Legislator Case Law & Legislation
584/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance contract cancellation, ruling lower court correctly applied law.

Case Number 584/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by seven individuals against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued the lower court erred in law regarding the concept of fraud and failed to consider specific documents submitted by the insurance company. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning sound and its consideration of all evidence sufficient.

Legislator headnote

AI generated

Articles 255 paragraph 2 and 10 paragraph 2 letter b of Law 489/1976; The Court of First Instance did not violate substantive law provisions regarding fraud when it correctly interpreted the legal concept and relied on sufficient reasoning to find the defense of contract cancellation unfounded.

Keywords

AI generated
insurance contract cancellation fraud concept application appeal admissibility evidence consideration court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 10 of Law 489/1976
Article 255 paragraph 2 of the Civil Code
Article 10 paragraph 2 letter b of Law 489/1976
Article 559 number 11 letter gamma of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 2223/2007 of the Supreme Court
Decision 140/2009 of the Court of Appeal of Athens
Decision 4614/2004 of the Athens District Court
Decision 6889/2005 of the Court of Appeal of Athens
Decision 1876/2006 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 584 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 584/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Χ3, 4) Χ4, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μυταλούδη και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Χ5, 6) Χ6 και 7) Χ7, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής και Αντασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Τσούτσο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/10/2002 αγωγή των ως άνω ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4614/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6889/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 7/10/2005 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1876/2006 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της. Η υπόθεση εισήχθη εκ νέου για συζήτηση με την από 12/12/2006 κλήση της ως άνω αναιρεσίβλητης και τους από 5/3/2007 πρόσθετους λόγους αυτής.

Εκδόθηκε η 2223/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 6889/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 140/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/6/2009 αίτησή τους.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος της ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 8/1/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναιρέσεως, κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 10 του Ν. 489/1976 ορίζει, στη μεν παράγραφο 1, ότι, "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή", στη δε παράγραφο 2 ότι, "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθρου 241 ΑΚ, από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (άρθρο 215 ΚΠολΔ), δηλαδή με κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο. Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της διετίας, επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής.

Για την έναρξη της παραγραφής αυτής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Δεν εφαρμόζεται εδώ η ΑΚ 937. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή, που ευθύνεται έναντι του παθόντος όχι από αδικοπραξία, αλλά από τον νόμο, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ.

Στην παραπάνω διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ, ως προς τη διακοπή (ΑΚ 260 επ.) και αναστολή (ΑΚ 255 επ.) της παραγραφής. Αν η αξίωση έχει καταστεί επίδικη, η παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία, αν οι διάδικοι απρακτούν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 255 παρ. 1 ΑΚ, "η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής".

Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, "αναστέλλεται επίσης η παραγραφή για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση". Ως ανώτερη βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το οποίο δεν ήταν δυνατό να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης και το οποίο καθιστά ανέφικτη την από το δικαιούχο επιδίωξη της αξίωσής του.

Γίνεται έτσι φανερό, ότι ο νόμος αναγνωρίζει σοβαρούς λόγους, εξαιτίας των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν έχει δυσμενείς συνέπειες για το δικαιούχο. Κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα των λόγων αυτών είναι η αντικειμενική αδυναμία του δικαιούχου να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του (ΑΠ 1907/2007, 1134/2005, 430/2003, 1182/2000).

Περαιτέρω, ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την ως άνω διάταξη του αριθμού 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Κατά δε το εδάφ.β του ιδίου άρθρου, "η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται σε συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνούμενης διάταξης του αρθρ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Με την από 24- 10-2002 αγωγή τους, οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι από υπαιτιότητα του Ξ, οδηγού του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του πατέρα του Θ, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, προκλήθηκε, στις 15.8.1998, οδικό τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα η Ζ, στενή συγγενής τους, (κόρη των δύο πρώτων αναιρεσειόντων και αδελφή των λοιπών).

Γι' αυτό και ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (αναιρεσείουσα) έχει υποχρέωση να τους καταβάλει τα αιτούμενα ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη. Στο Πρωτοδικείο η αναιρεσίβλητη προέβαλε ένσταση διετούς παραγραφής και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής για το λόγο αυτό.

Οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες), σε απόκρουση της ένστασης παραγραφής, πρότειναν δύο αντενστάσεις. Την από το άρθρο 255 παρ. α ΑΚ προβλεπόμενη αντένσταση αναστολής της παραγραφής, σύμφωνα με την οποία, "η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής", για τους επικαλούμενους απ' αυτούς λόγους ανώτερης βίας, που τους εμπόδισαν να ασκήσουν την αξίωσή τους μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής.

Επίσης, οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες), σε απόκρουση της ένστασης της παραγραφής, πρότειναν και την από το άρθρο 255 παρ. β ΑΚ αντένσταση αναστολής της παραγραφής, σύμφωνα με την οποία, "αναστέλλεται επίσης η παραγραφή για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωσή του", για τους επικαλούμενους απ' αυτούς λόγους, οι οποίοι συνίστανται στο ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εντός του τελευταίου εξαμήνου του χρόνου της παραγραφής, με δόλο τους απέτρεψε να ασκήσουν την ένδικη αξίωσή τους.

Το Πρωτοδικείο δέχτηκε την αντένσταση από το άρθρο 255 παρ. α ΑΚ , καθώς και εν μέρει την αγωγή των πέντε πρώτων εναγόντων (αναιρεσειόντων). Την ίδια αγωγή, ως προς τους έκτο και έβδομη αναιρείοντες-ενάγοντες Χ6, και Χ7, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι έκρινε ότι δεν αποδείχτηκε η συγγενική σχέση τους με την οικογένεια του θύματος, (ότι ήταν αδέλφια).

Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν εφέσεις από τους δύο ως άνω ηττημένους αναιρείοντες και από την αναιρεσίβλητη. Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ζήτησε να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή ως παραγεγραμμένη, ύστερα από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Αντίθετα, οι έκτος και έβδομη των εναγόντων ζήτησαν, για τις ίδιες αιτίες, την εξαφάνιση της εκκληθείσας, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή και ως προς αυτούς. Το Εφετείο, με την 6889/2005 απόφασή του: α) απέρριψε στην ουσία την από 20.1.2005 έφεση της αναιρεσίβλητης και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κρίνοντας ότι η αγωγή των αναιρεσειόντων δεν είναι παραγεγραμμένη, κατά παραδοχή της σχετικής αντένστασης για αναστολή της παραγραφής, λόγω ανώτερης βίας και β) δέχτηκε στην ουσία την από 2.3.2005 έφεση των αναιρειόντων Χ6, 6ου και Χ7, 7ης, εξαφάνισε εν μέρει ως προς αυτούς την πρωτόδικη 4614/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια δέχτηκε κατά ένα μέρος την ίδια αγωγή ως προς τους ενάγοντες αυτούς.

Κατά της απόφασης αυτής η ασφαλιστική εταιρία άσκησε αίτηση αναιρέσεως. Επ' αυτής εκδόθηκε η 2223/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η πιο πάνω απόφαση, με λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για ασαφείς αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανώτερης βίας.

Επακολούθησε η πληττόμενη απόφαση, η οποία δέχτηκε ως βάσιμο το λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας περί παραγραφής, απέρριψε την αντένσταση από το άρθρο 255 παρ. α ΑΚ, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, εξαφάνισε την πληττόμενη απόφαση, απέρριψε την αντένσταση του άρθρου 255 β ΑΚ και απέρριψε την από 24-10-2002 αγωγή των αναιρεσειόντων.

Συγκεκριμένα, το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα παρακάτω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά για την τύχη της αναίρεσης: "Την 15.8.1998 και περί ώρα 15,00 ο Ξ οδηγούσε το με αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητας του πατέρα του Θ, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ήδη εκκαλούσα -εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία και εκινείτο στην επαρχιακή οδό ..., της νήσου ....

Στο όχημα επέβαινε η ανήλικη Ζ, θυγατέρα των 1ου και 2ης των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων και αδελφή των λοιπών, η οποία καθόταν στη δεξιά πλευρά του πίσω καθίσματος. Στη θέση "...", της ανωτέρω οδού, το όχημα εκτράπηκε από την πορεία του και επέπεσε με σφοδρότητα αρχικά σε στύλο του ΟΤΕ και στη συνέχεια σε ελαιόδενδρο, με αποτέλεσμα το θανατηφόρο τραυματισμό της προαναφερόμενης συγγενούς των εναγόντων.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι οι πέντε πρώτοι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι της από 20-1-2005 ένδικης έφεσης, είχαν ασκήσει αρχικά την από 11-5-2000, (αρ. καταθ. 5408/2000), αγωγή τους, κατά του Ξ και του Θ, με την ιδιότητά των ως οδηγού και κυρίου του ζημιογόνου οχήματος, αντίστοιχα και κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, (και χάριν συντομίας ΕΚ), επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφό τους, το όχημα ήταν ανασφάλιστο, κατά το χρόνο του ατυχήματος.

Το εναγόμενο ΕΚ άσκησε επίσης την από 15-6-2000, (αρ. κατ. 6956/2000), παρεμπίπτουσα αγωγή, κατά των κυρίως εναγομένων, οδηγού και κυρίου του ζημιογόνου οχήματος, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι, σε περίπτωση παραδοχής της κυρίας αγωγής, οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να του καταβάλουν κάθε ποσό, που θα υποχρεωνόταν εκείνο να καταβάλει στους τρίτους ζημιωθέντες - ενάγοντες της κυρίας αγωγής.

Τέλος, οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι ασφαλισμένοι, (οδηγός και κύριος του αυτοκινήτου), άσκησαν κατά της ασφαλιστικής εταιρίας "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α. & Α.Ε." και ήδη εκκαλούσας, την από 23-10-2000, (αρ. κατ. 11632/2000), ανακοίνωση δίκης, με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, στην οποία ένωσαν παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκαν, ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο, κατά το χρόνο του επισυμβάντος ατυχήματος, στην, ως άνω, ασφαλιστική εταιρία, η οποία, ως δικονομικός εγγυητής, πρέπει να παρέμβει αναγκαστικά υπέρ αυτών και σε περίπτωση ήττας τους, πρέπει να αναγνωριστεί, ότι αυτή έχει υποχρέωση να τους καταβάλει κάθε ποσό, που θα υποχρεωθούν να πληρώσουν στους ενάγοντες της κυρίας αγωγής.

Οι παραπάνω αγωγές συνεκδικάστηκαν και επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6279/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού αποκλειστικά υπαίτιος του επισυμβάντος ατυχήματος κρίθηκε ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου Ξ, κατά παραδοχή της ένστασης παθητικής νομιμοποίησης, που είχε προβάλλει το ΕΚ, α) απορρίφθηκε η κύρια αγωγή ως προς αυτό, διότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι το όχημα ήταν ασφαλισμένο στην, ως άνω, εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία, κατά το χρόνο του ατυχήματος, β) απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή του ΕΚ, ως άνευ αντικειμένου και γ) έγινε δεκτή η κυρία αγωγή ως προς τους λοιπούς εναγόμενους, (οδηγό και κύριο του αυτοκινήτου), όπως επίσης και η προσεπίκληση των τελευταίων σε αναγκαστική παρέμβαση της ασφαλιστικής εταιρίας, με την ενωμένη σ' αυτήν αγωγή αποζημίωσης και αναγνωρίσθηκε, ότι η, ως άνω, ασφαλιστική εταιρία οφείλει να τους καταβάλει το ποσό, που εκείνοι υποχρεώθηκαν να πληρώσουν στους κυρίως ενάγοντες.

Επί αντιθέτων εφέσεων και αντεφέσεων, κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6603/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε, όπως προαναφέρθηκε, τελεσίδικα το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού, όπως και το ζήτημα της έγκυρης ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο είχε αμφισβητηθεί από την εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία, που υποστήριζε, ότι η σύμβαση ασφάλισης είχε καταγγελθεί προ του ατυχήματος, κατ' άρθρο 11 του Ν. 489/1976.

Η απόφαση αυτή έχει ήδη επικυρωθεί με τις υπ' αριθ. 431 και 432/2004 αποφάσεις του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς, το δεδικασμένο, που παράγει η, ως άνω, εφετειακή απόφαση, κωλύει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ, την εκ νέου έρευνα τόσο των συνθηκών, κάτω από τις οποίες επήλθε ο θανατηφόρος τραυματισμός της συγγενούς των εναγόντων και της εντεύθεν υπαιτιότητας του ασφαλισμένου οδηγού, όσο και της ασφάλισης του ζημιογόνου οχήματος, κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι οι ήδη πέντε πρώτοι εφεσίβλητοι είχαν ασκήσει αρχικά την από 11-5-2000, ως άνω, αγωγή, (αριθ. καταθ. 5408/2000), κατά του ΕΚ, διότι είχαν την πεποίθηση, ότι το όχημα ήταν ανασφάλιστο. Η σχηματισθείσα αρχικά σ' εκείνους πεποίθηση στηριζόταν? 1) στη σχετική, από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, Ξ, ενώπιον της Τροχαίας ..., δήλωση, η οποία καταχωρήθηκε στη συνταγείσα έκθεση αυτοψίας και ένεκα της οποίας ασκήθηκε εις βάρος του ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 17 του Ν. 2170/1993, 2)στη διαβεβαίωση προς τους ενάγοντες, κατά μήνα Απρίλιο του έτους 2000, του ιδιοκτήτη του οχήματος Θ, περί του ότι το ζημιογόνο όχημα κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν καλυπτόταν ασφαλιστικά, διότι είχε ακυρωθεί η ασφάλισή του και 3)στην κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, (Απρίλιος 2000), διαβεβαίωση του τοπικού ασφαλιστικού πράκτορα (...) της εκκαλούσας εταιρίας "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α. & Α.Ε.", περί του ότι η ασφαλιστική σύμβαση, που αφορούσε το ζημιογόνο όχημα, είχε ακυρωθεί πριν από το χρόνο που έλαβε χώρα το ατύχημα, λόγω μη καταβολής των ασφαλίστρων.

Τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα υπ' αριθ. 2 και 3 πραγματικά περιστατικά, επισυμβάντα το τελευταίο εξάμηνο της διετούς παραγραφής της αξίωσης των εναγόντων κατά της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας (15-2-2000 μέχρι 15-8-2000), συνιστούν πράγματι ανώτερη βία, (άρθρο 255 εδαφ. α' ΑΚ), δηλαδή γεγονότα απρόβλεπτα και εξαιρετικά, που δεν μπορούσαν, ενόψει μάλιστα και της προηγηθείσας δήλωσης του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, προς την αστυνομική αρχή, περί του ότι τούτο ήταν ανασφάλιστο και της εντεύθεν άσκησης σχετικής ποινικής δίωξης κατ' αυτού, να αποτραπούν, παρά τα μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης των εναγόντων, που εκείνοι έλαβαν, εφόσον αποτάθηκαν και ζήτησαν σχετικές πληροφορίες από τον κύριο του οχήματος και τον τοπικό ασφαλιστικό πράκτορα της εναγομένης, από τα γεγονότα δε αυτά, οι ως άνω, δικαιούχοι, σχηματίσαντες αρχικά απόλυτη βεβαιότητα ως προς την ανυπαρξία ασφάλισης του ζημιογόνου οχήματος, εμποδίστηκαν να ασκήσουν την αξίωσή τους κατά της ασφαλιστικής εταιρίας μέχρι τη λήξη του χρόνου για την παραγραφή (15-8-2000).

Κατά τη συζήτηση, όμως, της πρώτης αγωγής των ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 28-3-2001, οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της συνεκδικασθείσας με εκείνη, ως άνω, από 23-10-2000 ανακοίνωσης της δίκης, προσεπίκλησης και παρεμπίπτουσας αγωγής των εναγομένων οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΕΓΑ", με την οποία πλέον οι ενάγοντες, παρά τους περί του αντιθέτου προηγηθέντες, ως άνω, ισχυρισμό και διαβεβαίωση, επικαλέσθηκαν ενεργό σύμβαση ασφάλισης του οχήματος από την εναγομένη εταιρία, θέση, η οποία μάλιστα υιοθετήθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την υπ' αριθ. 6279/2001 απόφασή του, αφού έκανε δεκτό τον αγωγικό ισχυρισμό της ύπαρξης ασφάλισης κατά το χρόνο του ατυχήματος, δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη εταιρία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΕΓΑ" οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες, (οδηγό και κύριο του οχήματος), τα χρηματικά ποσά που οι τελευταίοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στους πέντε ενάγοντες της από 11-5-2000 αγωγής, δηλονότι το συνολικό ποσό των 71.385.000 δραχμών, (209.493,76 ευρώ).

Με τη δημοσίευση της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης, στις 11-12-2001 και όχι στις 11-7-2002, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι ενάγοντες, ήτοι με τη δημοσίευση της υπ' αριθ. 6603/2002 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο δέχθηκε επίσης την κατά το χρόνο του ατυχήματος ασφάλιση του ζημιογόνου οχήματος στην εκκαλούσα εταιρία, ήρθη πλήρως η πεποίθηση των εναγόντων ως προς την μη ασφάλιση του αυτοκινήτου των εναγομένων, έπαυσε να υπάρχει λόγος ανώτερης βίας και, συνεπώς, από την ημερομηνία αυτή, κατά την οποία οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της ύπαρξης της ασφάλισης, (βλ.

σελ. 17 της υπ' αριθ. 2223/2007 προσαγόμενης απόφασης του ΑΠ) και έκτοτε (11-12-2001), συνεχίσθηκε, κατ' άρθρο 257 παρ. 2 ΑΚ, ο χρόνος για την παραγραφή των ενδίκων αγωγικών αξιώσεων για ένα ακόμη εξάμηνο, ήτοι μέχρι 11-6-2002, εντός του οποίου αυτοί ουδέν έπραξαν για τη διακοπή της. Ειδικότερα, οι ενάγοντες, δείχνοντας στοιχειώδη επιμέλεια, έπρεπε να ασκήσουν εντός του προαναφερομένου εξαμήνου την αγωγή τους κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, προκειμένου να διακοπεί η παραγραφή, κατ' άρθρο 261 ΑΚ (βλ.

σελ. 16 της, ως άνω, ΑΠ 2223/2007 απόφασης), απευθυνόμενοι ταυτόχρονα, για τη διευκόλυνσή τους, στην ειδική υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου ΥΣΑΕ, (Υπηρεσία Στατιστικής Ασφαλιστικών Εταιρειών), στην οποία καταγράφονται τα ασφαλισμένα αυτοκίνητα και οι μεταβολές των ασφαλιστικών συμβάσεων, ώστε να πληροφορηθούν για την ασφάλιση του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά το χρόνο του ατυχήματος στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και να συλλέξουν πληρέστερα περί τούτου στοιχεία, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν στη νέα δίκη.

Στην έγερση της αγωγής όφειλαν να προβούν, ως συνετοί διάδικοι, άπαντες οι ενάγοντες, (δηλαδή και οι εκκαλούντες Χ6 και Χ7), της από 24-10-2002 αγωγής, χωρίς η τελευταία να θεωρείται, για τους προεκτιθέμενους στη μείζονα πρόταση της απόφασης λόγους, ως αγωγή υπό αίρεση, αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 219 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αβασίμως υποστηρίζουν εκείνοι, με τις προτάσεις τους.

Εφόσον, επομένως, η ένδικη από 24.10.2002, (αρ. καταθ. 8317/2002), αγωγή κατατέθηκε στις 30-10-2002 και κοινοποιήθηκε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και ήδη εκκαλούσα στις 6-11-2002, (βλ. σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... επί του αγωγικού δικογράφου), δηλαδή μετά την πάροδο της διετούς παραγραφής, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, η οποία συμπληρωνόταν, κατά τα προεκτεθέντα, στις 11-6-2002, έπρεπε να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η προβληθείσα από την εναγομένη εταιρία ένσταση παραγραφής και ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η προβληθείσα από τους ενάγοντες αντένσταση της αναστολής της παραγραφής από λόγο ανώτερης βίας.

Εφόσον η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε διαφορετικά από τα παραπάνω, δεχθείσα την αντένσταση και κρίνασα ότι η αγωγή δεν είναι παραγεγραμμένη, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο, κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η από 20-1-2005 έφεση της τελευταίας και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 255 παρ. α ΑΚ, και 10 παρ. 2 εδ. β του Ν. 489/1976, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, δέχεται ότι "κατά τη συζήτηση, όμως, της πρώτης αγωγής των ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 28-3-2001, οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της συνεκδικασθείσας με εκείνη, ως άνω, από 23-10-2000 ανακοίνωσης της δίκης, προσεπίκλησης και παρεμπίπτουσας αγωγής των εναγομένων οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΕΓΑ", με την οποία πλέον οι ενάγοντες, παρά τους περί του αντιθέτου προηγηθέντες, ως άνω, ισχυρισμό και διαβεβαίωση, επικαλέσθηκαν ενεργό σύμβαση ασφάλισης του οχήματος από την εναγομένη εταιρία, θέση, η οποία μάλιστα υιοθετήθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την υπ' αριθ. 6279/2001 απόφασή του, αφού έκανε δεκτό τον αγωγικό ισχυρισμό της ύπαρξης ασφάλισης κατά τον χρόνο του ατυχήματος, δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή...

Με τη δημοσίευση της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης, στις 11-12-2001... έπαυσε να υπάρχει λόγος ανώτερης βίας και, συνεπώς, από την ημερομηνία αυτή, κατά την οποία οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της ύπαρξης της ασφάλισης... και έκτοτε (11-12-2001) συνεχίσθηκε, κατ' άρθρο 257 παρ. 2 ΑΚ, ο χρόνος για την παραγραφή των ενδίκων αγωγικών αξιώσεων για ένα ακόμη εξάμηνο, ήτοι μέχρι 11-6-2002, εντός του οποίου αυτοί ουδέν έπραξαν για τη διακοπή της.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες, δείχνοντας στοιχειώδη επιμέλεια, έπρεπε να ασκήσουν εντός του προαναφερομένου εξαμήνου την αγωγή τους κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, προκειμένου να διακοπεί η παραγραφή, κατ' άρθρο 261 ΑΚ (βλ. σελ. 16 της, ως άνω, ΑΠ 2223/2007 απόφασης), απευθυνόμενοι ταυτόχρονα, για τη διευκόλυνση τους, στην ειδική υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου ΥΣΑΕ, (Υπηρεσία Στατιστικής Ασφαλιστικών Εταιρειών), στην οποία καταγράφονται τα ασφαλισμένα αυτοκίνητα και οι μεταβολές των ασφαλιστικών συμβάσεων, ώστε να πληροφορηθούν για την ασφάλιση του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά το χρόνο του ατυχήματος στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και να συλλέξουν πληρέστερα περί τούτου στοιχεία, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν στη νέα δίκη.

Στην έγερση της αγωγής όφειλαν να προβούν, ως συνετοί διάδικοι, άπαντες οι ενάγοντες, (δηλαδή και οι εκκαλούντες Χ6 και Χ7), της από 24-10-2002 αγωγής, χωρίς η τελευταία να θεωρείται, για τους προεκτιθέμενους στη μείζονα πρόταση της απόφασης λόγους, ως αγωγή υπό αίρεση, αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 219 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αβασίμως υποστηρίζουν εκείνοι, με τις προτάσεις τους.

Εφόσον, επομένως, η ένδικη από 24.10.2002 (αρ. καταθ. 8317/2002) αγωγή κατατέθηκε στις 30-10-2002 και κοινοποιήθηκε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και ήδη εκκαλούσα στις 6-11-2002, (βλ. σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... επί του αγωγικού δικογράφου), δηλαδή μετά την πάροδο της διετούς παραγραφής, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, η οποία συμπληρωνόταν, κατά τα προεκτεθέντα, στις 11-6-2002, έπρεπε να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η προβληθείσα από την εναγομένη εταιρία ένσταση παραγραφής και ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η προβληθείσα από τους ενάγοντες αντένσταση της αναστολής της παραγραφής, από λόγο ανώτερης βίας".

Έτσι, το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, αποφάνθηκε με σαφές αποδεικτικό πόρισμα, ότι στις 11-12-2001 έπαυσε να υπάρχει λόγος ανώτερες βίας. Στο φύλλο 9 της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχεται ότι με τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης στις 11-12-2001 και όχι στις 11-7-2002... οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της ύπαρξης της ασφάλισης.

Παρακάτω, διηγηματικά αναφέρει το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 6603/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚπολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, το δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν (άρθρο 535 ΚΠολΔ) και ως προς τη δεύτερη, νόμιμη, ως στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 255 εδαφ. β' ΑΚ, αντένσταση αναστολής της παραγραφής, που προβάλλεται από τους ενάγοντες και συνίσταται στον ισχυρισμό τους ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εντός του τελευταίου εξαμήνου του χρόνου της διετούς παραγραφής, με δόλο τους απέτρεψε να ασκήσουν την ένδικη αξίωσή τους.

Επί της αντενστάσεως αυτής το Εφετείο δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι "κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, από κανένα εκ των προαναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη δόλου στην έναντι των εναγόντων συμπεριφορά της εναγομένης εταιρίας. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε μεν ότι εκείνη (εναγομένη) δια του τοπικού ασφαλιστικού της πράκτορα, τον Απρίλιο του έτους 2000, δήλωσε στους ενάγοντες ότι η ασφαλιστική σύμβαση, που αφορούσε το ζημιογόνο όχημα, είχε ακυρωθεί πριν από το ατύχημα και συνεπώς τούτο ήταν ανασφάλιστο κατά το χρόνο του ατυχήματος, ισχυρισμό, τον οποίο έκτοτε και καθ' όλη τη διάρκεια της προαναφερόμενης δικαστικής διαμάχης μεταξύ αυτής, (ως αρχικά εναγομένης) και των αντιδίκων της Ξ και Θ, (ως αρχικά εναγόντων), τόσον ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας, πρώτου και δεύτερου βαθμού, όσο και ενώπιον του Αρείου Πάγου, εκείνη (εναγομένη) σθεναρά και απαρέγκλιτα υποστήριξε με τις προτάσεις της, με την από 18-12-2001 έφεσή της κατά της 6279/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και με την από 18-4-2003 αίτησή της για την αναίρεση της υπ' αριθ. 6603/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δεν αποδείχθηκε όμως ότι η θέση αυτή της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία, σημειωτέον, συνέχισε να υφίσταται, κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα, και μετά την άσκηση της από 30-10-2002 υπό κρίση αγωγής, δηλονότι και μετά τη δημοσίευση της υπ' αριθ. 6603/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών στις 11-7-2002, οπότε οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, όπως συνομολογούν στις από 30-9-2004 και από 16-9-2008 προτάσεις τους, τόσον ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (βλ.

σελ. 5 τούτων), όσον και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, (βλ. σελ. 15 τούτων), ενείχε δόλια προαίρεση για να παρέλθει η διετής προθεσμία άσκησης της αγωγής εκ μέρους όλων των φερομένων ως δικαιούχων εναγόντων.

Συνεπώς, η προβαλλόμενη από πλευράς εναγόντων σχετική αντένσταση και ως προς το σκέλος που αφορά τη διακοπή της παραγραφής, λόγω δόλου της εναγομένης, πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατόπιν των όσων προαναφέρονται πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση παραγραφής ως προς όλους τους ενάγοντες, δηλαδή και για τους έκτο και έβδομη τούτων-εκκαλούντες στην από 2-3-2005 έφεση, οι οποίοι, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθ. 1008457/6-7-2001 βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης της Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων Ελλάδας, είναι ετεροθαλή αδέλφια της θανούσας Ζ, από τον πρώτο γάμο της μητέρας τους Χ2, που έχει λυθεί με διαζύγιο και ν' απορριφθεί η αγωγή ως παραγεγραμμένη, ως προς όλους τους ενάγοντες...".

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 255 παρ. β ΑΚ, 10 παρ. 2 εδ. β Ν. 489 /1976, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ουδέ τα διδάγματα της κοινής λογικής και εμπειρίας, καθ' όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 255 παρ. 2 για τη νομική έννοια του δόλου και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες.

Ειδικότερα, δέχτηκε η πληττόμενη απόφαση, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της, ότι η πιο πάνω αντένσταση είναι ουσιαστικά αβάσιμη, υπό την έννοια ότι δεν αποδείχτηκε πως η δικαστική διαμάχη και η άσκηση των νομίμου δικαιώματος αυτής, για την επίλυση του νομικού ζητήματος της ακύρωσης ή μη της ασφάλισης του ως άνω αυτοκινήτου, ενείχε δόλια προαίρεση να παρέλθει η διετής προθεσμία άσκησης της αγωγής εκ μέρους των εναγόντων Επομένως οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ αριθ. 1α και 1β και 19, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως προτείνεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα? α) την από 9-7-1998 πράξη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, β) το από 9-7-1998 έγγραφο περί ακυρώσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου, και γ) το από 4-1-2001 έγγραφο του Ταχυδρομείου ....

Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπετε αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ενόψει όλων αυτών, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-6-2009 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 140/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα τη 1 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ