Legislator Case Law & Legislation
584/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against a court of appeal's decision on evidence evaluation in theft charges.

Case Number 584/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two appeals filed by defendants against a Council of Appeal's decision in a theft case. The defendants argued the lower court failed to provide specific reasoning for rejecting the defense witness's testimony regarding unpaid insurance premiums. The court rejected this claim, stating the lower court's detailed reasoning regarding the conflicting testimonies and the weight of evidence was sufficient and logical.

Legislator headnote

AI generated

Articles 484, 485, 486 of the Code of Criminal Procedure; The court's evaluation of evidence and the specific reasoning provided in a decision of the Council of Appeal are subject to review only if they are arbitrary or lack logical connection to the facts.

Keywords

AI generated
Code of Criminal Procedure appeal against decision specific reasoning requirement evaluation of evidence arbitrary decision theft charges witness testimony

Cited Legislation

AI generated
Article 484, paragraph 1, item d of the Code of Criminal Procedure
Article 485, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 465, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 473, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 474 of the Code of Criminal Procedure
Article 482, paragraph 1, item d of the Code of Criminal Procedure
Article 583, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 584 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 584/2006

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου

Ε' Ποιν.Τμήμα - σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια και Μιχαήλ Δέτση- Εισηγητή , Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Γ. Τ. του Π. και 2) Δ. Ρ. του Γ., κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 315/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.

Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Αυγούστου 2005, δύο χωριστές, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1605/2005.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημοσθένης Κορδοπάτης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό πρωτ. 538/11-11-2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τας νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ.1, 474 και 482 παρ.1 στοιχ. δ' ιδίου Κώδικος, ασκηθείσας υπό των κατηγορουμένων 1) Γ. Π. Τ. και 2) Δ. Γ. Ρ., κατοίκων ..., υπ' αριθμ. 21/9-8-2005 και 22/9-8-2005 αντιστοίχως αιτήσεις αναιρέσεως, κατά του υπ' αριθμ. 315/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτομεν τα εξής: Ι. Δια του πληττόμενου βουλεύματος απερρίφθησαν κατ' ουσίαν αι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και επεκυρώθη το υπ' αριθμ. 12/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς ,αφού αναδιετυπώθη το διατακτικό του, πού τους παρέπεμψεν εις το ακροατήριον δια να δικασθούν δι' υπεξαίρεσιν κατά συναυτουργίαν και κατ' εξακολούθησιν αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, πού το είχoν εμπιστευθή εις αυτούς υπό την ιδιότητά των ως διαχειριστών ξένης περιουσίας. Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονούνται ήδη οι αναιρεσείοντες, προβάλλοντες την έλλειψιν ειδικής αιτιολογίας ( άρθρ.484 παρ. 1 στοιχ.δ' Κ.Π.Δ.).

ΙΙ. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών Αθηνών, πού εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα με επιτρεπτήν αναφοράν εις την εις την ενσωματωμένην εις αυτό εισαγγελικήν πρότασιν, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί των πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων της δικογραφίας, απολογιών και υπομνημάτων των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Διά συμβάσεως πρακτορίας υπογραφείσης την 9ην Ιουνίου 1982 μεταξύ της ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας υπό την επωνυμίαν «ΑΣΤΗΡ Α.Ε» και της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης υπό την επωνυμίαν «Ο ΦΥΛΑΞ ΕΠΕ - Μεσίται και σύμβουλοι ασφαλίσεων» της οποίας νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές ήταν οι παραπάνω εκκαλούντες κατηγορούμενοι , η εταιρεία «ΦΥΛΑΞ ΕΠΕ» ανέλαβε να διενεργεί για λογαριασμό της «ΑΣΤΗΡ ΑΕ» ασφαλιστικές εργασίες, σε όλους τους κλάδους ασφάλισης, στους οποίους η εν λόγω εταιρεία δραστηριοποιείτο.

Στα πλαίσια της παραπάνω συμφωνίας η εταιρεία «ΦΥΛΑΞ ΕΠΕ» είχε την υποχρέωση και την αρμοδιότητα, να διαπραγματεύεται επ' ονόματι και για λογαριασμό της «ΑΣΤΗΡ ΑΕ» με πελάτες που ενδιαφέροντο να ασφαλισθούν, να παραλαμβάνει τις αιτήσεις ασφάλισης των πελατών, που συντάσσοταν σε ειδικά έντυπα της εταιρείας, να καταχωρεί τις αιτήσεις αυτές στο ειδικό πρωτόκολλο συμβολαίων, που η ασφαλιστική εταιρεία της είχε παραχωρήσει, να προσυπογράφει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, που εξέδιδε η ασφαλιστική εταιρεία, όπως επίσης και να εισπράττει τα ασφάλιστρα.

Σύμφωνα με το άρθρο 5 της σύμβασης πρακτόρευσης, η πράκτορας εταιρεία εισέπραττε τα ασφάλιστρα, χορηγώντας αποδείξεις της ασφαλιστικής εταιρείας, σύμφωνα με τις υποδείξεις της τελευταίας, στη συνέχεια καταχωρούσε κάθε ημέρα τις πραγματοποιούμενες ασφαλίσεις στις αναλυτικές καταστάσεις κατά κλάδο ασφάλισης, είχε δε την υποχρέωση να καταθέτει το συνολικό προϊόν των ασφαλίσεων που πραγματοποιούσε στην Εθνική Τράπεζα, ή στο ταμείο της εταιρείας «ΑΣΤΗΡ ΑΕΑ», μέσα σε χρονικό διάστημα 7 ημερών από την είσπραξη.

Στο άρθρο 5 παρ. 2 της σύμβασης πρακτόρευσης οριζόταν ακόμη ότι: «Παν ποσόν εισπραττομένων ασφαλίστρων αποτελεί παρακαταθήκη της εταιρείας εις χείρας του πράκτορος όστις κοινή συναινέσει ορίζεται θεματοφύλαξ, υποκείμενος σε όλας τας υπό του νόμου συνεπείας εις περίπτωση μη αποδόσεως των χρημάτων αυτής, άτινα είναι απαιτητά εις πάντα χρόνο».

Στην παράγραφο δε 1του ιδίου άρθρου οριζόταν ότι από τον λογαριασμό που τηρούσε ο πράκτορας στην Εθνική Τράπεζα, μπορούσε να ενεργεί αναλήψεις προς πραγματοποίηση πληρωμών που προβλέπονταν στην ασφαλιστική σύμβαση, ή πληρωμών για τις οποίες θα ελάμβανε εντολή από την ασφαλιστική εταιρεία.

Με βάση την παραπάνω σύμβαση πρακτορεύσεως, οι κατηγορούμενοι-εκκαλούντες, ως νόμιμοι αντιπρόσωποι της πρακτορευούσης εταιρείας προέβαιναν σε διαχειριστικές πράξεις, σε σχέση με τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα που ανήκαν στη προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία «ΑΣΤΗΡ ΑΕΑ» για λογαριασμό της τελευταίας, στην οποία ανήκαν τα χρήματα, έχοντας εξουσία αλλά και ουσιαστική πρωτοβουλία διαχείρισης των ασφαλίστρων, τα οποία όχι μόνο εισέπρατταν για λογαριασμό της πρακτορευομένης εταιρείας αλλά και τα διέθεταν προβαίνοντας σε πληρωμές για λογαριασμό της δικαιούχου των χρημάτων αυτών εταιρείας.

Αφού η έννομη αυτή σχέση πρακτόρευσης μεταξύ της «ΑΣΤΗΡ ΑΑΕ» και της εταιρείας «ΦΥΛΑΞ ΕΠΕ» λειτούργησε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1997 , στη συνέχεια στην σχέση αυτή πρακτόρευσης υπεισήλθε η «Εθνική ΑΕΕΓΑ», στην οποία συγχωνεύθηκε με την απορρόφηση η ασφαλιστική εταιρεία «ΑΣΤΗΡ ΑΑΕ». Μετά την συγχώνευση αυτή η απορροφήσασα εταιρεία υπεισήλθε αυτοδικαίως, ως οιονεί καθολική διαδόχος, στα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της απορροφηθείσης ασφαλιστικής εταιρείας,η οποία έπαυσε να υπάρχει. Από τον Σεπτέμβριο του 1997, η έννομη σχέση της σύμβασης πρακτορίας εξακολούθησε να υφίσταται και να λειτουργεί με αντισυμβαλλόμενο πλέον μέλος, στη θέση της «ΑΣΤΗΡ ΑΑΕ», την ασφαλιστική εταιρεία «ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ», κάτω από το ίδιο νομικό και πραγματικό πλαίσιο που λειτουργούσε μέχρι τότε.

Τον Ιούλιο του έτους 1999 η «Εθνική ΑΕΕΓΑ» διενήργησε οικονομικό έλεγχο στη διαχείριση της «ΦΥΛΑΞ ΕΠΕ», κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, που ήταν οι νόμιμοι εκπρόσωποι και οι διαχειριστές της πρακτορευούσης εταιρείας «ΦΥΛΑΞ ΕΠΕ», είχαν εισπράξει κατά το χρονικό διάστημα από 17-12-1995 έως 28-10-1998 από ασφαλίσεις πληρωμάτων πλοίων, ως ασφάλιστρα το ποσόν των 24.485.000 δραχμών (71.856,20 ευρώ) συνολικά, το οποίο δεν είχαν αποδώσει, αλλά το είχαν κατακρατήσει παράνομα και με τον τρόπο αυτό το είχαν ιδιοποιηθεί. Τα ποσά αυτά που το καθένα χωριστά ανερχόταν στις 425.000 έως 550.000 δραχμές, όπως αναλυτικά θα παρατεθούν παρακάτω, που την εποχή, της είσπραξης και της παράνομης ιδιοποίησης της, κατά τα οικονομικά μέτρα του μέσου έλληνα πολίτη ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, οι κατηγορούμενοι τα κατεκράτησαν αυθαίρετα, δεν τα απέδωσαν στη δικαιούχο ασφαλιστική εταιρεία και με τον τρόπο αυτό τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα, εκφράζοντας προς τα έξω την πρόθεση ιδιοποίησης, από την στιγμή της είσπραξης των ποσών αυτών.

Τα ποσά που εισέπραξαν και ιδιοποιήθηκαν παράνομα οι κατηγορούμενοι προέρχονταν από την ασφάλιση των πληρωμάτων των πλοίων που αναφέρονται εις το προσβληθέν βούλευμα κατά τας μνημονευομένας εις αυτό ημερομηνίας. Τα γεγονότα αυτά προκύπτουν κατά τρόπον σαφή από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Γ., Σ. Ζ.

χωρίς να αναιρούνται από τις καταθέσεις του Π. Τ. και Μ. Κ.. Το ότι οφείλονται τα ποσά που προαναφέρθηκαν προκύπτει και από το από 23-1-2003 γραμμάτιο είσπραξης ποσού 9.141,60 ΕΥΡΩ της «Εθνικής Ασφαλιστικής» από το οποίο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Τ. κατέβαλε το εν λόγω ποσό «έναντι οφειλής του από δικαστική διεκδίκηση».

Την οφειλή του μάλιστα αυτή , την οποία ο ίδιος την αποδέχθηκε προφορικά, υποσχέθηκε να την εξοφλήσει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα(βλ. ως άνω κατάθεση μάρτυρα Α. Γ. και Σ. Ζ. στην Ανάκριση). Στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει να αντιπαρέλθει κανείς τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων που διατύπωσαν στις απολογίες αλλά και τα απολογητικά υπομνήματα που υπέβαλλαν σύμφωνα με τους οποίους Α) οι ίδιοι δεν όφειλαν το ποσό που τους καταλογίζεται ότι παρακράτησαν και ιδιοποιήθηκαν αυθαίρετα ύψους 24.485.000 δραχμών (71.856,19 ευρώ) αλλά και το ποσό των 3.115.000 (9.141,60 ευρώ) το οποίο και κατέβαλαν στην «Εθνική».

Β) ότι τα υπόλοιπα ποσά δεν οφείλονται καθ' ότι 1) προέρχονται από συμβόλαια που έχουν σταλεί στην «Εθνική» για ακύρωση και επομένως δεν είχαν οικονομικό αποτέλεσμα, 2) αφορούσαν συμβόλαια για τα οποία δεν έχουν καταβληθεί ασφάλιστρα από τους πλοιοκτήτες λόγω ανταπαιτήσεων αυτών κατά της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας και 3) αφορούσαν συμβόλαια τα οποία παραμένουν απλήρωτα από τους αντισυμβαλλόμενους πλοιοκτήτες.

Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί των κατηγορουμένων δεν υποστηρίζονται σοβαρά από τα στοιχεία της δικογραφίας. Και τούτο διότι 1) ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι το ποσόν που οφειλόταν ήταν 9.141,60 ΕΥΡΩ το οποίο και εξωφλήθη ανατρέπεται από το συνημμένο στη δικογραφία γραμμάτιο είσπραξης του ποσού αυτού από την «Εθνική» με αριθμό 49/23-1-2003, όπου αναφέρεται ότι το εν λόγω ποσό καταβάλλεται "έναντι οφειλής" και όχι «σε εξόφληση» της οφειλής αυτής. 2) Η ακύρωση συμβολαίων, που ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, δεν προκύπτει από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο (έγγραφο, μάρτυρα, ή άλλο τι), πλην μιας επιστολής της «ΦΥΛΑΞ ΕΠΕ» προς την «ΕΘΝΙΚΗ» της οποίας όμως η αποδεικτική αξία είναι ελάχιστη αφού η επιστολή αυτή δεν φέρει ημερομηνία, ούτε κάποια ένδειξη αποστολής ή παραλαβής της από την τελευταία, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί αν αυτή στάλθηκε και δη εγκαίρως ώστε να επάγει τα αποτελέσματα της ακύρωσης των συμβολαίων στα οποία αναφερόταν, μετά την άσκηση της δίωξης για να δικαιολογήσει τη μη καταβολή των ασφαλίστρων από τους κατηγορουμένους στην εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία. 3) Η θέση των εκκαλούντων ότι πολλοί πλοιοκτήτες δεν κατέβαλαν ασφάλιστρα, διότι είχαν ανταπαίτηση κατά της «ΕΘΝΙΚΗΣ», δεν μπορεί να γίνει δεκτή αφού είναι παντελώς αόριστη, αλλά και διότι δεν προκύπτει από κανένα λογιστικό στοιχείο ή έγγραφη απόδειξη, που αν πράγματι υπήρχε τέτοιος συμψηφισμός, θα έπρεπε να υπάρχει στα στοιχεία της «ΦΥΛΑΞ ΕΠΕ» και 4) όσον αφορά τον ισχυρισμό περί μη καταβολής ασφαλίστρων από αριθμό πλοιοκτητών, να μην ενισχύεται από την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως Π.

Τ. φερομένου ως διαχειριστή των πλοίων «Α...», «Η...», «Ε...», «Α... ΙΙ» και «Κ...» ο οποίος βεβαιώνει στην ένορκη κατάθεσή του στην Ανάκριση, ότι οι πλοιοκτήτες αυτών των πλοίων δεν έχουν καταβάλει τα αντίστοιχα ασφάλιστρα, πλην όμως η κατάθεση του μάρτυρα αυτή και μόνο αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση περί αποδείξεως της μη καταβολής των ποσών αυτών και ανατροπής της κατηγορίας ως προς το σημείο αυτό, αφού η εν λόγω θέση του μάρτυρα αλλά και η ιδιότητά του, ως διαχειριστή των άνω πλοίων, δεν προκύπτει ούτε αποδεικνύεται από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας.

Η άποψη δε του μάρτυρα ότι δεν καταβλήθηκαν τα παραπάνω ασφάλιστρα από τους πλοιοκτήτες έρχεται σε αντίθεση με τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ. και Ζ. σύμφωνα με τις οποίες οι κατηγορούμενοι αποδέχθηκαν ενώπιόν της προφορικά, την συνολική οφειλή τους προς την εγκαλούσα εταιρεία. Επομένως σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης για την οποία διώχθηκαν και παραπέμφθηκαν για να δικαστούν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιά με το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Πειραιά.

Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιον Εφετών, διέλαβεν εις το πληττόμενον βούλευμα την απαιτουμένην ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν δια το προαναφερθέν έγκλημα, αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του, με σαφήνειαν, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά πού προέκυψαν από την ανάκρισιν, τας αποδείξεις από τας οποίας επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής διά την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον, καθώς και τας σκέψεις με τάς οποίας υπήγαγε τα περιστατικά αυτά εις την προαναφερθείσαν ποινικήν διάταξιν. Περαιτέρω ητιολογημένως απερρίφθη και το αίτημα διενεργείας συμπληρωματικής κυρίας ανακρίσεως, ενώ κατά τα λοιπά πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτος κρίσις του Συμβουλίου περί την εκτίμησιν των πραγματικών περιστατικών.

Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθούν αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθή έκαστος των αναιρεσειόντων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι Να απορριθφούν αι υπ' αριθμ. 21/9-8-2005 και 22/9-8-2005 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Γ. Π. Τ. και 2) Δ. Γ. Ρ., κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 315/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. ΙΙ. Να καταδικασθή έκαστος των αναιρεσειόντων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ.- Αθήνα 26 Οκτωβρίου 2005 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας"

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση κι' έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου, δύο αιτήσεις αναιρέσεως με χρονολογία από 9 Αυγούστου 2005, η πρώτη του εκ των κατηγορουμένων, Γ. Τ. του Π. και η δεύτερη, του εξ αυτών, Δ. Ρ. του Γ., στρεφόμενες και οι δύο κατά του ίδιου υπ' αριθ. 315/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, που έκρινε σε δεύτερο βαθμό, οι οποίες είναι παραδεκτές και οι λόγοι των οποίων είναι ταυτόσημοι (αναφέρονται σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας), πρέπει δε, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας να συνεκδικαστούν.

Από το άρθρο 375 παράγρ. 1 εδ. α' και 2 εδάφ. α' του Π.Κ., όπως η παράγρ. 2 αυτού αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/96, συνάγεται ότι το έγκλημα της υπεξαιρέσεως πραγματούται αντικειμενικώς μεν με την από το δράστη παράνομη, ήτοι χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο, ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος, που περιήλθε και βρίσκεται με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή αυτού, υποκειμενικώς δε με τη γνώση, ότι το πράγμα είναι ξένο, δηλαδή δεν ανήκει στην κυριότητα του δράστη κατά την έννοια του Αστ.

Κωδ. και τη θέληση αυτού να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγραφος 2), όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο αναφερόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του διαχειριστή ξένης περιουσίας.

Διαχειριστής τέτοιας περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει, είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται και από τη δημιουργία απλώς μιας πραγματικής καταστάσεως. Η νέα διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2α ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον παραπάνω νόμο, είναι επιεικέστερη από την αρχική, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε, ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική.

Τέλος, σε περίπτωση, που η πράξη της υπεξαιρέσεως έχει τελεστεί κατ' εξακολούθηση, προκειμένου να κριθεί αν η αξία του αντικειμένου αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλη και επομένως, αν η υπεξαίρεση έχει κακουργηματικό ή πλημμεληματικό χαρακτήρα, λαμβάνεται υπόψη, αν μεν οι επί μέρους πράξεις έχουν τελεστεί μετά τις 3-6-1999 (χρόνος ενάρξεως της ισχύος του άρθρο 14 παρ. 3 του Ν. 2721/1999 που τροποποίησε το άρθρο 98 ΠΚ), η συνολική αξία αυτών, εφόσον ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις του απέβλεψε στο συνολικό αποτέλεσμα.

Αν όμως οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν πριν από την ισχύ του παραπάνω νόμου, η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους γίνεται με βάση την αξία κάθε μερικότερης πράξεως, καθόσον η νέα ρύθμιση του άρθρου 98 ΠΚ είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο και δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ αναδρομικώς.

Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το συμβούλιο εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις στο αιτιολογικό του βουλεύματος ή και σε συνδυασμό με το διατακτικό του, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κύρια και προανάκριση) και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου για τη συγκεκριμένη πράξη.

Δεν ιδρύει όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με δικές του σκέψεις, αλλά και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, προκειμένου να καταλήξει στην παραπεμπτική για τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες κρίση του, διέλαβε ανελέγκτως, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ήτοι μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων της δικογραφίας, απολογιών και υπομνημάτων των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Με σύμβαση πρακτόρευσης που υπογράφηκε στις 9 Ιουνίου 1982 μεταξύ της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας υπό την επωνυμίαν "ΑΣΤΗΡ Α.Ε" και της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης υπό την επωνυμίαν "Ο ΦΥΛΑΞ ΕΠΕ,- Μεσίται και σύμβουλοι ασφαλίσεων", της οποίας νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές ήταν οι παραπάνω εκκαλούντες κατηγορούμενοι, η εταιρεία "ΦΥΛΑΞ ΕΠΕ" ανέλαβε την υποχρέωση να διενεργεί για λογαριασμό της "ΑΣΤΗΡ ΑΕ" ασφαλιστικές εργασίες, σε όλους τους κλάδους ασφάλισης, στους οποίους η εν λόγω εταιρεία δραστηριοποιείτο.

Στα πλαίσια της παραπάνω συμφωνίας η εταιρεία "ΦΥΛΑΞ ΕΠΕ" είχε την υποχρέωση και την αρμοδιότητα, να διαπραγματεύεται επ' ονόματι και για λογαριασμό της "ΑΣΤΗΡ ΑΕ" με πελάτες που ενδιαφέροντο να ασφαλισθούν, να παραλαμβάνει τις αιτήσεις ασφάλισης των πελατών, που συντάσσονταν σε ειδικά έντυπα της εταιρείας, να καταχωρεί τις αιτήσεις αυτές στο ειδικό πρωτόκολλο συμβολαίων, που η ασφαλιστική εταιρεία της είχε παραχωρήσει, να προσυπογράφει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, που εξέδιδε η ασφαλιστική εταιρεία, όπως επίσης και να εισπράττει τα ασφάλιστρα.

Σύμφωνα με το άρθρο 5 της σύμβασης πρακτόρευσης, η πράκτορας εταιρεία εισέπραττε τα ασφάλιστρα, χορηγώντας αποδείξεις της ασφαλιστικής εταιρείας, σύμφωνα με τις υποδείξεις της τελευταίας, στη συνέχεια καταχωρούσε κάθε ημέρα τις πραγματοποιούμενες ασφαλίσεις στις αναλυτικές καταστάσεις κατά κλάδο ασφάλισης, είχε δε την υποχρέωση να καταθέτει το συνολικό προϊόν των ασφαλίσεων που πραγματοποιούσε στην Εθνική Τράπεζα ή στο ταμείο της εταιρείας "ΑΣΤΗΡ ΑΕΑ", μέσα σε χρονικό διάστημα 7 ημερών από την είσπραξη.

Στο άρθρο 5 παρ. 2 της σύμβασης πρακτόρευσης οριζόταν ακόμη ότι: "Παν ποσόν εισπραττομένων ασφαλίστρων αποτελεί παρακαταθήκη της εταιρείας εις χείρας του πράκτορος, όστις κοινή συναινέσει ορίζεται θεματοφύλαξ, υποκείμενος σε όλες τις υπό του νόμου συνέπειες σε περίπτωση μη αποδόσεως των χρημάτων αυτής, τα οποία είναι απαιτητά εις πάντα χρόνο».

Στην παράγραφο δε 1του ιδίου άρθρου οριζόταν ότι από τον λογαριασμό που τηρούσε ο πράκτορας στην Εθνική Τράπεζα, μπορούσε να ενεργεί αναλήψεις προς πραγματοποίηση πληρωμών που προβλέπονταν στην ασφαλιστική σύμβαση ή πληρωμών για τις οποίες θα ελάμβανε εντολή από την ασφαλιστική εταιρεία.

Με βάση την παραπάνω σύμβαση πρακτορεύσεως, οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες, ως νόμιμοι αντιπρόσωποι της πρακτορευούσης εταιρείας προέβαιναν σε διαχειριστικές πράξεις, σε σχέση με τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα που ανήκαν στη προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία "ΑΣΤΗΡ ΑΑΕ" για λογαριασμό της τελευταίας, στην οποία ανήκαν τα χρήματα, έχοντας εξουσία αλλά και ουσιαστική πρωτοβουλία διαχείρισης των ασφαλίστρων, τα οποία όχι μόνο εισέπρατταν για λογαριασμό της πρακτορευομένης εταιρείας αλλά και τα διέθεταν προβαίνοντας σε πληρωμές για λογαριασμό της δικαιούχου των χρημάτων αυτών εταιρείας.

Αφού η έννομη αυτή σχέση πρακτόρευσης μεταξύ της "ΑΣΤΗΡ ΑΑΕ" και της εταιρείας "ΦΥΛΑΞ ΕΠΕ" λειτούργησε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1997, στη συνέχεια, στην σχέση αυτή πρακτόρευσης υπεισήλθε η "Εθνική ΑΕΕΓΑ",στην οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση η ασφαλιστική εταιρεία "ΑΣΤΗΡ ΑΑΕ". Μετά την συγχώνευση αυτή η απορροφήσασα εταιρεία υπεισήλθε αυτοδικαίως, ως οιονεί καθολική διάδοχος, στα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της απορροφηθείσας ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία έπαυσε να υπάρχει. Από τον Σεπτέμβριο του 1997,η έννομη σχέση της σύμβασης πρακτορίας εξακολούθησε να υφίσταται και να λειτουργεί με αντισυμβαλλόμενο πλέον μέλος, στη θέση της "ΑΣΤΗΡ ΑΑΕ", την ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ",κάτω από το ίδιο νομικό και πραγματικό πλαίσιο που λειτουργούσε μέχρι τότε.

Τον Ιούλιο του έτους 1999 η "Εθνική ΑΕΕΓΑ" διενήργησε οικονομικό έλεγχο στη διαχείριση της "ΦΥΛΑΞ ΕΠΕ", κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, που ήταν οι νόμιμοι εκπρόσωποι και οι διαχειριστές της πρακτορεύουσας εταιρείας "ΦΥΛΑΞ ΕΠΕ", είχαν εισπράξει κατά το χρονικό διάστημα από 17-12-1995 έως 28-10-1998 από ασφαλίσεις πληρωμάτων πλοίων, ως ασφάλιστρα, το ποσόν των 24.485.000 δραχμών (71.856,20 ευρώ) συνολικά, το οποίο δεν είχαν αποδώσει, αλλά το είχαν κατακρατήσει παράνομα και με τον τρόπο αυτό το είχαν ιδιοποιηθεί. Τα ποσά αυτά που το καθένα χωριστά ανερχόταν στις 425.000 έως 550.000 δραχμές, που την εποχή, της είσπραξης και της παράνομης ιδιοποίησης τους, κατά τα οικονομικά μέτρα του μέσου έλληνα πολίτη ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, οι κατηγορούμενοι τα κατακράτησαν αυθαίρετα, δεν τα απέδωσαν στη δικαιούχο ασφαλιστική εταιρεία και με τον τρόπο αυτό τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα, εκφράζοντας προς τα έξω την πρόθεση ιδιοποίησης, από την στιγμή της είσπραξης των ποσών αυτών.

Τα ποσά που εισέπραξαν και ιδιοποιήθηκαν παράνομα οι κατηγορούμενοι προέρχονταν από την ασφάλιση των πληρωμάτων των πλοίων που αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα κατά τις μνημονευόμενες σ' αυτό ημερομηνίες. Τα γεγονότα αυτά προκύπτουν κατά τρόπον σαφή από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Γ., Σ. Ζ. χωρίς να αναιρούνται από τις καταθέσεις του Π.

Τ. και Μ. Κ.. Το ότι οφείλονται τα ποσά που προαναφέρθηκαν προκύπτει και από το από 23-1-2003 γραμμάτιο είσπραξης ποσού 9.141,60 ΕΥΡΩ της "Εθνικής Ασφαλιστικής" από το οποίο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Γ. Τ. κατέβαλε το εν λόγω ποσό "έναντι οφειλής του από δικαστική διεκδίκηση". Την οφειλή του μάλιστα αυτή , την οποία ο ίδιος την αποδέχθηκε προφορικά, υποσχέθηκε να εξοφλήσει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα (βλ.

ως άνω κατάθεση μάρτυρα Α. Γ. και Σ. Ζ. στην ανάκριση). Στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει να αντιπαρέλθει κανείς τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων που διατύπωσαν στις απολογίες αλλά και στα απολογητικά υπομνήματα που υπέβαλαν, σύμφωνα με τους οποίους Α) οι ίδιοι δεν όφειλαν το ποσό που τους καταλογίζεται ότι παρακράτησαν και ιδιοποιήθηκαν αυθαίρετα ύψους 24.485.000 δραχμών (71.856,19 ευρώ), αλλά και το ποσό των 3.115.000 (9.141,60 ευρώ), το οποίο και κατέβαλαν στην "Εθνική".

Β) ότι τα υπόλοιπα ποσά δεν οφείλονται καθ' ότι 1) προέρχονται από συμβόλαια που έχουν σταλεί στην "Εθνική" για ακύρωση και επομένως δεν είχαν οικονομικό αποτέλεσμα, 2) αφορούσαν συμβόλαια για τα οποία δεν έχουν καταβληθεί ασφάλιστρα από τους πλοιοκτήτες, λόγω ανταπαιτήσεων αυτών κατά της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας και 3) αφορούσαν συμβόλαια, τα οποία παραμένουν απλήρωτα από τους αντισυμβαλλόμενους πλοιοκτήτες.

Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί των κατηγορουμένων δεν υποστηρίζονται σοβαρά από τα στοιχεία της δικογραφίας. Και τούτο διότι 1) ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι το ποσόν που οφειλόταν ήταν 9.141,60 ΕΥΡΩ, το οποίο και εξοφλήθηκε, ανατρέπεται από το συνημμένο στη δικογραφία γραμμάτιο είσπραξης του ποσού αυτού από την "Εθνική" με αριθμό 49/23-1-2003, όπου αναφέρεται ότι το εν λόγω ποσό καταβάλλεται "έναντι οφειλής" και όχι "σε εξόφληση" της οφειλής αυτής. 2) Η ακύρωση συμβολαίων, που ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, δεν προκύπτει από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο (έγγραφο, μάρτυρα, ή άλλο τι), πλήν μιας επιστολής της «ΦΥΛΑΞ ΕΠΕ» προς την «ΕΘΝΙΚΗ» της οποίας όμως η αποδεικτική αξία είναι ελάχιστη, αφού η επιστολή αυτή δεν φέρει ημερομηνία, ούτε κάποια ένδειξη αποστολής ή παραλαβής της από την τελευταία, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί, αν αυτή στάλθηκε και δη εγκαίρως, ώστε να επάγει τα αποτελέσματα της ακύρωσης των συμβολαίων στα οποία αναφερόταν, μετά την άσκηση της δίωξης για να δικαιολογήσει τη μη καταβολή των ασφαλίστρων από τους κατηγορουμένους στην εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία. 3) Η θέση των εκκαλούντων ότι πολλοί πλοιοκτήτες δεν κατέβαλαν ασφάλιστρα, διότι είχαν ανταπαίτηση κατά της «ΕΘΝΙΚΗΣ», δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αφού είναι παντελώς αόριστη, αλλά και διότι δεν προκύπτει από κανένα λογιστικό στοιχείο ή έγγραφη απόδειξη, που αν πράγματι υπήρχε τέτοιος συμψηφισμός, θα έπρεπε να υπάρχει στα αρχεία της «ΦΥΛΑΞ ΕΠΕ» και 4) όσον αφορά τον ισχυρισμό περί μη καταβολής ασφαλίστρων από αριθμό πλοιοκτητών, να μην ενισχύεται από την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως Π.

Τ. φερομένου ως διαχειριστή των πλοίων "Α...", "Η...", "Ε...", "Α... ΙΙ" και "Κ..." ο οποίος βεβαιώνει στην ένορκη κατάθεσή του στην ανάκριση, ότι οι πλοιοκτήτες αυτών των πλοίων δεν έχουν καταβάλει τα αντίστοιχα ασφάλιστρα, πλήν όμως η κατάθεση του μάρτυρα αυτή και μόνο αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση περί αποδείξεως της μη καταβολής των ποσών αυτών και ανατροπής της κατηγορίας ως προς το σημείο αυτό, αφού η εν λόγω θέση του μάρτυρα αλλά και η ιδιότητά του, ως διαχειριστή των άνω πλοίων, δεν προκύπτει ούτε αποδεικνύεται από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας.

Η άποψη δε του μάρτυρα ότι δεν καταβλήθηκαν τα παραπάνω ασφάλιστρα από τους πλοιοκτήτες έρχεται σε αντίθεση με τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ. και Ζ., σύμφωνα με τις οποίες οι κατηγορούμενοι αποδέχθηκαν ενώπιόν τους προφορικά, την συνολική οφειλή τους προς την εγκαλούσα εταιρεία. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης για την οποία διώχθηκαν και παραπέμφθηκαν για να δικαστούν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιά με το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά.

Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο πληττόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το προαναφερθέν έγκλημα, αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμά του, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά πού προέκυψαν από την ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής γιά την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην προαναφερθείσα ποινική διάταξη. Περαιτέρω, αιτιολογημένως απορρίφθηκε και το αίτημα διενεργείας συμπληρωματικής κυρίας ανακρίσεως, προκειμένου να εξετασθεί η νόμιμος εκπρόσωπος των εταιριών του Ομίλου Η…, με την αιτιολογία ότι έχει ήδη εξετασθεί υπάλληλος των εν λόγω εταιριών κατά την κυρία ανάκριση.

Συνεπώς, ο από το άρθρο484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 9 Αυγούστου 2005 δύο αιτήσεις των 1) Γ. Τ. του Π. και 2) Δ. Ρ. του Γ. για αναίρεση του υπ' αριθμ. 315/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.

Απορρίπτει αυτές. Και,

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2006. Και,

Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ