδιοκτητών των οριζοντίων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της ιδιοκτησίας αυτής (ΑΠ 1231/2020, ΑΠ 1655/2018).
Κατ` εξαίρεση, η τροποποίηση αυτή μπορεί να γίνει με απόφαση του δικαστηρίου, στο πλαίσιο της συμπληρωματικής και διορθωτικής λειτουργίας του άρθρου 288 του Α.Κ. το οποίο έχει εφαρμογή σε όλο τον χώρο του ιδιωτικού δικαίου και αναφέρεται σε κάθε είδους ενοχές, είτε αυτές πηγάζουν από δικαιοπραξία είτε από τον νόμο.
Έτσι, με βάση τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, μπορεί, με απόφαση του δικαστηρίου, να τροποποιηθεί η ως άνω δικαιοπρακτική ρύθμιση, όταν, λόγω μεταβολής των συνθηκών, εξέλιπε το αντικειμενικό δικαιοπρακτικό της θεμέλιο, και ιδίως όταν η ρύθμιση αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο αδυναμίας ομαλής λειτουργίας της οριζόντιας ιδιοκτησίας (ΑΠ 1231/2020, ΑΠ 937/2008).
Η αγωγή τροποποίησης της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 288 Α.Κ. και μεταβολής της συμφωνίας χρήσης κοινόκτητου και κοινόχρηστου μέρους της οικοδομής απευθύνεται προς όλους τους λοιπούς συγκύριους, με την έννοια της υποχρεωτικής κοινής εναγωγής των τελευταίων, καθώς συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, διότι πρόκειται για διαφορά που επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση (76 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, επιπροσθέτως, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των 3 παρ. 1 εδ.
α του ν. 1562/1985. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε,δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων ή αντενστάσεων) Επομένως, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται, ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α' ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο, την αιτίαση ότι η αγωγή, ένσταση, αντένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1542/2021, ΑΠ 343/2020).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΑΠ 121/2022).
Εξάλλου, η νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής ή ανακοπής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 632/2021, ΑΠ 1101/2020).
Ι) Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, με στοιχείο Γ, μέρος της αναίρεσης και τους αντίστοιχους τρεις (3) λόγους, που αναφέρονται στα κεφάλαια της προσβαλλομένης που αφορούν στην από 14-03-2018 αγωγή της αναιρεσείουσας, Ε.
Μ., τα ακόλουθα: Η ενάγουσα Ε. Μ., ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, με την από 14-3-2018 αγωγή της, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στρεφόμενη κατά των εναγόμενων, ήδη αναιρεσίβλητων, αφού εξέθετε ότι η ίδια, τυγχάνει ψιλή κυρία της αναφερόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας (οροφοδιαμερίσματος), και ότι ο πρώτος και η δεύτερη αναιρεσίβλητοι, τυγχάνουν, αντίστοιχα, κύριος και ψιλή κυρία των αντίστοιχων αναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών (οροφοδιαμερισμάτων), και ότι το μη εισέτι μελλοντικώς ανεγερθησόμενο οροφοδιαμέρισμα του τετάρτου ορόφου, στο οποίο αντιστοιχεί 118/1000 ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο της περιγραφόμενης οικοδομής, ανήκει κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στις (συν)οικοπεδούχες Κ.
συζ. Γ.. Μ., μητέρα της πρώτης αναιρεσείουσας, Γ. Α., μητέρα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, και Έ. Α.-Κ., μητέρα του πρώτου αναιρεσίβλητου, ζήτησε: α) να διαταχθεί η τροποποίηση της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της προαναφερόμενης οικοδομής, στην οποία προβλέπεται ότι ο χώρος της πυλωτής είναι κοινόκτητος και κοινόχρηστος, προοριζόμενος για τη στάθμευση αυτοκινήτων, ώστε να παραχωρηθεί σ' αυτήν η αποκλειστική χρήση, ως κατοικίας, του αναφερόμενου κτίσματος, διαμερίσματος, που κατασκευάστηκε, καθ' υπέρβαση της άδειας οικοδομής και της σύστασης πράξης οριζόντιας ιδιοκτησίας, από τους δικαιοπαρόχους της, οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά από το 1975 έως το 1981 και έκτοτε από την οικογένειά της, και από το έτος 1993 από την ίδια ως παρακολούθημα του διαμερίσματός της, και επιπροσθέτως, οι αναιρεσίβλητοι δεν διαμαρτυρήθηκαν για την ύπαρξη του ένδικου αυθαίρετου κτίσματος από το 1975 και χρησιμοποίησαν αυτό για τις οικογενειακές εκδηλώσεις τους, επικαλούμενη, επιπλέον, ομολογία των αναιρεσιβλήτων για την ύπαρξη άτυπης συμφωνίας μεταξύ των δικαιοπαρόχων και στη συνέχεια των ίδιων των διαδίκων, για αποκλειστική χρήση του αυθαίρετου από την πρώτη αναιρεσείουσα, ως βοηθητικού-προσωπικού χώρου αυτής, διαχρονική συμφωνία αυτών στην τακτοποίηση του ένδικου κτίσματος από την πρώτη αναιρεσείουσα, με δαπάνες της, με επιδοκιμασία το έτος 2012, συμμετοχή της οικογένειας της δεύτερης αναιρεσίβλητης στην επέκταση του κτίσματος, αναβάθμιση της οικοδομής από το κτίσμα διαμερίσματος, που δεν παραβλάπτει τον προορισμό του χώρου, αφού είτε με το ένδικο κτίσμα είτε χωρίς αυτό, θα υφίστανται τρεις θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, οικονομική επένδυση της αναιρεσείουσας για τη συντήρηση του ένδικου κτίσματος διαμερίσματος, και ότι η άρνησή των αναιρεσιβλήτων για την τροποποίηση επιφέρει, κατ' άρθρα 281 και 288 ΑΚ, επαχθείς σ' αυτήν συνέπειες, χωρίς να προσδίδεται στους αναιρεσίβλητους κάποιο όφελος, και προκαλεί την εντύπωση κατάφορης αδικίας σε βάρος της, που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, με αντίστοιχη ανάληψη υποχρέωσης απ' αυτήν της υποχρέωσης για τακτοποίηση του κτίσματος, με δαπάνες της, και β) να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι: 1) να ανεχθούν την εκ μέρους της τακτοποίησή του αυθαίρετου κτίσματος διαμερίσματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4495/2017, και 2) την, για το λόγο αυτό, αποκλειστική χρήση αυτού.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "... η αγωγή είναι απορριπτέα για τους εξής λόγους: Για να χωρήσει τροποποίηση της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας με δικαστική απόφαση απαιτείται με αίτηση της πλειοψηφίας τουλάχιστον 65% των συγκυριών, όταν αυτή εμφανίζει ελλείψεις, που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας, προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω και δεν εκτίθενται στην αγωγή.
Η πρώτη εκκαλούσα-ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύει ποσοστό 29,4% των συγκυριών, ώστε δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να εγείρει από μόνη της την εν λόγω αγωγή, η οποία και για το λόγο αυτή είναι απαράδεκτη ως προς το πρώτο αίτημα... η νομιμοποίηση της παράνομης αυτής κατασκευής και η εξαίρεσή της από την κατεδάφιση, με την πληρωμή των σχετικών προστίμων της πολεοδομικής αρχής, δεν αίρει την απαγόρευση της ανέγερσής της σύμφωνα με τα προαναφερόμενα άρθρα του ν 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, διότι, με τον τρόπο αυτόν, η εν λόγω κατασκευή ούτε νομιμοποιείται έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, ούτε παύει η παρακώλυση της ελεύθερης και απρόσκοπτης χρήσης των κοινόχρηστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες (...).
Υπό τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα η άρνηση των εφεσιβλήτων-εναγομένων να συμπράξουν στην τροποποίηση της πράξης σύστασης της οριζόντιας ιδιοκτησίας με σκοπό να ανατεθεί στην αποκλειστική χρήση της 1ης εκκαλούσας το κτίσμα, το οποίο παράνομα έχει ανεγερθεί στην πυλωτή της οικοδομής, που από τη συστατική πράξη προβλέπεται μόνο ως χώρος στάθμευσης των αυτοκινήτων των συνιδιοκτητών, δεν παρίσταται ως καταχρηστική, ο δε σχετικός ισχυρισμός για πολεοδομική τακτοποίηση της κατασκευής αυτής δεν ασκεί έννομη επιρροή και αλυσιτελώς προβάλλεται σε κάθε περίπτωση.
Συνακόλουθα, το δεύτερο αίτημα της αγωγής είναι νόμω αβάσιμο". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ως προς την απόρριψη της αγωγής κατά το με στοιχείο -α- αίτημα αυτής, για τροποποίηση της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, κατά το αναφερόμενο μέρος αυτής, με ταυτόχρονη ανάληψη από την αναιρεσείουσα της σχετικής δαπάνης νομιμοποίησης, ορθώς μεν κατ' αποτέλεσμα αποφάνθηκε και σε ορθό διατακτικό οδηγήθηκε, με ορθή ερμηνεία και μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 288, 281 ΑΚ 4 παρ. 1, 13 παρ. 1 του ν. 3741/1929, 68 ΚΠολΔ, 3 παρ. 1α του ν. 1578/1985:
α) αν και με διάφορη αιτιολογία ως απαράδεκτη, επειδή ελλείπει η ενεργητική νομιμοποίηση του 65% της συνιδιοκτησίας, και β) αν και με ελλιπή αιτιολογία ως μη νόμιμης, διότι τα εκτιθέμενα δεν συνιστούν ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας, η οποία, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, αντικαθίσταται και συμπληρούται, αντίστοιχα, με την παρούσα.
Και, τούτο, διότι στην επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ένδικη αγωγή: α) πρέπει να ενάγονται όλοι οι συγκύριοι της οικοδομής, οι οποίοι, λόγω της αναγκαίας σύμπραξής τους στη μεταβολή της προβλεπόμενης στην πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας χρήσης κοινόκτητου και κοινόχρηστου ένδικου μέρους της πυλωτής, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, συνδέονται με αναγκαστική ομοδικία, με την έννοια της υποχρεωτικής κοινής νομιμοποίησης (εναγωγής) και, η μη εναγωγή επιφέρει το απαράδεκτο άσκησης της αγωγής, και ειδικότερα, λόγω μη ενάσκησης της αγωγής από ή κατά των (συγ)κυρίων των ελλειπόντων ποσοστών συγκυριότητας 11,8% εξ αδιαιρέτου, αντιστοιχούντων στην μελλοντικώς καθ' ύψος επέκταση του τετάρτου ορόφου της οικοδομής, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στις (συν)οικοπεδούχες Κ.
συζ. Γ.. Μ., Γ. Α., καθώς και των ειδικών ή αναλόγως των καθολικών διαδόχων της αποβιώσασας Έ. Α.-Κ., και β) τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής δεν αποτελούν συνθήκες, που μπορούν να δημιουργήσουν μεταβολή του δικαιοπρακτικού θεμελίου καθορισμού του κοινόκτητου χώρου επί του οποίου κατασκευάστηκε το αυθαίρετο διαμέρισμα από κοινόχρηστο σε χώρο αποκλειστικής χρήσης ως βοηθητικό-προσωπικό χώρο της ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσείουσας, διότι δεν θεμελιώνουν, για την, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, ένδικη τροποποίηση, αναγκαίο κίνδυνο αδυναμίας λειτουργίας της συσταθείσας οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Επομένως, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν θεμελιούται παθητικώς η αγωγή, ενώ και τα διαλαμβανόμενα, σωρευτικά, πραγματικά περιστατικά, στην αγωγή, αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν το πραγματικό των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που δεν εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με αποτέλεσμα να μην θεμελιούται η νομική βασιμότητα του ως άνω αιτήματος, και ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη αυτού, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς το ως άνω με στοιχείο -α-, της παρά το νόμο κήρυξης απαράδεκτης, και από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς το ως άνω με στοιχείο -β-, περί εσφαλμένης ερμηνείας και μη εφαρμογής των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με τους οποίους η πρώτη αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, ο αυτός παραπάνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη, ως προς την απόρριψη του αιτήματος τροποποίησης της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, για πλημμέλεια από τον αρ. 8β ΚΠολΔ, για το λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς καταχρηστικής άρνησης των αναιρεσίβλητων να συμπράξουν στην τροποποίηση της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησία είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, διότι τα διαλαμβανόμενα σωρευτικά στην αγωγή πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση της επικαλούμενης τροποποίησης δεν αρκούν για να δημιουργήσουν μεταβολή του δικαιοπρακτικού θεμελίου καθορισμού του ένδικου κοινόκτητου κοινόχρηστου χώρου, επί του οποίου αυθαίρετα κατά παράβαση της συστατικής πράξης οριζόντιας ιδιοκτησίας ανεγέρθηκε διαμέρισμα, ως βοηθητικού-προσωπικού χώρου της ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσείουσας.
Ο αυτός παραπάνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα, λόγω έλλειψης αιτιολογίας για την απόρριψη του με παραπάνω με στοιχείο -α- αιτήματος, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, επειδή το Εφετείο δεν ερεύνησε στην ουσία την αγωγή (ΑΠ 954/2021, ΑΠ 851/2021).
Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, και, μάλιστα, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου, ουσιαστικού νόμου, που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 32/1996), καθώς και το περιεχόμενό της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και, 3) το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (ΟλΑΠ 32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το παραπάνω με στοιχείο -β1- αίτημα της αγωγής, ανοχής νομιμοποίησης του αυθαίρετου κτίσματος κατά τις διατάξεις του ν. 4495/2017, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 Α.Κ., είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται το άρθρο του ν. 4495/2017 στο οποίο φέρεται ότι θεμελιούται το αίτημα, η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια όλων των παραπάνω διατάξεων και το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα.
Περαιτέρω, ο αυτός παραπάνω δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο επικουρικό σκέλος αυτού, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο το προαναφερθέν -β1- αίτημα της αγωγής είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται το αλυσιτελές που προσδιόρισε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ μόνη η μνεία ότι το αίτημα χαρακτηρίστηκε αλυσιτελές δεν αρκεί.
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα απ' όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής της τριτανακοπής, κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, που αφορά σε πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης η έστω και σιωπηρή απόρριψή του (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1026/2020, ΑΠ 1108/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσείουσα επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσής της το δεύτερο σκέλος του δεύτερου αιτήματος της αγωγής, και, συγκεκριμένα, να ανεχθούν οι αναιρεσίβλητοι την αποκλειστική χρήση του ένδικου αυθαίρετου διαμερίσματος, μετά τη νομιμοποίηση του αυθαίρετου διαμερίσματος, και επομένως, ο από τον 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος για τη μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης στον οποίο διαλαμβάνεται μη νόμιμο αίτημα της αγωγής, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, με τη νομιμοποίηση της παράνομης κατασκευής ούτε νομιμοποιούνται έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών ούτε αίρεται η παρακώλυση της ελεύθερης και απρόσκοπτης χρήσης των κοινόχρηστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες.
Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, κατά το νοηματικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αντιμετώπισε ενιαίως το λόγο αυτό έφεσης, και απέρριψε, σιωπηρά, το σχετικό ένατο λόγο έφεσης, ως αβάσιμο, καθόσον ήταν μη νόμιμο το αντίστοιχο αίτημα, για τον αυτό παραπάνω λόγο.
ΙΙ) Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωση, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα στο δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, και ο εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωση που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση, διαφορετική η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας (ΑΠ 657/2020, ΑΠ 1424/2017).
Περαιτέρω, η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με την νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα.
Η ποσοτική, όμως, ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 657/2020, ΑΠ 512/2018). Ο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1228/2022, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 657/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 20-11-2017 αγωγής των αναιρεσίβλητων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, αφού εξέθεσαν με αυτήν, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη, με στοιχείο Β μέρος της αναίρεσης, μέρος, τα εξής:
α) ότι αυτοί (αναιρεσίβλητοι) είναι κύριος και ψιλή κυρία ο πρώτος και η δεύτερη, αντίστοιχα, απ' αυτούς, της αναφερόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας (οροφοδιαμερίσματος), και κτίσματος δώματος, αντίστοιχα, καθένας με ποσοστό (συγ)κυριότητας στο οικόπεδο 29,40%, και οι εναγόμενες ήδη αναιρεσείουσες είναι ψιλή κυρία και επικαρπώτρια, αντίστοιχα, της αναφερόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας (οροφοδιαμερίσματος), κατά ποσοστό 29,4% εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο, και, επιπλέον, η δεύτερη αναιρεσίβλητη συγκύρια, κατά 1/3, επί της καθ' ύψος επέκτασης στον τέταρτο όροφο με ποσοστό 3,93% εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο της περιγραφόμενης οικοδομής, β) ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειουσών, από πολλών ετών, κατασκεύασαν στον προβλεπόμενο από την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας κοινόκτητο και κοινόχρηστο τμήμα της πυλωτής αυθαίρετο κτίσμα διαμερίσματος, καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας, το οποίο χρησιμοποιούσαν και ήδη χρησιμοποιούν οι αναιρεσείουσες, και γ) ότι με την κατασκευή και χρήση του ανωτέρω κτίσματος μεταβάλλεται ο, κατά τη σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας, προβλεπόμενος προορισμός της πυλωτής ως χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων, αλλά και η εξωτερική και αισθητική όψη της οικοδομής, και προσβάλλεται το δικαίωμά τους για σύγχρηση του κοινόκτητου μέρος της πυλωτής και καθίσταται, μεταξύ άλλων, αδύνατη η μεταβίβαση των ιδιοκτησιών τους, λόγω της ύπαρξης αυθαίρετου κτίσματος, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι αναιρεσείουσες να επαναφέρουν τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση, με κατεδάφιση του κτίσματος και αποκατάσταση της τοιχοποιίας της πυλωτής, άλλως να επιτραπεί σ' αυτούς να πράξουν αυτό, με ανοχή και μη παρεμπόδισή τους.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή κρίνεται ορισμένη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν τη σχετική αξίωση των αναιρεσιβλήτων, αφού ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής, ήτοι πληρούν το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην αγωγή εκτίθενται με επάρκεια τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την (συγ)κυριότητα των διαδίκων επί του αναφερόμενου οικοπέδου και την κυριότητα, ψιλή κυριότητα και επικαρπία επί των αναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών (οροφοδιαμερισμάτων) της οικοδομής του περιγραφόμενου οικοπέδου, την πρόβλεψη στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του χώρου της πυλωτής ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου της συνιδιοκτησίας, την κατασκευή από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειουσών του αυθαίρετου κτίσματος διαμερίσματος και τη χρήση του απ' αυτούς, από πολλών ετών, και από το έτος 1993, οπόταν χρησιμοποιεί αυτό η οικογένεια των αναιρεσειουσών, την μεταβολή του προορισμού της χρήσης της πυλωτής, της αισθητικής εξωτερικής όψης της οικοδομής, την παρεμπόδιση μεταβίβασης της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους, λόγω ύπαρξης του αυθαίρετου κτίσματος.
Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 4, 5 παρ. 1 του ν. 3741/1929, 54 ΕισΝΑΚ, 1000, 1001, 1002, 1117, 1148 ΑΚ, α) δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση της προσβολής του δικαιώματος ελεύθερης (σύγ)χρησης του ένδικου κοινόκτητου και κοινόχρηστου τμήματος της πυλωτής από τους αναιρεσίβλητους και β) δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως όφειλε κατά τις αναιρεσείουσες, με αποδοχή της επαναφερθείσας με τον πρώτο λόγο έφεσης ένστασης αοριστίας της, και συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά τα οικεία σκέλη, από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, με στοιχείο Β' της αναίρεσης, μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αρ. ... οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Αθηνών το έτος 1975 ανεγέρθηκε επί της οδού ... Αττικής, ήδη Δήμου Ψυχικού-Φιλοθέης, τριώροφη οικοδομή, η οποία με την υπ' αρ. ...
πράξη του Συμβ/φου Αθηνών Γ. Δ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Χαλανδρίου (τ. ...), έχει υπαχθεί στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας. Η ανωτέρω οικοδομή έχει περιέλθει στη συνιδιοκτησία όλων των διαδίκων ως εξής: 1) Στον πρώτο ενάγοντα (Δ. Κ.) κατά ψιλή κυριότητα το οροφοδιαμέρισμα του Γ' ορόφου, επιφάνειας 124,25 τμ., δυνάμει του υπ' αρ. ...
συμβολαίου γονικής παροχής του Συμβ/φου Αθηνών Γ. Π., νόμιμα μεταγραμμένου στα ως άνω βιβλία (τ. ...), από τη μητέρα του Έ. χα Μ.. Κ., η οποία είχε παρακρατήσει εφ' όρου ζωής την επικαρπία, μετά δε το θάνατο αυτής το έτος 1993 ο ενάγων κατέστη πλήρη κύριος. 2) Στην δεύτερη ενάγουσα (Κ….) κατά ψιλή κυριότητα το οροφοδιαμέρισμα του Α' ορόφου, επιφάνειας 124,25 τμ., α) κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αρ. ...
συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβ/φου Αθηνών Μ. Κ.-Γ., νόμιμα μεταγραμμένου στα ως άνω βιβλία (τ. ...), από τη μητέρα της Γ. χα Γ.. Α., η οποία έχει παρακρατήσει εφ' όρου ζωής την επικαρπία σε όλο το οροφοδιαμέρισμα και β) κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αρ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της προαναφερόμενης Συμβ/φου, νόμιμα μεταγραμμένου στα ως άνω βιβλία (τ...). 3) Στην πρώτη εναγόμενη (Ε.
Γ.. Μ.) κατά ψιλή κυριότητα το οροφοδιαμέρισμα του Β' ορόφου, επιφάνειας 124,25 τ.μ., δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου γονικής παροχής του Συμβ/φου Λουτρακίου Ν. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα ως άνω βιβλία (τ...) από την δεύτερη εναγόμενη μητέρα της (Κ συζ. Γ.. Μ.), η οποία έχει παρακρατήει εφ' όρου ζωής την επικαρπία. 4) Στη σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας προβλέπεται και η ανέγερση μελλοντικά Δ' ορόφου, επιφάνειας 124,25 τμ., που θα ανήκει κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία των οικοπεδούχων, ήτοι στην Έ.
χα Μ.. Κ. (μητέρα και δικαιοπάροχο του 1ου ενάγοντος), στην Γ. συζ. Γ.. Α. (μητέρα και δικαιοπάροχο της 2ης ενάγουσας) και στην 2η εναγόμενη Κ συζ. Γ.. Μ. (μητέρα και δικαιοπάροχο της 1ης εναγόμενης). Στην ανωτέρω οριζόντια ιδιοκτησία δεν έχει συνταχθεί Κανονισμός και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συνιδιοκτητών από την σχέση, της κατ' όροφο ιδιοκτησίας ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 και 2 και 5 παρ.1 του ν 3741/1929, ήτοι κάθε συνιδιοκτήτης έχει όλα τα στον κύριο ανήκοντα δικαιώματα και δικαιούται να προβαίνει σε απόλυτη χρήση των κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών της οικοδομής, να ενεργεί επισκευή και ανανέωση αυτών υπό τον όρο να μη βλάπτει τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών και δεν θα μεταβάλει τον συνήθη προορισμό τους.
Με τη συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας προβλέπεται κοινόχρηστος χώρος στο ισόγειο της οικοδομής για χρήση στάθμευσης των αυτοκινήτων των συνιδιοκτητών, ο οποίος καθορίζεται ως υποχρεωτικώς κοινόκτητο πράγμα από το νόμο (άρθρο 1 παρ. 5 εδ.γ ν. 960/1979). Το Φθινόπωρο του έτους 1975 με δαπάνες της Π. Θ., γιαγιάς της 2ης ενάγουσας και της 1ης εναγόμενης, στο πίσω μέρος της πυλωτής καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας κατασκευάστηκε περίκλειστος χώρος επιφάνειας 37,50 τμ για χρήση οικίας, με σκοπό την φιλοξενία της ανωτέρω, όπως ο χώρος αυτός αποτυπώνεται στο από 15-11-2017 σκαρίφημα του ισογείου της οικοδομής της Μ.
Ι., πολιτικού μηχανικού, που έχει ενσωματωθεί στην αγωγή. Στο ισόγειο αυτό κτίσμα τα έτη 1975-1975 διέμενε η Π. Θ. με τον γιο της Ι. Θ. και ακολούθως μέχρι το έτος 1981 μόνη της, έκτοτε δε μέχρι το έτος 1993 χρησιμοποιείτο από την πατρική οικογένεια της 1ης εναγόμενης και ήδη χρησιμοποιείται από την τελευταία, όχι ως κατοικία, αλλά για άλλες προσωπικές της ανάγκες (πχ αποθήκη).
Όμως η αποκλειστική χρήση του κοινόκτητου ισόγειου αυτού κτίσματος από την 1η εναγόμενη, συνιδιοκτήτρια της οικοδομής, εφόσον δεν προβλέπεται από τη συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας και δεν υπάρχει Κανονισμός για τη χρήση αυτή ούτε και κοινή συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, που φέρει το χαρακτήρα δουλείας και πρέπει να καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγράφει (άρθρο 13 ν 3741/1929), είναι παράνομη, διότι με την αποκλειστική χρήση προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών για απόλυτη χρήση του κοινόχρηστου πράγματος (...), όπως παράνομη ήταν και η προηγούμενη αποκλειστική χρήση του κτίσματος αυτού από την Π.
Θ. με τον γιο της και για το λόγο ότι δεν είναι επιτρεπτή η παραχώρηση κοινόκτητου χώρου κατά χρήση σε τρίτο μη συνιδιοκτήτη (...). Στην περίπτωση αυτή κάθε συνιδιοκτήτης χωριστά δικαιούται να στραφεί κατά του συνιδιοκτήτη, που κάνει παράνομα αποκλειστική χρήση κοινόχρηστου και κοινόκτητου πράγματος και να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Τον Δεκέμβριο 1994 ο 1ος ενάγων διαμαρτυρήθηκε και στην 2η ενάγουσα και στην 2η εναγόμενη εγγράφως για την επέκταση της αυθαίρετης αυτής κατασκευής, ενώ με νεότερη έγγραφη διαμαρτυρία τους αμφότεροι οι ενάγοντες τον Νοέμβριο 2016 προς την 1η εναγόμενη την κάλεσαν εντός προθεσμίας 15 ημερών να προβεί στην κατεδάφιση του κτίσματος, πλην όμως η τελευταία ούτε κατεδάφισε το κτίσμα, ούτε προέβη σε νομιμοποίηση αυτού, αλλά εξακολουθεί να κάνει αποκλειστική χρήση αυτού παράνομα.
Με το κτίσμα αυτό μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός της πυλωτής της οικοδομής, ο οποίος προβλέπεται από τη συστατική της οριζόντιας ιδιοκτησίας πράξη μόνο ως χώρος για τη στάθμευση των αυτοκινήτων των συνιδιοκτητών χωρίς να ερευνάται στην περίπτωση αυτή η δημιουργία ή μη βλάβης στους λοιπούς συνιδιοκτήτες.
Όμοια που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τις εκκαλούσες κρίνονται ουσία αβάσιμα και απορριπτέα...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία, αφού είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 20-11-2017 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείουσες να κατεδαφίσουν το προαναφερόμενο αυθαίρετο κτίσμα διαμερίσματος στην πυλωτή και να αποκαταστήσουν την τοιχοποιία της πυλωτής στην προτέρα κατάσταση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 4, 5 παρ. 1 του ν. 3741/1929, 54 ΕισΝΑΚ, 1000, 1001, 1002, 1117 Α.Κ., τις οποίες οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της προσβολής από τις αναιρεσείουσες του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για ελεύθερη (σύγ)χρηση του αναφερόμενου παραπάνω τμήματος της ορισθείσας με την, νομίμως μεταγραφείσα, πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, ως κοινόκτητης και κοινόχρηστης πυλωτής προς στάθμευση αυτοκινήτων, με τη διατήρηση και συντήρηση από τις αναιρεσείουσες επ' αυτού αυθαιρέτου κτίσματος διαμερίσματος, κατασκευασθέντος με δαπάνες τρίτου στη συνιδιοκτησία (Π.
Θ.), συγγενούς της δεύτερης αναιρεσίβλητης και των αναιρεσειουσών, καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας, με χρήση αυτής ως κατοικίας και ήδη για τις προσωπικές ανάγκες της πρώτης αναιρεσείουσας (π.χ. αποθήκης), ήτοι με μεταβολή του ορισθέντος παραπάνω τρόπου χρήσης, χωρίς συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, με συμβολαιογραφική πράξη, νομίμως μεταγραφείσα, και της μεταβολής του προορισμού του ένδικου χώρου της πυλωτής, ενώ ενυπάρχει παραδοχή έλλειψης άτυπης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για τη διατήρηση του αυθαίρετου κτίσματος καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας και της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, και για χρήση του ως χώρου αποκλειστικής χρήσης για τις προσωπικές ανάγκες της πρώτης αναιρεσείουσας (π.χ.
αποθήκη). Επομένως, οι, από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες του δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη αυτού, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, η αιτίαση με τον αυτό παραπάνω λόγο ότι υφίσταται άτυπη ενοχική συμφωνία των αναιρεσειουσών με τους δικαιοπάροχους των αναιρεσιβλήτων για την κατασκευή, επέκταση, διατήρηση, συντήρηση με δαπάνες των αναιρεσειουσών και χρήση του ένδικου κτίσματος από αυτές, συμφωνία που δεσμεύει τους αναιρεσίβλητους, είναι απαράδεκτη, ως αλυσιτελής, διότι ενδεχόμενες ενοχικές συμφωνίες των αναιρεσειουσών με τους δικαιοπάροχους των αναιρεσιβλήτων, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν δεσμεύουν τους αναιρεσίβλητους, ως ειδικούς διάδοχους αυτών.
Ακόμη, η αιτίαση, με τους αυτούς παραπάνω λόγους, ότι μεταξύ των διαδίκων υφίσταται άτυπη ενοχική συμφωνία για την αποκλειστική χρήση του ένδικου κοινόκτητου χώρου της πυλωτής είναι απαράδεκτη, διότι υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1097/2021, ΑΠ 732/2021).
Με τη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2021).
Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνήσεις (αιτιολογημένοι ή μη) ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 1028/2021), ούτε αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 463/2021, ΑΠ 291/2021), ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 455/2021), ούτε τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 514/2021, ΑΠ 989/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επικαλούμενοι, ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκαν προς θεμελίωση του ισχυρισμού τους ότι δεν μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός της πυλωτής της οικοδομής ως ορισθείς με τη συστατική πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας χώρος στάθμευσης των τριών διαμερισμάτων της οικοδομής, επειδή είτε με το ένδικο κτίσμα είτε χωρίς αυτό υφίστανται τρεις θέσεις στάθμευσης στην πυλωτή του κτιρίου είναι απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό, που αποτελεί βάση ένστασης αλλά αποτελεί επιχείρημα των αναιρεσειόντων προς υποστήριξη των απόψεων των αναιρεσειόντων και πραγματικό περιστατικό των αποδείξεων.
Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, επειδή το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον παραπάνω ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν. Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ. "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, δηλαδή η στην κοινωνική συμβίωση επιβαλλόμενη ευθύτητα και εντιμότητα, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου (ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1658/2017).
Η αναφορά στην εν λόγω διάταξη των αξιολογικών κριτηρίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, του κοινωνικού και του οικονομικού σκοπού του δικαιώματος είναι διαζευκτική, οπότε η άσκηση του δικαιώματος είναι απαγορευμένη εφόσον αντικειμενικά υπερβαίνει προφανώς έστω και ένα από τα προπαρατιθέμενα αξιολογικά κριτήρια.
Προφανής υπέρβαση είναι η έντονη αποδοκιμασία εντός των γενικών πλαισίων των κοινωνικοοικονομικών δεδομένων σε σχέση με την ορθολογιστική συμπεριφορά σε ορισμένο τόπο και χρόνο. Εξάλλου, η διάταξη αυτή του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, έχει εφαρμογή και ως προς τα δικαιώματα των ιδιοκτητών των επιμέρους ιδιοκτησιών, τα οποία απορρέουν από τη σύσταση της κάθετης και οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Ειδικότερα, η αξίωση, με την οποία επιδιώκεται η συμμόρφωση στις διατάξεις της περί κάθετης και οριζόντιας ιδιοκτησίας νομοθεσίας, μπορεί να αποκρουστεί ως καταχρηστική, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όταν η άσκησή της υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΠ 70/2019, ΑΠ 442/2019, ΑΠ 1871/1985).
Η υπέρβαση αυτή είναι προφανής, όταν η συμπεριφορά του ενάγοντος απέναντι στον εναγόμενο υπήρξε τέτοια, ώστε να δημιουργήσει στον τελευταίο την πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το ένδικο δικαίωμα, η ικανοποίηση του οποίου θα ήταν γι` αυτόν (εναγόμενο) ιδιαίτερα επαχθής στα συμφέροντά του. Η υπέρβαση αυτή είναι προφανής και όταν η ικανοποίηση του προβαλλόμενου από τον ενάγοντα δικαιώματος προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσει ο δικαιούχος (ΑΠ 599/1995), ή όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και ως προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΑΠ 747/2022, ΑΠ 881/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1658/2017).
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ 442/2019, ΑΠ 70/2019). Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπάροχου του για μακρό χρόνο δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. (ΑΠ 747/2022, ΑΠ 1382/2019).
Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 1052/2021, ΑΠ 442/2019, ΑΠ 70/2019, ΑΠ 480/2018), ενώ έχει εφαρμογή και επί άσκησης δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνες δημόσιας τάξης (ΑΠ 747/2022, ΑΠ 1325/2022).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση και αντικαθιστά το εσφαλμένο αιτιολογικό με το ορθό.
Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 617/2022, ΑΠ 999/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο με στοιχείο Β' μέρος της αναίρεσης, τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση, τα περιστατικά που επικαλούνται οι εκκαλούσες για τη θεμελίωση του, στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ λόγου έφεσης, ότι δηλαδή το αυθαίρετο κτίσμα χρησιμοποιείται επί 43 έτη από συγγενικά πρόσωπα της 1ης εκκαλούσας (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας) και από το έτος 1993 κυρίως από την τελευταία χωρίς τη διαμαρτυρία των εναγόντων (ήδη αναιρεσίβλητων) ότι το κτίσμα αυτό στο παρελθόν είχε χρησιμοποιήσει και ο 1ος ενάγων ως δικηγορικό γραφείο και η 2η ενάγουσα είχε συμμετάσχει στην επέκτασή του εκφράζουσα μάλιστα την επιθυμία της μεταβίβασης της αποκλειστικής χρήσης αυτού στην ίδια, ότι η κατεδάφιση του κτίσματος ουδέν όφελος θα επιφέρει στους ενάγοντες, ενώ αντιθέτως θα επιφέρει στην 1η εκκαλούσα επαχθείς συνέπειες σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο και ότι υπάρχει δυνατότητα νομιμοποίησης αυτού με δαπάνες της 1ης εκκαλούσας, δεν θεμελιώνουν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον με τα περιστατικά αυτά οι εκκαλούσες αρνούνται την ύπαρξη του δικαιώματος των εναγόντων προς κατεδάφιση του αυθαίρετου κτίσματος, περαιτέρω δε η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, που αναγκαστικά θα έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση αυθαίρετου κτίσματος σε κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο οικοδομής, που κατά τη συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας προορίζεται αποκλειστική ως χώρος στάθμευσης των αυτοκινήτων των συνιδιοκτητών, χωρίς τη συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού, έρχεται σε σύγκρουση με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 3 παρ.1, 5 εδ.
α του ν 3741/2019 και στο περιεχόμενο της κυριότητας των άρθρων 1000 και 1117 του ΑΚ. Επίσης, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αγωγής αναφορικά με την επίδικη κατασκευή στην πιλοτή και αληθές υποτιθέμενο, το επικαλούμενο από τις εκκαλούσες γεγονός της ανάγκης χρήσης του χώρου αυτού και της πολεοδομικής τακτοποίησης αυτού..".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς την απόρριψη, ως μη νόμιμης, της προταθείσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφερθείσες στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ένστασης καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, απόδοσης του αναφερόμενου κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου της πυλωτής, με κατεδάφιση του περιγραφόμενου κτίσματος διαμερίσματος, ορθά τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αν και με διάφορη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρ. 578 ΚΠολΔ), διότι τα επικαλούμενα παραπάνω από τις αναιρεσείουσες περιστατικά δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της της ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης, την οποία, επομένως, δεν παραβίασε ευθέως.
Ειδικότερα, η εξακολούθηση της διατήρησης του ένδικου αυθαίρετου διαμερίσματος στην πυλωτή, που κατά τη συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας προορίζεται αποκλειστικά ως χώρος στάθμευσης των αυτοκινήτων, είναι επαχθής για τους αναιρεσίβλητους, διότι παρεμποδίζεται η ελεύθερη (σύγ)χρηση αυτών, με εξασφάλιση άνετων θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων, με απαλλαγή από τον κτιριακό όγκο του ένδικου διαμερίσματος, μη προβλεπόμενο από την άδεια οικοδόμησης, και του άγχους των ιδιοκτητών από την απειλή, μετά το πέρας της σχετικής παράτασης, διοικητικών κυρώσεων επιβολής προστίμων διατήρησης του αυθαίρετου οικοδομικού όγκου, αδυναμία ελεύθερης αξιοποίησης των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους, με μεταβίβασή τους, ενόψει της απαγόρευσης εκποίησης, λόγω του αυθαίρετου κτιριακού όγκου, ενώ ακόμη και ενδεχόμενη νομιμοποίηση της αυθαίρετης κατασκευής και πληρωμή των πολεοδομικών προστίμων και εξαίρεση από την κατεδάφιση δεν νομιμοποιεί τις κατασκευές αυτές έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, ούτε παύει η εξ αυτών παρακώλυση της ελεύθερης και απρόσκοπτης χρήσης των κοινόχρηστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες ως χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων, δεν παύει η μεταβολή του προορισμού του ένδικου τμήματος της πυλωτής, ενώ η επικαλούμενη από τις αναιρεσείουσες στο παρελθόν χρήση αυτού, για σαράντα τρία (43) έτη από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειουσών και από το έτος 1993 κυρίως από την πρώτη αναιρεσείουσα, η (σύγ)χρηση του διαμερίσματος και από τον πρώτο αναιρεσίβλητο ως δικηγορικό γραφείο και η συμμετοχή στην επέκταση του κτίσματος, το έτος 1993, με διατήρηση της χρήσης από τους αναιρεσίβλητους και μεταβίβαση της κυριότητας στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, δεν αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην συνεχιζόμενη υποβάθμιση του όλου χώρου της πυλωτής, της συνδιοκτησίας και της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί το αυθαίρετο ως βοηθητικός χώρος της πρώτης αναιρεσείουσας, ενώ η επικαλούμενη οικονομική επιβάρυνση κατασκευής, επέκτασης και συντήρησης αυτού από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειουσών και τις αναιρεσείουσες, αντισταθμίστηκε με την επικαλούμενη επί σειρά ετών χρήση αυτής από τους προαναφερθέντες δικαιοπάροχους αυτών και αναιρεσειουσών, ενδεχόμενη ευκαιριακή χρήση αυτού από τον πρώτο αναιρεσίβλητο και οικονομική συμμετοχή της οικογένειας της δεύτερης αναιρεσίβλητης δεν ισχυροποιούν ούτε νομιμοποιούν την εσαεί διατήρηση του ανωτέρω αυθαίρετου κτίσματος πλέον ως βοηθητικού-προσωπικού χώρου της πρώτης αναιρεσείουσας, ενόψει ότι και οι κρατούσες ειδικές συνθήκες προστασίας του περιβάλλοντος και απαλλαγής του από τον αυθαίρετο όγκο της συνιδιοκτησίας και των προαναφερθέντων δυσμενών συνεπειών της συνιδιοκτησίας και της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων επιβάλλουν, σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστης, και τα συναλλακτικά ήθη, την κατά τον ορισθέντα προορισμό, (σύγ)χρηση από την συνιδιοκτησία του ένδικου τμήματος για τη στάθμευση αυτοκινήτων, επιφέρουσα συγχρόνως αναβάθμιση και όφελος της συνιδιοκτησίας.
Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, που επικύρωσε την, με την εκκαλούμενη απόφαση, απόρριψη της ανωτέρω ένστασης, ως μη νόμιμης, με την, παραπάνω εν μέρει εσφαλμένη, αιτιολογία, και δη εκλαμβάνοντας τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της πραγματικά περιστατικά ως αρνητικά της ύπαρξης του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων προς κατεδάφιση του αυθαίρετου κτίσματος και ότι με την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ δεν μπορεί να προσβληθούν οι διατάξεις που θεμελιώνουν την ένδικη αγωγή, πλέον του αιτιολογικού ότι δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αγωγής το επικαλούμενο γεγονός της ανάγκης χρήσης του χώρου και της πολεοδομικής τακτοποίησης αυτού, έχει ορθό (κατά το αποτέλεσμα) διατακτικό, και πρέπει με αντικατάσταση της, εν μέρει εσφαλμένης αιτιολογίας της, με την ορθή ως άνω αιτιολογία, να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ ο προβαλλόμενος από τις αναιρεσείουσες, από τον αρ. 1α (και όχι και 8α) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη αυτού, για εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 281, 1002 και 1117 Α.Κ.
Περαιτέρω, με τον αυτό παραπάνω λόγο αναίρεσης, κατά το έτερο οικείο σκέλος αυτού, από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα, ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε προς θεμελίωση της ένστασής της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, και ειδικότερα, α) την επίκληση ύπαρξης άτυπης συμφωνίας με τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων για τη χωρίς διαμαρτυρία από αυτούς και τους αναιρεσίβλητους για την από το έτος 1975 αποκλειστική χρήση του ένδικου κτίσματος διαμερίσματος από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειουσών και τις αναιρεσείουσες, με παραχώρηση του χώρου για ευκαιριακή χρήση εκδηλώσεων και παιδικών εορτών και στους αναιρεσίβλητους, β) ότι οι αναιρεσίβλητοι διαχρονικά είχαν συμφωνήσει στην πολεοδομική τακτοποίηση του ένδικου κτίσματος από τις αναιρεσείουσες, επιδοκιμάζοντας αυτήν το έτος 2012, γεγονός που παραδέχθηκε και ο μάρτυρας των αναιρεσιβλήτων, γ) η οικογένεια της δεύτερης αναιρεσίβλητης δεν θα είχε συμμετάσχει οικονομικά στην επέκταση του κτίσματος αν πίστευε ότι έχει αρνητική επίπτωση στην ασφάλεια, την αισθητική ή την εμφάνιση του όλου κτιρίου, δ) ότι το ένδικο κτίσμα αναβαθμίζει την συνιδιοκτησία διότι άλλως δεν θα ζητούσαν τη χρήση του για τη διεξαγωγή των εκδηλώσεών τους ούτε θα συνέχιζαν να ανέχονται το ένδικο τμήμα επί 40 και πλέον έτη επειδή δήθεν αυτό προοριζόταν για την δεύτερη αναιρεσίβλητη, ε) ότι με τη διατήρηση του ένδικου κτίσματος δεν παραβλάπτεται ο προορισμός του χώρου και της πυλωτής, για το λόγο ότι δεν μειώθηκε ο μέγιστος αριθμός θέσεων στάθμευσης αλλά απλά μετατοπίστηκε μία θέση εξ αυτών και τυχόν κατεδάφιση θα μετατόπιζε την τρίτη θέση στάθμευσης, αφού μόνο ένα αυτοκίνητο χωρά να εισέλθει, να ελιχθεί, να σταθμεύσει και να εξέλθει από το χώρο της πυλωτής που καταλαμβάνει το ένδικο κτίσμα, ότι τροποποιήθηκε de facto η συστατική πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας, ότι είναι επαχθείς οι συνέπειες που θα τους επέφερε η κατεδάφιση του ένδικου κτίσματος σε σχέση με τον ανύπαρκτο όφελος, στ) ότι οι αναιρεσίβλητοι γνωρίζουν ότι οι αναιρεσείουσες έχουν επενδύσει σημαντικά στο κτίσμα, οι οποίοι ανέλαβαν και τα έξοδα συντήρησης και οι αναιρεσίβλητοι επικροτούσαν τη διατήρηση και χρήση από την οικογένεια των αναιρεσειουσών, και δη από την πρώτη αναιρεσείουσα, ζ) ότι καταχρηστικά μεταβλήθηκε η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων μετά από φραστική διαμάχη του πρώτου αναιρεσίβλητου με τον αδελφό της πρώτης και υιό της δεύτερης των αναιρεσειουσών, πραγματικά περιστατικά τα οποία οι αναιρεσείουσες πρότειναν, με τις προτάσεις τους, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν με το σχετικό λόγο έφεσής τους.
Ωστόσο, η επικαλούμενη ως άνω παράλειψη του Εφετείου δεν ιδρύει, τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο, καθόσον, τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, ως μη πληρούντα, για τους αυτούς παραπάνω λόγους, τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη προϋποθέσεις ουσιαστικής ευδοκίμησης της προτεινομένης ένστασης και ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339, 432 και 444 αριθμ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι νόμιμα αποδεικτικά μέσα, των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τον αρ.11γ του 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης είναι και οι εξομοιούμενες με ιδιωτικά έγγραφα φωτογραφίες, στην έννοια των οποίων περιλαμβάνεται κάθε υλική αποτύπωση οπτικών εικόνων με μηχανικά μέσα, από τις οποίες μπορεί να συναχθούν περαιτέρω δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 7/2021, ΑΠ 1020/2021, ΑΠ 1150/2018).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (Ολ.ΑΠ 14/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος αυτού, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο οι αναιρεσείουσες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενες ότι επειδή δεν αναφέρεται σ' αυτήν ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τις φωτογραφίες της πυλωτής που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τις οποίες αποδεικνύεται ότι με τη διατήρηση του ένδικου κτίσματος δεν μεταβάλλεται ο αριθμός των διαθέσιμων θέσεων στάθμευσης στην πυλωτή είναι αβάσιμος.
Και, τούτο, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων (της ένορκης κατάθεσης μάρτυρος, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις) έλαβε υπόψη ".. και τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (στα τελευταία περιλαμβάνονται και οι παρά των διαδίκων επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις άλλης δίκης χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία τους,...
αποδεικνύονται τα ακόλουθα ", έστω και χωρίς να γίνεται μνεία όλων και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αλλά και από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τις φερόμενες ως αγνοηθείσες, ως άνω, φωτογραφίες, ως ανήκουσες στην κατηγορία των εγγράφων, από τα οποία, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, μπορούν να συναχθούν δικαστικά τεκμήρια.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αιτίαση.
Δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης. Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος (ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 984/2021, ΑΠ 509/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον τελευταίο λόγο αναίρεσης, επικαλούμενοι αναιρετικές πλημμέλειες συλλήβδην της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1, 4, 14, 16, 17, και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως εξεταζόμενοι, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ζητεί να κριθούν οι προαναφερθέντες λόγοι και υπό το πρίσμα των ανωτέρω πλημμελειών ακόμη και δεν περιλαμβάνεται ρητή αναφορά των αναιρεσειουσών σ' αυτούς τους λόγους.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι οι αναιρεσείουσες προβάλλουν γενικόλογες αιτιάσεις, οι οποίοι δεν εστιάζονται, δεν αντιστοιχίζονται ούτε μπορούν να ταυτοποιηθούν με τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται μνεία των αντίστοιχων πραγματικών περιστατικών, που να στοιχειοθετούν τις οικείες αναιρετικές πλημμέλειες.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτών, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-5-2021 αίτηση αναίρεσης της Ε. Μ. του Γ. και Κ χήρας Γ. Μ., κατά της με αριθμό 6875/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Ιανουαρίου 2023
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 19η Απριλίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ