Legislator Case Law & Legislation
584/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank's refusal to place employee in temporary director position under public sector law.

Case Number 584/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had upheld the Agricultural Bank of Greece's refusal to place the plaintiff in a temporary director position. The court found that the lower court incorrectly applied Article 22(7) of Law 3051/2002, which mandates such placement for public sector employees meeting specific tenure requirements. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal for retrial with a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 22(7) Law 3051/2002; Art. 49A of the House Rules; PD 307/1996: The Agricultural Bank of Greece, as an autonomous public entity, is legally obligated to place eligible employees in temporary director positions for the remainder of their tenure, and the lower court's refusal based on a misinterpretation of the entity's status constitutes a violation of these mandatory provisions.

Keywords

AI generated
public sector employment temporary director position Agricultural Bank of Greece administrative appeal remand for retrial statutory interpretation public entity status

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of Law 4332/1929
Art. 26 of Law 1914/1990
Art. 22(7) of Law 3051/2002
Art. 49A of the House Rules
PD 307/1996
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 584 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 584/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Σαρρή βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 471/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2584/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-7-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 30-1-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων των λόγων αναιρέσεως που κρίθηκαν ως τέτοιοι στο σκεπτικό και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με το άρθρο 1 του ν. 4332/1929 κυρώθηκε η από 27-6-1929 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος "περί συστάσεως και λειτουργίας της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος", με το άρθρο 1 της οποίας ιδρύθηκε αυτόνομος τραπεζικός oργανισμός κοινωφελούς χαρακτήρα με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος".

Η Τράπεζα αυτή (αναιρεσείoυσα) με το άρθρο 26 του ν. 1914/1990 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία από το χρόνο δημοσιεύσεως, σύμφωνα με τις κείμενες περί ανωνύμων εταιρειών διατάξεις, στο Δελτίο Ανωνύμων Eταιρειών της Εφημερίδας της Kυβερνήσεως του νέου καταστατικoύ της, που στη συνέχεια καταρτίστηκε με την υπ.

αριθ. 4956/14-6-1991 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών .... (Φ.Ε.Κ. 2960, τ.. Α.Ε και Ε.Π.E., της 8-7-1991). Eξάλλου, ορίζονται: α) Στη διάταξη της παρ. 7 του άρ6ρου 22 του ν. 3051/2002 ότι "υπάλληλοι του Δημοσίου και φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίοι υπηρετούν ή υπηρέτησαν ως μετακλητοί υπάλληλοι σε θέσεις Νομαρχών, Γενικών Γραμματέων Υπουργείων, Γενικών Γραμματέων Προϊσταμένων Γενικών Γραμματειών και Γενικών Γραμματέων Περιφερειών για χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) τουλάχιστον, ετών, επανερχόμενοι στην υπηρεσία τους καταλαμβάνουν προσωποπαγή θέση με βαθμό Διευθυντή για το υπόλοιπο της υπαλληλικής τους θητείας, χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα περαιτέρω προαγωγής τους.

Με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού ή του οικείου οργάνου διοίκησης καθορίζονται τα αντίστοιχα καθήκοντα". β) Στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 ότι η αληθινή έννοια της παρ. 1 του άρθρου 9 του νόμου 1232/1982 είναι ότι στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται όλοι οι κρατικοί φορείς ανεξάρτητα από το καθεστώς δημοσίου ή ιδιωτικού ή μικτού δικαίου που τους διέπει, ήτοι......ε) οι Τραπεζιτικές και άλλες ανώνυμες εταιρείες στις οποίες είτε τα κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις νομικά πρόσωπα έχουν το σύνολο ή την πλειοψnφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου, είτε έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση, όπως η Τράπεζα Ελλάδος, η Αγροτική Τράπεζα, η Εθνική Τράπεζα, η Κτηματική Τράπεζα, η Εμπορική Τράπεζα, η Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Aναπτύξεως κ.α.".

γ) Στη διάταξη του άρθρου 51 του N. 1892/1990 (όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 1943/1991) και με τίτλο "επαναοριοθέτηση του δημοσίου τομέα" ότι "o κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο..... δ) τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειoψηφία......".

δ) Στο άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 1914/1990 ότι "με κοινές αποφάσεις των Yπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Οικονομικών και του κατά περίπτωση άλλου αρμόδιου υπουργού, φορείς του δημόσιου τομέα, κατά την έννοια της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982,όπως επαναοριοθετήθηκε από την παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 μπορεί να εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν εκάστοτε για το δημόσιο τομέα".

ε) Στο άρθρο 22 του ν. 1947/1991 ότι "1. η έξοδος φορέων από το δημόσιο τομέα, που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 30 του ν. 1914/1990...." μπορεί να είναι ολική ή η μερική και γίνεται μόνο με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. 2. Με τον τρόπο που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο μπορεί να επαναφερθεί, ολικά ή μερικά, στο δημόσιο τομέα φορέας που βγήκε απ' αυτόν. 3.

Όσες οργανωτικές, ή άλλες διατάξεις, που αναφέρονται γενικά ή ειδικά στους φορείς που βγαίνουν από το δημόσιο τομέα και αφορούν στην έγκριση από οποιαδήποτε, ατομικά ή συλλογικά, κυβερνητικά ή άλλα κρατικά όργανα, αποφάσεων για προμήθειες, κάθε φύσης συμβάσεις, δάνεια και γενικά δαπάνες ή άλλες ενέργειες της διοίκησης των φορέων τούτων, καταργούνται από την έξοδο των φορέων αυτών από το δημόσιο τομέα, εκτός αν με τα προεδρικά διατάγματα της παραγράφου 12 του παρόντος προβλεφθεί, ολικά ή μερικά, κάτι άλλο".

στ) Στην παράγραφο 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 1 ν. 2527/1997, ότι "1. στις διατάξεις των κεφαλαίων Α΄, Β' και του παρόντος (Γ') υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990.

Στον κατά τα ανωτέρω δημόσιο τομέα και για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος και μόνον υπάγονται επίσης:... οι Τράπεζες στις οποίες ο διορισμός Προέδρου του Δ.Σ. ή Διοικητή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής, καθώς και οι θυγατρικές τους ανώνυμες εταιρείες". ζ) Στο ως άνω άρθρο 49Α του Κανονισμού της Βουλής "1.

Στην αρχή κάθε βουλευτικής περιόδου, ο Πρόεδρος της Βουλής συγκροτεί από τα μέλη της Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων, Tραπεζών και Οργανισμών Κοινής Ωφελείας. Η Επιτροπή λειτουργεί καθ' όλη τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, περιλαμβανομένου κα του μεταξύ των συνόδων χρόνου.... 3. Η κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου Επιτροπή διατυπώνει γνώμη για την καταλληλότητα των προτεινομένων προς διορισμό "ή επαναδιoρισμό ή ανανέωση θητείας", σε θέσεις Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, Διοικητικού ή Διευθύνοντος Συμβούλου ή Γενικού Διευθυντή εάν δεν υπάρχει Διευθύνων Σύμβουλος ,των αναφερομένων στην παράγραφο 5 του άρθρου Δημοσίων Επιχειρήσεων, Tραπεζών και Οργανισμών Κοινής Ωφελείας.

Προς τούτο το αρμόδιο κυβερνητικό όργανο ή ο υπουργός, ο ασκών την εποπτεία επί της Δημοσίας Επιχειρήσεως, της Τραπέζης ή του Οργανισμού Κοινής Ωφελείας, γνωστοποιεί στον Πρόεδρο της Επιτροπής την πρόθεσή του να προβεί ή να προτείνει τον διορισμό συγκεκριμένου προσώπου ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου ή ως Διευθύνοντος Συμβούλου ή Γενικού Διευθυντή, εάν δεν υπάρχει Διευθύνων Σύμβουλος, ενός εκ των κατά την παρ. 5 του παρόντος άρθρου αναφερομένων νομικών προσώπων και υποβάλλει ταυτοχρόνως βιογραφικό σημείωμα του προτεινόμενου, περιέχον τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του "εντός πέντε (5) ημερών" από της υποβολής του βιογραφικού σημειώματος, η Επιτροπή συνέρχεται σε δημόσια συνεδρίαση, κατά την οποία ακροάται τον προτεινόμενο και εντός τεσσάρων (4) το πολύ ημερών από της δημοσίας συνεδριάσεως διατυπώνει στον προτείνοντα Υπουργό με έγγραφη έκθεση τη γνώμη της περί του προτεινομένου.

Στην έκθεση καταχωρίζεται και η γνώμη της τυχόν μειοψηφίας. Ο Υπουργός δύναται να μετέχει άνευ ψήφου στη συνεδρίαση της Επιτροπής.... 5β. Η Επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της για τα παραπάνω πρόσωπα, τη διαχείριση και πορεία των επιχειρήσεων, τραπεζών και οργανισμών που προϊστανται, λαμβάνοντας υπόψη τα στρατηγικά και επιχειρησιακά σχέδιά τους και υποδεικνύει στους εποπτεύοντες Υπουργούς τα μέτρα, πράξεις κα πρακτικά, που αυτή κρίνει κατάλληλα και επωφελή για το δημόσιο συμφέρον". 6.

Οι Δημόσιες Επιχειρήσεις, οι Τράπεζες και οι Οργανισμοί Κοινής Ωφελείας, επί των οποίων εφαρμόζεται το παρόν άρθρο, είναι αποκλειστικώς οι εξής: α. Τράπεζα της Ελλάδος, β. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (E.T.E.), γ. Eμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, δ. Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως (ETBA), ε. Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος....".

Περαιτέρω, με το άρθρο μόνο του π.δ. 307/29-8-1996, που εκδόθηκε σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 1914/1990, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 1947/1991 ορίστηκε ότι, "η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε εξαιρείται από τις διατάξεις που αφορούν το δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναοριοθετήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 51 του v. 1892/1990.....

και συμπληρώθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 1943/1991....., πλην των αναφερομένων στις προσλήψεις προσωπικού". Από τις ως άνω παρατιθέμενες διατάξεις σαφώς προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα ("AΓPOΤΙKH ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.") ενέπιπτε μεν αρχικώς στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός κατά τα πιο πάνω οριοθετήθηκε και επαναοριοθετήθηκε, πλην όμως στη συνέχεια με το προπαρατιθέμενο άρθρο μόνο του π.δ. 307/29-8-1996 εξαιρέθηκε από τις διατάξεις που αφορούν το δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναoριoθετήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 51 του v. 1892/1990 και συμπληρώθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 1943/1991,πλπν των αναφερομένων στις προσλήψεις προσωπικού.

Βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του νεότερου ν. 2527/1997 ορίζεται, ότι στον οριοθετούμενο δημόσιο τομέα και για την εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω νόμου (2190/1994) και μόνον υπάγονται και οι Τράπεζες, στις οποίες ο διορισμός Προέδρου του Δ.Σ ή Διοικητή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής και επομένως, κατά το τελευταίο όρθρο και η αναιρεσείουσα Τράπεζα, πλην όμως η υπαγωγή αυτή γίνεται αποκλειστικά και μόνο για την εφαρμογή του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, που αφορά το σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και ειδικότερα στην έκταση εφαρμογής του και τον τρόπο προσλήψεως του προσωπικού (πρ.βλ.

και Ολ. ΑΠ 24-25/2006),. Επομένως, η προπαρατιθέμενη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 22 του ν. 3051/2002 δεν έχει εφαρμογή επί των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που υπηρετούν ή υπηρέτησαν ως μετακλητοί υπάλληλοι στις θέσεις που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη, έτσι ώστε αυτοί, επανερχόμενοι στην υπηρεσία τους να μπορούν να καταλαμβάνουν προσωποπαγή θέση με βαθμό Διευθυντή για το υπόλοιπο της υπαλληλικής τους θητείας, χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα περαιτέρω προαγωγής τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα στις 31-3-1976, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και στη συνέχεια προήχθη διαδοχικά και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του Υποδιευθυντή.

Το Νοέμβριο του 1998, με την υπ΄ αριθ. 360547/19-11-1998 απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύτηκε περιληπτικά στο υπ΄ αριθ. 219/τ. Γ΄/20-11-1998 ΦΕΚ, διορίστηκε στη θέση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Γεωργίας με βαθμό 1ο της Κατηγορίας Ειδικών Θέσεων, εκδόθηκε δε σχετικά η υπ΄ αριθ. 391/10-12-1998 απόφαση της διοίκησης της αναιρεσείουσας, με την οποία αποσπάστηκε από την υπηρεσία του.

Ακολούθως, με την υπ΄ αριθ. 410903/30-10-2001 απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Γεωργίας έγινε δεκτή η από 24-10-2001 παραίτηση του αναιρεσιβλήτου από τη θέση του Γεν. Γραμματέα του Υπουργείου Γεωργίας και λίγες ημέρες αργότερα, με την υπ΄ αριθ. 05/5-11-2001 απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, που δημοσιεύτηκε στο υπ΄ αριθ. 271/τ.

Γ΄/5-11-2001 ΦΕΚ, διορίστηκε στη θέση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, με βαθμό 1ο της Κατηγορίας Ειδικών Θέσεων, εκδοθείσας της υπ΄ αριθ. 59/8-2-2002 απόφασης της διοίκησης της αναιρεσείουσας. Στη θέση αυτήν ο αναιρεσίβλητος παρέμεινε μέχρι τις 24-7-2003, οπότε παραιτήθηκε, και την επόμενη ημέρα (25-7-2003) επανήλθε πλέον, εφόσον έληξε η απόσπασή του, στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα στην Υποδιεύθυνση Τεχνογνωσίας Αγροτικού Τομέα της Διεύθυνσης Συμβουλευτικών Υπηρεσιών ως Προϊστάμενος.

Δέχτηκε ακόμη το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος, έχοντας συμπληρώσει στη θέση του Γενικού Γραμματέα των Υπουργείων Γεωργίας και Εμπορικής Ναυτιλίας συνολικό χρονικό διάστημα άνω των τεσσάρων ετών, ζήτησε από την αναιρεσείουσα να τον εντάξει σε προσωποπαγή θέση με βαθμό Διευθυντή και να του αναθέσει αντίστοιχα καθήκοντα, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 7 του ν. 3051/2002, πλην όμως η αναιρεσείουσα αρνήθηκε, ισχυριζόμενη ότι δεν συντρέχουν προς τούτο οι νόμιμες προϋποθέσεις, καθόσον αυτή δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα εξακολουθούσε να υπάγεται κατά τον ως άνω χρόνο στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δέχτηκε περαιτέρω ότι αυτή είχε υποχρέωση, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 7 του ν. 3051/2002, να εντάξει τον αναιρεσίβλητο σε προσωποπαγή θέση με βαθμό Διευθυντή για το υπόλοιπο της υπαλληλικής του θητείας, χωρίς μάλιστα να αποκλείεται η δυνατότητα περαιτέρω προαγωγής του.

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ΄ αριθ. 471/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έτσι επικύρωσε την απόφαση αυτή, με την οποία είχε γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη από 13-2-2004 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούνταν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τοποθετήσει αυτόν (αναιρεσίβλητο) σε προσωποπαγή θέση με βαθμό Διευθυντή για το υπόλοιπο της υπαλληλικής του θητείας, χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα περαιτέρω προαγωγής του, και να του αναθέσει καθήκοντα της θέσης αυτής.

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες αφενός των άρθρων 22 παρ. 7 του ν. 3051/2002 και 49 Α του Κανονισμού της Βουλής (τα οποία εφάρμοσε παρά το ότι, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση) και αφετέρου του άρθρου μόνου του π.δ. 307/1996 (το οποίο δεν εφάρμοσε παρά το ότι ήταν, σύμφωνα με τα παραπάνω, εφαρμοστέο).

Και τούτο γιατί η αναιρεσείουσα, ως εξαιρούμενη κατά τον κρίσιμο και ενδιαφέροντα εδώ χρόνο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, από τις διατάξεις που αφορούν το δημόσιο τομέα, όπως αυτός τελικά οριοθετήθηκε, πλην των αναφερομένων στις προσλήψεις προσωπικού (περίπτωση για την οποία δεν πρόκειται εδώ), δεν έχει υποχρέωση να εντάξει τον αναιρεσίβλητο σε προσωποπαγή θέση με βαθμό Διευθυντή για το υπόλοιπο της υπαλληλικής του θητείας και μάλιστα χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα περαιτέρω προαγωγής του.

Επομένως, οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως κατά τα από το άρθρο 559 αριθ. 1 μέρη τους, με τα οποία προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως, αντίστοιχα, του άρθρου 22 παρ. 7 του ν. 3051/2002, όλων των πιο πάνω αναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων και του άρθρου 49 Α του Κανονισμού της Βουλής, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 2172/1993, η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 2584/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ