Legislator Case Law & Legislation
583/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for recall of preservation seizure as inadmissible due to lack of jurisdiction.

Case Number 583/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to recall a preservation seizure imposed by a lower court. The appellant argued that the seizure should be revoked based on a final judgment whose legal consequences were suspended. The court ruled that it lacked jurisdiction to examine the merits of the seizure recall because the final judgment originated from a different court, and the current appeal proceedings did not revive the competence of the original trial court to modify the decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 724(2) and 702(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to review the recall of a preservation seizure against a third party when the underlying final judgment was issued by a different court, as such review requires the original trial court to be competent, which is only possible upon the admission of an appeal.

Keywords

AI generated
preservation seizure recall of measures jurisdictional competence final judgment inadmissible request Code of Civil Procedure third party seizure

Cited Legislation

AI generated
Article 724(2) of the Code of Civil Procedure
Article 702(1) of the Code of Civil Procedure
Article 697 of the Code of Civil Procedure
Article 698(2) of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 583 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 583/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Θεόδωρου Λύτρα, Δημητρίου Λαδά, Σπυρίδωνα Τσαντίνη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, καθώς και δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Χατζηϊωάννου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ι. Ρ., χήρας Ι. Ρ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μπαμπινιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η αιτούσα, με την από 19-2-2022 αίτησή της, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου με αριθμό ΑΑ13/21-2-2022, ζητεί την ανάκληση (εκ του άρθρου 724 παρ.2 ΚΠολΔ) της από 16-9-2021 επιβληθείσας συντηρητικής κατάσχεσης, δυνάμει της 3784/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 724 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο πέμπτο παρ. 2 του ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1-1-2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 ν. 4335/2015) ο δανειστής μπορεί με βάση οριστική απόφαση, καθώς και με διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής.

Το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική απόφαση ή τη διαταγή πληρωμής μπορεί με αίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται και κατά τη διαδικασία του άρθρου 702 παρ.1, Κ.Πολ.Δ., να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση των ασφαλιστικών μέτρων που αναφέρονται στην παρ.1, αν πιθανολογείται η εξόφληση ή η ανυπαρξία, ολική ή εν μέρει, της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση ή η διαταγή πληρωμής ή να περιορίσει την εκτέλεση σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, αν πιθανολογείται ότι τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή για την εξασφάλιση της απαίτησης.

Από την παραπάνω διάταξη, όπως αυτή ήδη ισχύει, μετά την τροποποίησή της με το ν. 4335/2015, προκύπτει ότι τίτλο για την αυτοδύναμη εκ μέρους του δανειστή επιβολή και του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης, ως εξασφαλιστικό μέτρο για την ικανοποίηση της απαίτησης που του επιδικάστηκε, αποτελεί και η οριστική απόφαση που δεν είναι προσωρινώς εκτελεστή, μόλις εκδοθεί, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη επίδοσή της στον οφειλέτη.

Περαιτέρω, σε περίπτωση αυτοδύναμης επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης με τίτλο οριστική απόφαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 724 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο που την εξέδωσε, σε περίπτωση δε άσκησης ενδίκων μέσων το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, μπορεί, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, εκείνου δηλαδή κατά του οποίου εκδόθηκε η οριστική απόφαση, να διατάξει, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, την αναστολή της ενέργειάς της (οριστικής απόφασης)- ολικά ή εν μέρει- ως τίτλου για την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης και την ανάκλησή της, εφόσον έχει υλοποιηθεί η αυτοδύναμη επιβολή του ως άνω εξασφαλιστικού μέτρου, αν πιθανολογείται η εξόφληση του οφειλόμενου ποσού ή η ανυπαρξία (ολική ή μερική) της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση (ΑΠ 182/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 697 ΚΠολΔ, το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση δικαστήριο, όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία, μπορεί με αίτηση του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον, η οποία υποβάλλεται και αυτοτελώς, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα. Ο δικαστής και στο πολυμελές πρωτοδικείο ο πρόεδρος, ορίζουν την δικάσιμο και την προθεσμία κλήτευσης.

Η αρμοδιότητα του δικαστηρίου της κυρίας δίκης οριοθετείται χρονικά από την έναρξη της εκκρεμοδικίας, δηλαδή από την άσκηση της αγωγής έως την έκδοση οριστικής για αυτήν απόφασης ή με ένα από τους νόμιμους τρόπους κατάργησης ή αποπεράτωσης της δίκης, και διατηρείται κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, όταν αυτή αναβιώνει με την άσκηση τακτικού ένδικου μέσου, έως την έκδοση γι' αυτό οριστικής απόφασης.

Η άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και η επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει την εκκρεμοδικία, αφού με το ένδικο αυτό μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ελέγχεται η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων αναίρεσης που περιέχονται στην αίτηση (ΑΠ 1307/2010, 1796/2011) και μόνο μετά την αναίρεση της τελευταίας παύουν οι συνέπειες που αυτή γεννά, μεταξύ των οποίων και η κατάργηση της εκκρεμοδικίας.

Επομένως, ο Άρειος Πάγος δεν είναι δικαστήριο της κύριας δίκης κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης (ΑΠ 1846/1983). Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 698 παρ. 1 εδαφ. α' και παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τις οποίες η απόφαση που διέταξε ασφαλιστικό μέτρο ανακαλείται ολικά ή εν μέρει, αν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη για την κύρια υπόθεση κατά εκείνου ο οποίος είχε ζητήσει το ασφαλιστικό μέτρο και γίνει τελεσίδικη και η ανάκληση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 γίνεται με αίτηση εκείνου που έχει έννομο συμφέρον, αν η κύρια υπόθεση είναι εκκρεμής, από το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί και σε κάθε άλλη περίπτωση από το δικαστήριο που διέταξε το ασφαλιστικό μέτρο, σαφώς συνάγεται, αφενός ότι είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο η ανάκληση του ασφαλιστικού μέτρου, όταν στη δίκη για την κύρια υπόθεση, για την οποία λήφθηκε τούτο, εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση κατά εκείνου που είχε ζητήσει το ασφαλιστικό μέτρο και αφετέρου ότι αν ασκηθεί αναίρεση κατά της ανωτέρω απόφασης τότε αρμόδιο για την ανάκληση του ασφαλιστικού μέτρου είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, διότι ο όρος "εκκρεμής υπόθεση" στην παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου (ΚΠολΔ 698) χρησιμοποιείται όχι με τη συνηθισμένη στη δικονομική έννοια της εκκρεμότητας της υπόθεσης στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά με ευρύτερη έννοια που περιλαμβάνει και την εκκρεμότητα της υπόθεσης μετά από άσκηση αίτησης αναίρεσης σε κάποιο τμήμα του Αρείου Πάγου, αφού ενώπιον αυτού δεν ερευνάται από το δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1354/2006, 250/2017, 1368/2018, 470/2019).

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η απλή "εκκρεμότητα" της υπόθεσης, κατ' άρθρο 698 ΚΠολΔ, στην οποία θεμελιώνεται η αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου για την περίπτωση της υποχρεωτικής ανάκλησης της απόφασης που διέταξε το ασφαλιστικό μέτρο με μοναδική προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ουσίας της διαφοράς, διακρίνεται σαφώς και αντιδιαστέλλεται από την εκκρεμοδικία που αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 697 ΚΠολΔ, η οποία, όπως αναφέρθηκε, δεν υφίσταται σε περίπτωση άσκησης αναίρεσης, παρά μόνον στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται.

Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να μη θεμελιώνεται αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου ως δικαστηρίου της κυρίας δίκης για την αναστολή εκτέλεσης των κατ' άρθρο 724 παρ. 1 ΚΠολΔ ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 1527/2021), παρά μόνον όταν διακρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α και γ ΚΠολΔ. Το ίδιο εξάλλου προκύπτει από το γράμμα του νόμου, δηλαδή το περιεχόμενο της συγκεκριμένης αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 724 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την αρχή της οικονομίας της δίκης, που επιβάλλει τα εν λόγω ζητήματα να επιλύονται από τα δικαστήρια της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτησή της η αιτούσα εκθέτει ότι, κατόπιν άσκησης αγωγής σε βάρος της από τον Ιωάννη Ραπτόπουλο, που απεβίωσε και καθολική διάδοχος αυτού είναι καθ' ης, και από την υπό εκκαθάριση ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΕΞΠΡΕΣ ΣΕΡΒΙΣ, εκδόθηκε η 3784/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των 11.280.000 ευρώ κατ' ισομοιρίαν στους ενάγοντες.

Ότι κατά της ανωτέρω τελεσίδικης εφετειακής απόφασης άσκησε την από 20.9.2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 13.1.2022 πρόσθετους λόγους, για τους οποίους προσδιορίστηκε δικάσιμος η 15.2.2022 και, μετά από αναβολή, η 1.11.2022. Ότι η καθ' ης της κοινοποίησε την 21.9.2021 το από 16.9.2021 κατασχετήριο έγγραφο με το οποίο επέβαλε εις χείρας των αναφερόμενων στην αίτηση τραπεζών συντηρητική κατάσχεση των λογαριασμών της αιτούσας για το ποσό των 5.644.000 ευρώ, με τίτλο την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, της οποίας οι έννομες συνέπειες έχουν ανασταλεί.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί, για τους αναφερόμενους στην αίτησή της λόγους, να ανακληθεί η επιβληθείσα σε βάρος της συντηρητική κατάσχεση και επικουρικώς να αντικατασταθεί με εγγυοδοσία, με τη μορφή εγγυητικής επιστολής τραπέζης για το κατασχεθέν ποσό. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αίτηση αναρμοδίως εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, καθόσον το παρόν ακυρωτικό δικαστήριο δεν είναι το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική απόφαση και το οποίο κατ' άρθρο 724 παρ. 2 ΚΠολΔ, μπορεί να επιληφθεί της αίτησης εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η απόφαση, κατά τη διαδικασία του άρθρου 702 παρ.1 ΚΠολΔ, για την αναστολή του αυτοδύναμου ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, για τους αναφερόμενους στην εν λόγω διάταξη λόγους, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα, η συντηρητική κατάσχεση επιβλήθηκε δυνάμει τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Το παρόν δικαστήριο, εξάλλου, δεν είναι το δικαστήριο της κυρίας δίκης, το οποίο, κατ' άρθρο 697 ΚΠολΔ, μπορεί, όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία και μετά από αίτηση διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον και υποβάλλεται είτε σε κάποια στάση της δίκης για την εκκρεμή υπόθεση είτε αυτοτελώς, κατά πάντα χρόνο και ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη στάσης δίκης και χωρίς ακόμη πιθανολόγηση νέων στοιχείων, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει εν όλω ή εν μέρει την απόφαση που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα.

Η αρμοδιότητα του παρόντος δικαστηρίου χωρεί μόνον μετά την παραδοχή της αναίρεσης γιατί μόνο τότε αναβιώνει η εκκρεμοδικία και αρμόδιο καθίσταται το δικαστήριο της παραπομπής που ερευνά την υπόθεση στην ουσία της, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Περαιτέρω, ούτε κατά τη διάταξη του άρθρου 698 παρ. 2 ΚΠολΔ μπορεί να επιληφθεί της υπόθεσης ο Άρειος Πάγος, ως το δικαστήριο ενώπιον του οποίου είναι εκκρεμής η υπόθεση λόγω της άσκησης αίτησης αναίρεσης, καθώς, στην υπόθεση που κρίνεται, δεν συντρέχει η προϋπόθεση της υποχρεωτικής για το δικαστήριο ανάκλησης ασφαλιστικού μέτρου, χωρίς να απαιτείται έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Συνεπώς, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αφορά την κατ' άρθρο 724 παρ. 2 ΚΠολΔ ανάκληση του αυτοδύναμου ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης στα χέρια τρίτου για απαίτηση για την οποία έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση, και για τη βασιμότητα της αίτησης ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει την ουσία της διαφοράς, για την οποία όμως δεν έχει αρμοδιότητα, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η δικαστική δαπάνη της καθ' ης η αίτηση πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αιτούσας, λόγω της ήττας της (ΚΠολΔ 176, 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση.

Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα της καθ' ης η αίτηση τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ