Greek Supreme Court allows appeal against labor court verdict regarding unpaid maternity and accident benefits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a labor court judgment concerning unpaid wages and benefits. The appellants argued that the lower court incorrectly applied rules regarding the offsetting of marriage allowances against higher-than-minimum wages and failed to adjudicate specific claims for maternity and accident pay. The court ruled that offsetting requires mutual agreement and found the lower court erred in dismissing the appellants' requests for specific benefits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 296, 297 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the lower court incorrectly applies substantive law regarding wage offsetting or fails to adjudicate a valid claim, necessitating remittal for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 584 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 584/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Κ. Α. του Ν., 2) Γ. Δ. του Ε., 3) Δ. Ζ. του Σ., 4) Ό. Θ. του Ε., 5) Ό. Λ. του Ν., 6) Θ. Μ. του Ν., 7) Α. Μ. του Α., 8) Χ. Ν. του Π., 9) Ι. Π. του Σ., 10) Σ. Π. του Δ., 11) Κ. Π. του Ι., 12) Β. Π. του Π., 13) Κ. Π. του Α., 14) Π. Π. του Π., 15) Σ. Σ. του Π., 16) Β. Σ. του Κ., 17) Α. Σ. του Γ., 18) Χ. Τ. του Ι., 19) Π. Τ. του Π., 20) Μ. Ψ. Τ. Α., 21) Α. Μ. του Π., 22) Ε. Σ. του Α., 23) Β. Κ. του Ι., 24) Α. Α. του Δ., 25) Σ. Α. του Β., όλοι κάτοικοι …. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Συγγενιώτου.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ.Υπουργό των Οικονομικών και τους κ.κ.Υπουργούς: α) Εσωτερικών, Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, β) Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων γ) Δημοσίας Τάξης και δ) Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 2) Κεντρικής 'Ενωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. 3) Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ (Ε.Ε.Τ.Α.Α.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. 4) Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), που εδρεύει στο Άνω Καλαμάκι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1, 2, 3, 4, των αναιρεσίβλητων δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, για τους οποίους η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης. 5) Δήμου Βέροιας που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού και ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1030/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4411/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από την 2-12-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 7-1-2011 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τετάρτου και πέμπτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στην αναιρετική διαδικασία, προκύπτει ότι παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της εκτάσεως της) κατάργηση της δίκης. Επομένως, η παραίτηση των αναιρεσειόντων, που έγινε με προφορική δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου των, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, ως προς τους τέσσερις (4) πρώτους αναιρεσίβλητους, ήτοι το Ελληνικό Δημόσιο, την Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων, την Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε. και τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, είναι νόμιμη και επιφέρει κατάργηση της δίκης μεταξύ των αναιρεσιβλήτων αυτών και των αναιρεσειόντων. Εφόσον δε έγινε παραίτηση της δίκης ως προς τους τέσσερις πρώτους αναιρεσίβλητους, θεωρείται ότι έγινε παραίτηση και από του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τον πρώτο λόγο, ο οποίος αφορά αποκλειστικά τους αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους έγινε παραίτηση.
Επειδή, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες 8265/16-6-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Βέροιας ... αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πέμπτο αναιρεσίβλητο Δήμο Βέροιας. Αυτός όμως δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρών και ο πέμπτος αναιρεσίβλητος (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζονται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 Ν.Δ. 496/1974, 3 Ν.Δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται στην παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεση της, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.
α' του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών και στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου κ.λ.π. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.
α' επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ. ΑΠ 29/2006). Η παραπάνω διάταξη δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο κρίνοντας επί αγωγής των αναιρεσειόντων, δέχθηκε ότι οι επίδικες αξιώσεις τους για το έτος 2001 υπέκυψαν στη διετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από τη γένεση αυτών και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Επειδή, με το άρθρο 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 109 ΕισΝΑΚ ορίζονται τα ακόλουθα: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή (η διάταξη αυτή ισχύει και για τους ΟΤΑ, σύμφωνα με το άρθρο 3 Ν.Δ. 31/1968), συνάγεται ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο (ή ΟΤΑ) από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβητήσεως.
Εφόσον όμως ο νόμος (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ. της 26-6/10-7-1944) δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής αλλά μόνο προς τη γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοούμενης και της αγωγής της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό) δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως με δύναμη δεδικασμένου. Εξάλλου αναγνωριστική καθίσταται η αγωγή της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό. Έννομη εντεύθεν συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι στην περίπτωση περιορισμού του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό οφείλονται τόκοι (ΑΕΔ 7/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η από 2/4/2004 αγωγή των αναιρεσειόντων, όπως το αίτημα της περιορίσθηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, έγινε εν μέρει δεκτή και δεν επιδικάσθηκαν τόκοι, λόγω της μετατροπής του αιτήματος σε αναγνωριστικό. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
Επειδή, από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενική αρχή της προστασίας των μισθωτών, που καθιερώνει το άρθρο 7 του Ν. 1876/1990, συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ αυτών δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομικής συμβάσεως εργασίας αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, κανονισμού, ατομικής συμβάσεως) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση.
Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 παρ.1, 10 και 19 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οι ΕΓΣΣΕ καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας για τους εργαζόμενους όλης της χώρας στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ) και ότι οι κανονιστικοί όροι των ΕΓΣΣΕ, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι, επικρατούν των αντιστοίχων όρων των λοιπών ΣΣΕ.
Έτσι και οι μισθωτοί αυτοί δικαιούνται όλων των επιδομάτων και παροχών, που προβλέπονται από τις ΕΓΣΣΕ, έστω και αν οι παροχές και τα επιδόματα αυτά δεν προβλέπονται από τις αντίστοιχες ΣΣΕ, που ρυθμίζουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των μισθωτών των ΟΤΑ ή αν οι τελευταίες περιέχουν δυσμενέστερες ρυθμίσεις για τα σχετικά θέματα.
Όταν δε με ατομική σύμβαση εργασίας καθορίσθηκαν το είδος και οι συνθήκες παροχής της εργασίας και συμφωνήθηκε μισθός μεγαλύτερος του συνόλου των αποδοχών που προβλέπονται από την οικεία συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση, δηλαδή του αθροίσματος βασικού μισθού και επιδομάτων, τότε συγκεκριμένο επίδομα προβλεπόμενο από τη συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση για την παροχή εργασίας του αυτού είδους και με τις ίδιες συνθήκες, δεν οφείλεται στον εργαζόμενο επιπλέον του συμφωνημένου μεγαλύτερου μισθού, γιατί καλύπτεται από αυτόν, αφού οι όροι αμοιβής της ίδιας ποιοτικά εργασίας, οι περιεχόμενοι στην ατομική και στη συλλογική σύμβαση δεν ισχύουν παραλλήλως, αλλά επικρατεί η ευνοϊκότερη ρύθμιση, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της δυσμενέστερης.
Διαφορετική λύση δίνεται, όταν με την ατομική ή τη συλλογική σύμβαση ορίζεται το αντίθετο, δηλαδή ότι το θεσπιζόμενο με τη συλλογική σύμβαση επίδομα θα καταβάλλεται επιπλέον του συμφωνημένου μεγαλύτερου μισθού. Περαιτέρω, με το εδ. α' και β' της παρ. 2 της 10/01976 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 21378/4732/17-5-1976 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β'671) και κυρώθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 435 /1976 , ορίσθηκε ότι, από της ενάρξεως της ισχύος αυτής (στις 13-2-1976), στους μισθωτούς ανεξαρτήτως φύλου, συνεστώτος του γάμου, χορηγείται επίδομα γάμου 5%, με την προϋπόθεση ότι ο άλλος σύζυγος δεν ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα ή δεν συνταξιοδοτείται και ότι το επίδομα αυτό υπολογίζεται στο κατώτατο όριο του βασικού μισθού ή του βασικού ημερομισθίου που ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα οικεία ΣΣΕ ή ΔΑ ή άλλη διάταξη και δεν συμψηφίζεται προς τις τυχόν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές, συμψηφίζεται όμως σ' αυτό το τυχόν καταβαλλόμενο επίδομα γάμου ή συζύγου.
Με το εδ. β' της ίδιας παραγράφου ορίσθηκε ότι, "Συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αποφάσεις διαιτησίας ή άλλες διατάξεις, που προβλέπουν τη χορήγηση επιδόματος γάμου, σε ποσοστό ή πάγιο ποσό, δεν θίγονται με την παρούσα απόφαση και εξακολουθούν να ισχύουν και να διέπουν τα της παροχής του επιδόματος αυτού, εφόσον:
αα) προβλέπουν την παροχή του στους μισθωτούς αμφοτέρων των φύλων και ββ) το βάσει αυτών οφειλόμενο ποσό επιδόματος γάμου είναι υπέρτερο του βάσει της παρούσας διαμορφούμενου". Η με βάση τις παραπάνω διατάξεις απαγόρευση συμψηφισμού έχει την έννοια ότι απαγορεύεται μόνον ο μονομερής εκ μέρους του εργοδότη συμψηφισμός (καταλογισμός) ενώ επιτρέπεται εκείνος που γίνεται κατόπιν συμφωνίας με τον εργαζόμενο.
Ήδη, σύμφωνα με το άρθρο 4 της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ (που δημοσιεύθηκε με την ΥΑ-12756/-1989, ΦΕΚ Β'213/1989 και καταλαμβάνει όλους τους μισθωτούς που εργάζονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και στους ΟΤΑ, άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' Ν. 1876/1990), το επίδομα γάμου που χορηγείται σε όλους τους έγγαμους μισθωτούς ανέρχεται σε 10%, ενώ κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 2 της 10/1976 ΔΔΔΔ Αθηνών.
Τέλος, με το άρθρο 20 παρ. 2 Ν. 1849/1989 ορίσθηκε ότι το προβλεπόμενο από την ως άνω από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ επίδομα γάμου δικαιούνται και οι άγαμοι γονείς, καθώς και οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας και οι διαζευγμένοι. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αξίωση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων για το επίδομα γάμου, σε ποσοστό 10% επί του βασικού ημερομισθίου, καλύπτεται από το καταβαλλόμενο σ' αυτούς ημερομίσθιο των 35,22 ευρώ, το οποίο είναι κατά πολύ υπέρτερο του νόμιμου ημερομισθίου τους, δηλαδή του κατώτατου ορίου που καθορίζεται από τις ΕΓΣΣΕ με το συνυπολογισμό και του επιδόματος γάμου σε ποσοστό 10% και απέρριψε το σχετικό αίτημα.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού μόνον η καταβολή υπέρτερων αποδοχών στους αναιρεσείοντες, από τα κατώτατα όρια που ορίζουν οι ΕΓΣΣΕ, δεν αρκεί για τον μονομερή συμψηφισμό (καταλογισμό) αυτών από τον αναιρεσίβλητο εργοδότη, αλλ' απαιτείται επιπλέον και συμφωνία των μερών ότι στις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές συμψηφίζεται (καταλογίζεται) και το επίδομα γάμου, το οποίο δεν καταβάλλεται, υπολογιζόμενο σε ποσοστό 10% στο κατώτατο όριο του βασικού ημερομισθίου.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε είναι ιδίως η αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και κάθε ένδικο μέσο.
Στην κρινόμενη περίπτωση οι δωδέκατη και δέκατος τέταρτος αναιρεσείοντες Β. Π. και Π. Π. αντίστοιχα, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του Κ.ΠολΔ, αιτιώνται το Εφετείο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, άφησε αδίκαστη αίτηση τους για αξιώσεις τους από αποδοχές, κατά το διάστημα που ήσαν εκτός εργασίας, λόγω κύησης η πρώτη και λόγω ατυχήματος ο δεύτερος, ποσού 2.430,18 και 1.162,26 ευρώ αντίστοιχα. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον το Εφετείο, μετά την παραδοχή της εφέσεως των αναιρεσειόντων και την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε απορρίψει την αγωγή τους και την εκ νέου εξέταση αυτής, άφησε αδίκαστη την ως άνω αίτηση των 12ης και 14ου των αναιρεσειόντων. Επομένως, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα μέρη (ως προς το χρόνο έναρξης της τοκοδοσίας, το επίδομα γάμου και την ως άνω αίτηση των 12ης και 14ου των αναιρεσειόντων) και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τα μέρη αυτά προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 583 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη, την ανοιγείσα με την από 2-12-2009 αίτηση αναιρέσεως δίκη, μεταξύ των αναιρεσειόντων και των εκ των αναιρεσιβλήτων, Ελληνικού Δημοσίου, Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος, Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε. και του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού.
Αναιρεί, κατά τα μέρη που στο σκεπτικό αναφέρονται, την 4411/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα μέρη που αναιρέθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ