Supreme Court suspends appeal hearing pending Full Bench ruling on unjust enrichment calculation for invalid trainee contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court suspended the appeal hearing regarding the annulment of a lower court decision concerning invalid trainee employment contracts. The core issue involves calculating damages for unjust enrichment and statutory leave benefits for workers hired under a stage program without legal capacity to hire. The court deferred the decision because this specific legal question had already been referred to the Full Bench for a unified ruling.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 para. (a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court suspends an appeal when a specific legal issue regarding the application of substantive law has been referred to the Full Bench to ensure uniformity of jurisprudence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 584 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 584/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δ. Α.", που εδρεύει στο ……. και εκπροσωπείται νόμιμα από τον …... αυτού, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Σωτηρόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Ν. του Γ, κατοίκου ….., 2)
Χ. Β. του Δ., κατοίκου ….., 3)Ε. Π. του Κ., κατοίκου …., 4)Α.Π. του Σ., κατοίκου …., 5)Π. Ρ. του Γ., κατοίκου …., 6)Μ. Π. του Π., κατοίκου …., 7)Π. Γ. του Χ., κατοίκου ….. 8)Λ.Κ.του Χ., κατοίκου …., 9)Π. Λ.του Κ., κατοίκου …., 10)Κ. Μ. του Σπυρίδωνος, κατοίκου …. 11)Α. Τ.τουΣ κατοίκου ….., 12)Π. Κ. του Θ., κατοίκου ….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπέη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/3/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1417/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4845/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείον Δήμος, με την από 11/12/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η παραβίαση κανόνος του ουσιαστικού δικαίου προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών. Στην τελευταία περίπτωση, ήτοι όταν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνος του ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν.
Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 2/2013, ΑΠ 780/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Εξ άλλου, με τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και ο τελευταίος να καταβάλει τον μισθό. Ο τρόπος πληρωμής του μισθού καθορίζεται καθ' ορισμένα χρονικά διαστήματα ή σε ποσοστό από τα κέρδη ή κατά μονάδα της παρεχόμενης εργασίας ή κατ' αποκοπή [άρθρα 648, 649, 653, 654, 655 ΑΚ, 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας - κύρωση με το ν, 3248/1955 (ΦΕΚ Α. 138), 6 α.ν. 765/1943 (ΦΕΚ Α. 341) - κύρωση με την 324/1946 Π.Υ.Σ.
και διατήρηση σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ]. 'Μισθός' δηλ. είναι κάθε παροχή, την οποία ο εργοδότης οφείλει, κατά το νόμο ή τη σύμβαση, στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα για τη νόμιμη (έγκυρη) εργασία του (ΑΠ ολ. 39/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Κατά ταύτα, σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν τα μέρη αποβλέπουν στην εργασία του εργαζομένου καθ' εαυτή και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού της πληρωμής του, υπόκειται δε, ο εργαζόμενος στη νομική και προσωπική εξάρτηση του εργοδότη.
Η εξάρτηση εκδηλώνεται με το δικαίωμα του εργοδότη να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία του εργαζομένου, δίνοντάς του δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, σύμφωνα με τους συμβατικούς ή νόμιμους όρους, ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας. Ευθύνη του εργαζομένου για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος δεν υπάρχει (άρθρα 330, 652 ΑΚ), έστω και αν ο εργαζόμενος τελεί σε εξάρτηση, ως άνω, από τον εργοδότη (ΑΠ ολ. 28/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Κατά τη 'σύμβαση μαθητείας', ο ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο συμβαλλόμενο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από την τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της 'συμβάσεως μαθητείας' είναι η 'γνήσια σύμβαση μαθητείας' και η 'σύμβαση εξηρτημένης εργασίας μαθητευόμενου' (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).
Στη 'γνήσια σύμβαση μαθητείας', προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαιδεύσεως στον μαθητευόμενο ενώ, η τυχόν παροχή εργασίας του επί ορισμένο ή αόριστο χρόνο, γίνεται για τις ανάγκες της εκπαιδεύσεως και εξοικειώσεώς του, με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του και όχι με σκοπό εκτελέσεως παραγωγικού έργου.
Ειδική νομοθετική ρύθμιση για τη γνήσια σύμβαση μαθητείας δεν υπάρχει. Έτσι, στη σύμβαση αυτή εφαρμόζονται, αναλογικώς, εφ' όσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της, οι διατάξεις της συμβάσεως εργασίας του ΑΚ ενώ, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ως προς τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή την αποζημίωση απολύσεως δεν έχουν εφαρμογή, αφού προϋποθέτουν παροχή εξηρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο η παροχή εκπαιδεύσεως στον μαθητευόμενο. 'Σύμβαση εξηρτημένης εργασίας μαθητευόμενου' (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας) υπάρχει, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, επιδιώκοντας, παραλλήλως, την απόκτηση γνώσεως ή ικανότητος σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα.
Η εκμάθηση τέχνης από μέρους του μαθητευόμενου επέρχεται, ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής αυτής της συμβάσεως, εντός του πλαισίου της συνήθους λειτουργίας της και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρεώσεως του εργοδότη. Έτσι, επί συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αφού προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εργασίας από τον μαθητευόμενο, έναντι αμοιβής του και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 217/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Σε περίπτωση άκυρης για οποιονδήποτε λόγο συμβάσεως εργασίας, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας. Τα επιδόματα εορτών Πάσχα, και Χριστουγέννων - Νέου Έτους, το επίδομα αδείας καθώς και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται, ευθέως από το νόμο (και) οι απασχολούμενοι σε εργοδότη, με απλή σχέση εργασίας [άρθρα 1 παρ.1 ν. 1082/1980 (ΦΕΚ Α. 250), 1 παρ.2 της 19040/1981 (ΦΕΚ Β. 742) κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας καθώς και 1 της 12921/1981 (ΦΕΚ Α. 212), επίσης, κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 1 α.ν. 539/1945 (ΦΕΚ Α. 229), 1 ν. 1346/1983 (ΦΕΚ Α. 46), 3 παρ.16 ν. 4504/1966 (ΦΕΚ Α. 57), άρθρο μόνο ν. 133/1975 (ΦΕΚ Α. 180) για κύρωση της από 26.2.1975 Εθνικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας / Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (απόφαση Υπ.
Απασχολήσεως 11400 / 1710 / 1975 (ΦΕΚ Β. 276 / 4.3.1975)]. Περαιτέρω, στοιχείο του πραγματικού απαιτήσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό [άρθρο 904 ΑΚ] είναι και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα, ήτοι η μη νομιμότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη (ΑΠ ολ. 23/2003 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Τέλος, κατά τα άρθρα 563 παρ.2 ΚΠολΔ και 23 παρ.2 ν. 1756/1988 (ΦΕΚ Α. 35), όπως ισχύουν, το Τμήμα, που δικάζει την αίτηση αναιρέσεως δύναται να παραπέμψει, ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας, ορισμένους ή όλους τους λόγους αναιρέσεως, εάν κρίνει ότι γεννάται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος ή ότι είναι αναγκαίο αυτό, χάριν της ενότητας της νομολογίας.
Το άρθρο 249 ΚΠολΔ, κατά το οποίο το δικαστήριο δύναται να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως, εωσότου περατωθεί, τελεσιδίκως ή αμετακλήτως, άλλη εκκρεμής δίκη, εάν από το αντικείμενό της εξαρτάται, εν όλω ή εν μέρει, η διάγνωση της διαφοράς, τυγχάνει εφαρμογής, παρά τη μη ειδική αναφορά του στο άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ και στην αναιρετική διαδικασία, προεχόντως, όταν ενώπιον Τμήματος του Αρείου Πάγου πρόκειται νομικό ζήτημα, που ήδη έχει παραπεμφθεί προς επίλυση, ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, όπου εκκρεμεί.
Σε τέτοια περίπτωση, το Τμήμα δύναται να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως της αναιρέσεως μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση, η οποία επιλύει το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα (ΑΠ 1125/2019, ΑΠ 1461/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 11.12.2018 [Γ.Α.Κ. 11525 / Ε.Α.Κ. 947 / 14.12.2018 - Εφετείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ……….και νομίμως εκπροσωπείται κατά των αναιρεσιβλήτων (1).- Γ. Ν. του Γ., (2).- Χ. Β. του Δ., (3).- Ε. Π. του Κ., (4).- Α.Π. του Σ., (5).- Π.
Ρ. του Γ., (6).- Μ. Π. του Π., (7).- Π. Γ. του Χ., (8).- Λ. Κ. του Χ., (9).- Π. Λ. του Κ., (10).- Κ. Μ. του Σ., (11).- Α. Τ. του Σ. και (12).- Π. Κ. του Θ. Προσβάλλεται δε, η 4845/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 1.10.2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 28.4.2015 [Α.Κ. 2701 / 28.4.2015 - Πρωτοδικείο Αθηνών και Α.Π.Π. 3835 / 28.4.2015 - Εφετείο Αθηνών] εφέσεως των εκκαλούντων, ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος.
Εκκαλούμενη ήταν η 1417/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 29.4.2014, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 31.3.2011 [Γ.Α.Κ. 57310 / Α.Κ.Δ. 1861 / 31.3.2011 - Πρωτοδικείο Αθηνών] αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Με την 1417/2014 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, στο σύνολό της.
Με την 4845/2018 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία, εξαφανίσθηκε η 1417/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μόνο, κατά τα κεφάλαια, που αφορούν (i).- τα επιδόματα αδείας και εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους και Πάσχα καθώς και (ii).- την ωφέλεια (διαφορές αποδοχών), ως προς την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στη συνέχεια, η υπόθεση κρατήθηκε και η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία, κατά τα πιο πάνω κεφάλαια.
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε, με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομίμως, την 14.12.2018, στην προθεσμία των δύο [2] ετών, από την 1.10.2018, οπότε δημοσιεύθηκε η 4845/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που προσβάλλεται [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 4845/2018 αποφάσεως ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.
Κατ' ακολουθία, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].
Ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 παρ.1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 4845/2018 απόφαση ευθέως παραβίασε το άρθρο 904 ΚΠολΔ, το οποίο εφήρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, αφού οι φορείς απασχολήσεως, δηλ. οι πρώην ….. δεν είχαν τη δυνατότητα νόμιμης προσλήψεως εργαζομένου, στις θέσεις, στις οποίες απασχόλησαν ακύρως τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους.
Από την 4845/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, χάριν της εξετάσεως του παραδεκτού μοναδικού λόγου αναιρέσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την 4845/2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα παρακάτω ουσιώδη:
Στα έτη 2006, 2007 και 2008, καταρτίσθηκαν οι επίμαχες συμβάσεις μεταξύ των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) και των φορέων απασχολήσεως, ήτοι των …., στο πλαίσιο προγράμματος [άρθρο 20 ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α. 205)] για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (stage), ως συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας μαθητευομένου, ορισμένου χρόνου [μέχρι την 25.8.2010 για την Γ.Ν., μέχρι την 6.8.2010 για τις Χ.
Β., Ε. Π., Α. Π. και Π. Ρ., μέχρι την 28.5.2010 για τους υπόλοιπους Μ. Π., Π. Γ., Λ. Κ., Π.Λ., Κ. Μ., Α. Τ. και Π. Κ.]. Οι ενάγουσες Γ. Ν., Χ. Β., Ε. Π., Α.Π. και Π. Ρ. απασχολήθηκαν σε διοικητικές υπηρεσίες ….. και οι υπόλοιποι ενάγοντες Μ. Π., Π., Λ.Κ., Π. Λ., Κ. Μ., Α. Τ. και Π. Κ. σε διοικητικές υπηρεσίες ….. Με το ν. 3852/2010 (ΦΕΚ Α. 87 / 7.6.2010) έχει συσταθεί, από την 1.1.2011, στο …., ως πρωτοβάθμιος Οργανισμός ….., νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, …., με έδρα το ….
και αποτελείται από τους ... (α).- ..., (β).- …., (γ).- ….., (δ).- …., (ε).- …. (στ).- …., (ζ).- …., (η).- …., (θ).- …. και (ι).- …., οι οποίοι καταργούνται [άρθρα 286, 1 παράγραφοι 1 και 2 ν. 3852/2010]. Εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) είναι το ν.π.δ.δ. '….' [άρθρο 283 ν. 3852/2010]. Οι επίμαχες συμβάσεις, καθ' όλη τη διάρκειά τους, ήταν, πράγματι, συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας μαθητευόμενου ορισμένου χρόνου για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου και είναι αυτές (επίμαχες συμβάσεις) άκυρες, εφ' όσον δεν μπορεί να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας, εξ αιτίας της μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη των εναγόντων, ως εργαζομένων, λειτούργησαν δε, ως απλές σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.
Οι ενάγοντες, που απασχολήθηκαν στο εναγόμενο, με απλή σχέση εργασίας, δικαιούνται τα επιδόματα αδείας καθώς και εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους και Πάσχα, ευθέως από το νόμο, ενώ τις διαφορές αποδοχών δικαιούνται από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως ωφέλεια συνίσταται δε, η ωφέλεια, στο ποσό των αποδοχών, που το εναγόμενο κατέβαλε σε έτερους εργαζόμενους του, απασχολούμενους με έγκυρη σύμβαση, υπό τις ίδιες συνθήκες, για την αυτή εργασία, με τις ικανότητες και τα προσόντα των εναγόντων, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη οι προσωπικές περιστάσεις των τελευταίων (εναγόντων).
Ειδικότερα, η ωφέλεια υπολογίσθηκε στον ελάχιστο νόμιμο μισθό και επ' αυτού υπολογίσθηκαν τα επιδόματα αδείας καθώς και εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους και Πάσχα.
Ως προς τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ ανακύπτει το νομικό ζήτημα εφαρμογής (ή μη) των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και της βάσεως υπολογισμού της σχετικής ωφέλειας των ως άνω φορέων απασχολήσεως από την εργασία των ακύρως απασχοληθέντων αναιρεσιβλήτων, όταν οι φορείς απασχολήσεως δεν είχαν τη δυνατότητα νόμιμης προσλήψεως εργαζομένου στις θέσεις, όπου απασχολήθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι είχαν καταρτίσει τις επίμαχες συμβάσεις στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (stage).
Το συγκεκριμένο ζήτημα ήδη έχει παραπεμφθεί, ως αντικείμενο λόγου αναιρέσεως, ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί. Η παραπομπή έγινε με την 186/2019 απόφαση του παρόντος πολιτικού Τμήματος (Β2) διότι κρίθηκε ότι οι διαφορές, που προκύπτουν και είναι εκκρεμείς είτε ενώπιον του Αρείου Πάγου είτε ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, αφορούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων της αυτής κατηγορίας, επί πλέον συντρέχει λόγος για την ενότητα της νομολογίας.
Από το νομικό αυτό ζήτημα εξαρτάται και ο υπολογισμός των επιδομάτων αδείας καθώς και εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους και Πάσχα, που οφείλονται, ως άνω, ευθέως από το νόμο. Κατ' ακολουθία τούτων, το Δικαστήριο κρίνει, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στη νομική σκέψη, να αναβληθεί η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως μέχρι να εκδοθεί η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του συγκεκριμένου νομικού ζητήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως για αναίρεση της 4845/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το στο σκεπτικό νομικό ζήτημα, το οποίο έχει παραπεμφθεί, ενώπιον αυτής, με την 186/2019 απόφαση του παρόντος Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 28 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27 Μαΐου 2020.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ