Legislator Case Law & Legislation
584/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where lower court accepted documents contrary to their text without autopsy.

Case Number 584/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Regional Court of Crete's decision. The appellant argued the lower court committed a procedural error by accepting a declaration regarding land boundaries and vegetation without conducting an on-site inspection, claiming this distorted the document's content. The court rejected this, ruling that the substantive judgment on the documents' content falls within the exclusive discretion of the court of first instance and is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure; Art. 528 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the distortion of a document's content by the court of first instance is inadmissible as it pertains to the unreviewable substantive judgment of that court.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure substantive judgment document distortion autopsy requirement appellate review procedural error exclusive discretion

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 528 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 584 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 584/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Χριστιά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων:1.Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ... 2. Ε. συζ. Δ. Κ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ...,3.Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 4.Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 5.Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν ο 1ος μετά και οι 2η 3ος 4ος 5ος δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Φραγκίσκου Κοτσώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 4/2015 του Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 30-4-2015 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε και την επαναφέρει με την από 29-9-2017 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή ανέγνωσε την από 3-1-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι το Εφετείο Κρήτης με την προσβαλλομένη απόφασή του "έκανε δεκτή την υπεύθυνη δήλωση του....Α., που αναφέρει ότι ο επίδικος ... είναι των αντιδίκων κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 559 ΚΠολΔ περίπτωση 20...." Πλήν όμως η ανωτέρω αιτίαση δεν εμπίπτει στην προμνησθείσα πλημμέλεια, σε σχέση με την οποία προβλέπεται: "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο....20)αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό".

Η πλημμέλεια, εν τούτοις, αυτή συντελείται και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας με προφανή τρόπο παραμόρφωσε το κείμενο εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στήριξε την κρίση του και δέχεται ως οντολογικό περιεχόμενό του τελείως αντίθετο και διαφορετικό από το αληθινό κι έτσι κάνει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και όχι λάθος κατά την αξιολόγησή του, δηλαδή κάνει ελλιπή, ή εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου.

Περαιτέρω, η προειπωθείσα πλημμέλεια στοιχειοθετείται, όταν (συντρεχουσών των ανωτέρω προϋποθέσεων), εξαιτίας του διαφορετικού αυτού περιεχομένου του εγγράφου, το δικαστήριο της ουσίας καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικού γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση κατ’ επιτρεπτή επισκόπηση το Εφετείο Κρήτης με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του συνεκτίμησε τα εκεί αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (μεταξύ των οποίων και την άνω υπεύθυνη δήλωση του Ι. Α. προς συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου) και κατ’ αξιολόγησή τους σχημάτισε την επί της ουσίας απορριπτική κρίση του επί της αγωγής του νυν αναιρεσείοντος.

Η δε τοιαύτη περί τα πράγματα αναιρετικώς απυρόβλητη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, απαραδέκτως τώρα πλήττεται με λόγο αναιρέσεως. Έτι περαιτέρω, ο αναιρεσείων προσάπτει, ότι με την εν λόγω εφετειακή απόφαση παραμορφώθηκε (και) η .../7-5-2003 ένορκη βεβαίωση που είχε δώσει ο προεκτεθείς Ι.Α. και είχε συντάξει η Συμ/φος Ρεθύμνου Ε.

Σ. - Κ.. Εν τούτοις οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμ/φου αποτελούν αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τα έγγραφα, αποτελούν, δηλαδή, μαρτυρικές καταθέσεις εκτός δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αιτιάται απαραδέκτως, αφού επικαλείται την εν θέματι ένορκη βεβαίωση, την οποία εννοιολογικώς κατηγοριοποιεί ως έγγραφο, αδοκίμως, όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

Κατά συνέπεια το Εφετείο, το οποίο σχηματοποίησε την άνω κρίση του επί τη βάσει της συνεκτιμήσεως και συναξιολογήσεως των αποδεικτικών μέσων, ενώ εξετέρου η ένορκη βεβαίωση δεν εντάσσεται στο εννοιολογικό πεδίο των εγγράφων, δεν υπέπεσε στην προρρηθείσα πλημμέλεια και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι κατά τις άνω διακρίσεις απαράδεκτος.

ΙΙ. Κατ’ αρθρ.559 αρ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια του εν λόγω όρου, έννοια την οποία παγίως η νομολογία του Αρείου Πάγου ακολουθεί, "πράγματα" είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (και όχι λ.χ.

οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται, ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην προειπωθείσα πλημμέλεια, καθόσον δεν έλαβε υπόψη του, ότι ο δικηγόρος Κ.

Μ. είχε δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου ορισθεί αντίκλητος των ήδη αναιρεσιβλήτων, με συνέπεια να μη ληφθούν υπόψιν οι εκεί αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις του, η δε τοιαύτη πληρεξουσιότητά του δεν είχε ανακληθεί. Πλην όμως, η αιτίαση αυτή ενέχει απαράδεκτο, δοθέντος ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, κάτ’ αρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ, ότι τον ανωτέρω ισχυρισμό (περί υπάρξεως και μη ανακλήσεως πληρεξουσιότητος στο πρόσωπο του προμνησθέντος δικηγόρου, ως αντικλήτου των αναιρεσιβλήτων) είχε προτείνει νομίμως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, παρεκτός του ότι, κατά την επιτρεπτή επισκόπηση προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψιν του τον προπαρατεθέντα ισχυρισμό, παρά τα όσα αντιστοίχως αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

Επομένως, το Εφετείο εν σχέσει προς το ζήτημα αυτό, (το οποίο διαχειρίσθηκε με εφαλτήριο την σκέψη, ότι ο ανωτέρω δικηγόρος Ρεθύμνου δεν αποδείχθηκε ότι ήταν αντίκλητος των νυν αναιρεσιβλήτων), δεν υπέπεσε στην προδιαληφθείσα πλημμέλεια και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο, ότι με την παραδοχή του, ότι: "....Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1940, όταν διαπιστώθηκε απώλεια του νερού της δεξαμενής, καθώς έπεφτε στο πηγάδι του μύλου και άρχισαν να διαμαρτύρονται γι’ αυτό οι συγχωριανοί του, επειδή δεν επαρκούσε το νερό για να ποτίσουν τα χωράφια τους, ο ανωτέρω παππούς των εναγομένων αναγκάσθηκε να διακόψει οριστικά τη λειτουργία του νερόμυλου και στη συνέχεια, να ανακατασκευάσει ένα άλλο ερειπωμένο μύλο στη θέση "..." της περιοχής Επισκοπής, το οποίο λειτούργησε από το έτος 1950 μέχρι το έτος 1970, έχοντας και εκεί ως εργάτη (μυλωνά) τον Φ.

Κ.....", υπέπεσε στις πλημμέλειες τόσο του αρ.8 (όπως ανωτέρω αναπτύσσεται) καθώς επίσης και του αρ.10 της 559 διατάξεως, του ΚΠολΔ, όπου προβλέπεται, η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως, "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Ειδικότερα, ο αναιρεσείων αναφέρει, ότι εκφεύγει της ακρίβειας των γεγονότων η προπαρατεθείσα παραδοχή της εφετειακής αποφάσεως, δοθέντος, ότι δυνάμει των .../2015 ληξιαρχικών πράξεων της ληξιάρχου Ε.

Μ. απεβίωσαν ο Ε.Κ., παππούς των ήδη αναιρεσιβλήτων και ο εργάτης του Φ.Κ., στις 28-11-1963 και 20-3-1950, αντιστοίχως. Παρά ταύτα, ο αναιρεσείων ισχυριζόμενος τα ανωτέρω πέραν του ότι αοριστολογεί, δεδομένου ότι δεν συγκεκριμενοποιεί, ότι κατά την ημέρα συζητήσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου της εφέσεως και των προσθέτων λόγων εφέσεως των νυν αναιρεσιβλήτων, στις 7-10-2014, το εν λόγω Δικαστήριο είχε διαθέσιμα ενώπιόν του (και) τα έγγραφα αυτά (περί αποβιώσεως των άνω προσώπων) στοιχεία, αν, δηλαδή, και αυτά είχαν συμπεριληφθεί μεταξύ των (τότε ληφθέντων υπόψιν και συναξιολογηθέντων) αποδεικτικών μέσων, (προεχόντως), πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση.

Γι’ αυτό, κατά το άνω αναπτυσσόμενο μέρος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πλήττεται από απαράδεκτο. Περαιτέρω ο αναιρεσείων, παρακατιώντας, με τον λόγο αυτόν, (3ο) αναιρέσεως ψέγει το Εφετείο, ότι με την προμνησθείσα παραδοχή του της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως υπέπεσε (και) στην πλημμέλεια του αρ.17 του αρθρ.559 ΚΠολΔ, όπου αναφέρεται, ότι αναίρεση επιτρέπεται, "αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις".

Η αντιφατικότητα πρέπει, εν τούτοις, να έχει εμφιλοχωρήσει στο διατακτικό της αποφάσεως, ήτοι η καταλογιζόμενη αντίφαση πρέπει να υπάρχει μεταξύ των διατάξεων (του διατακτικού) ούτως, ώστε να ανακύπτει αοριστία διατακτικού και αδυναμία εκτελέσεώς του, μη στοιχειοθετουμένης της εν λόγω πλημμέλειας από τυχόν αντιφατικότητα παραδοχών (του σκεπτικού) της βαλλομένης αποφάσεως.

Κατά συνέπεια, δεν δύνανται να προσαφθούν στην αναιρεσιβαλλομένη, οι φερόμενες αυτές πλημμέλειες, κατά τα άνω αναλυόμενα και ο 3ος λόγος αναιρέσεως είναι, κατά το μέρος που συναρτάται με τις υπ’ αρ.8, 10 πλημμέλειες, αλλά και κατά τα λοιπά, (εν σχέσει προς την επικαλούμενη πλημμέλεια υπ’ αρ.17) απαράδεκτος.

IV. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων διατείνεται, ότι το Εφετείο με την παραδοχή του, ότι "....η σιδερένια πόρτα του νερόμυλου και το σιδερένιο κάλυμμα στο παράθυρό του δεν είχαν τοποθετηθεί από τον ενάγοντα.....", υπέπεσε στην ανωτέρω μνημονευομένη πλημμέλεια υπ’ αρ.17. Στο Δικαστήριο, όμως, της ουσίας, και εν προκειμένω, δεν είναι καταλογιστή η πλημμέλεια αυτή, με την ιδία, προδιαλαμβανομένη, δικανική πεποίθηση και κρίση. Παρέπεται δε, ότι είναι απαράδεκτος ο λόγος αυτός αναιρέσεως.

V. O πέμπτος λόγος αναιρέσεως (με τον οποίον ο αναιρεσείων προσάπτει στο Δικαστήριο της ουσίας, ότι εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψιν την .../7-5-2003 ένορκη βεβαίωση συνταχθείσα υπό της Συμ/φου Ρεθύμνης Ε.Σ. - Κ., των Ι.Α. και Μ.Σ., κατά παράβαση του αρθρ. 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, στο οποίο προβλέπεται λόγος αναιρέσεως "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν"), είναι αβάσιμος.

Ειδικότερα το Εφετείο, όπως επισκοπείται, στην προμετωπίδα του πορίσματός του μνημονεύει, ότι συνεκτίμησε όλα τα (νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα απ’ τους διαδίκους) αποδεικτικά μέσα, συμφώνως προς την εκεί αναφερομένη αντίστοιχη αναλυτική διάκριση αποδεικτικά μέσα τα οποία και έλαβε υπόψιν και κατέληξε με την προσβαλλομένη απόφασή του σε απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος.

VI. Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων καταλογίζει στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην υπ’ αριθμ.11γ του αρθρ.559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δεν έλαβε υπόψιν 1)το μεταγεγραμμένο ...-1-1929 δωρητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Μυλοποτάμου Π.Ζ., τίτλο κτήσεως του προκατόχου - προγόνου αυτού (αναιρεσείοντος), ο οποίος (πρόγονος - προκάτοχος) κατείχε το 1/3 του επιδίκου ακινήτου και 2)την .../19-5-1931 επιταγή της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος κατά του αδελφού του παππού του (αναιρεσείοντος).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Δικαστήριο της ουσίας, με την βαλλομένη απόφασή του συνεκτίμησε (και συναξιολόγησε) τα αποδεικτικά μέσα (μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα), τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Η διαφοροποιημένη δικανική αντιμετώπιση και κρίση δεν σημαίνει παράλειψη αποδεικτικής εκτιμήσεως και αξιολογήσεως.

Εδώ, όπως προειπώθηκε, το Εφετείο σαφώς αναφέρεται στην συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα υπό του αναιρεσείοντος ενέχουν αβασιμότητα, κατά τα ως άνω.

VII. Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων βάλλει κατά της ανωτέρω εφετειακής αποφάσεως και ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβεν ανεπαρκή αιτιολογία, καθόσον αφορά στην ...-2-2002 αίτησή του προς την Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, στην .../5-4-2002 απόφαση της Γ.Δ/νσεως Αρχ/των του Υπουργείου Πολιτισμού, στο ΦΕΚ τ.Β’ /474/17-4-2002 με την δημοσίευση της ανωτέρω αποφάσεως και στην .../.../28-1-2004 προέγκριση και ένταξη του επενδυτικού σχεδίου του στα ολοκληρωμένα προγράμματα Ανάπτυξης του Αγροτικού Χώρου. Ο λόγος αυτός υπ’ αρ.19 του αρθρ.559 του ΚΠολΔ αναιρέσεως είναι αόριστος, καθόσον δεν εκτίθεται ο τελών σε αιτιώδη συνάφεια αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, καθώς επίσης και το ουσιώδες ζήτημα, στο οποίο η φερομένη ως ανεπαρκής αιτιολογία ανάγεται, ως και η διάταξη που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου.

VIII. Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρθρ.559 αρ.10 ΚΠολΔ, αφού με την παραδοχή που διαλαμβάνεται στην σελίδα 17 του σκεπτικού, "δεν δέχεται την ακυρότητα του υπ’ αρ..../31-12-2003 συμβολαίου κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 559 περίπτωση 10 του ΚΠολΔ...." δοθέντος, ότι όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων δεν έχει καταβληθεί το Τ.Α.Π.. Ο λόγος τούτος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, δοθέντος ότι η τυχόν μη καταβολή κείται εκτός πεδίου δικονομικού βεληνεκούς και δεν παρεμποδίζει την λήψη αυτού υπόψιν ως αποδεικτικού μέσου.

VIV. Με τον ένατο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων καταλογίζει στο Εφετείο ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια υπ’ αρ.8 του αρθρ.559 ΚΠολΔ. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι ότι το Δικαστήριο της ουσίας αναφέρεται στην εδαφική μορφολογία του επιδίκου, διακριτή από όμορο (προς ΑΝ.) ακίνητο του (ενάγοντος και νυν) αναιρεσείοντος και διαλαμβάνει την παραδοχή, ότι το τελευταίο "...έχει υψομετρική διαφορά περίπου ενός μέτρου από το επίδικο ακίνητο, το οποίο είναι απεριποίητο και καλυμμένο με πυκνή αυτοφυή βλάστηση...", χωρίς προηγουμένη διενέργεια αυτοψίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων προσάπτει στο Δικαστήριο της ουσίας, ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψιν του "πράγματα", ουσιωδώς επιδρώντα, στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος, τούτου δοθέντος, καθόσον πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

VV. Με τον δέκατο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσειών ψέγει το Εφετείο ότι υπέπεσε στην υπ’ αριθμ. 8 του αρθρ.559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δοθέντος ότι παρά τον νόμο δέχθηκε την έφεση και τους προσθέτους λόγους εφέσεως των (εναγομένων και ήδη) αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, δεδομένου ότι τα δικόγραφα αυτά, (δηλαδή η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως), συνεκδικάσθηκαν και έγιναν δεκτά κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του αρθρ.528 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, οι νυν τέσσερεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι είχαν δικασθεί ερήμην απ’ το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου, το οποίο με την 52/2008 (οριστική) απόφασή του ως προς (τους εναγομένους) αυτούς δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του νυν αναιρεσείοντος, ενώ ως προς τον πέμπτο (εναγόμενο και ήδη) αναιρεσίβλητο λόγω παραιτήσεως απ’ το δικόγραφο της αγωγής, θεώρησε αυτήν ως μη ασκηθείσα.

Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως προς αυτόν (5ο τότε εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο) για τυπικούς λόγους την έφεση, ενώ κατά τα λοιπά, ήτοι ως προς τους τέσσερεις πρώτους εκκαλούντες (τώρα αναιρεσιβλήτους) εφήρμοσε, όπως προειπώθηκε, το άρθρο 528 ΚΠολΔ και (αφού δέχθηκε την έφεση και, τους προσθέτους λόγους εφέσεως κατά τα ως άνω) εξαφάνισε ("άνευ ετέρου τινός") την πρωτόδικη απόφαση, (η οποία ήταν εξαφανιστέα επί τη βάσει της ανωτέρω διατάξεως 528 ΚΠολΔ, όπως προδιαλαμβάνεται), χωρίς διερεύνηση των λόγων, εφέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων.

Γι’ αυτό και δεν έχουν λυσιτέλεια τα όσα στον δέκατο λόγο ο αναιρεσείων υποστηρίζει εν σχέσει προς τους λόγους εφέσεως και προσθέτους λόγους εφέσεως, με την παραδοχή των οποίων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην προμνησθείσα πλημμέλεια, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

VVI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στον ηττώμενο αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους (αρθρ. 176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ.4 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-4-2015 αίτηση του Χ. Κ. περί αναιρέσεως της 4/2015 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ