Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissibility of property suit due to tax certificate failure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a lower court's decision on a property dispute. The appellants argued that the lower court erred by allowing the suit without a tax certificate under Article 54A of the Tax Procedure Code. The court ruled that this provision is fiscal in nature and does not constitute a procedural bar justifying an appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 54A para. 5 Tax Procedure Code; Art. 559 para. 14 Code of Civil Procedure: A violation of a fiscal provision ensuring state revenue rights does not create a procedural inadmissibility leading to an appeal, as it does not affect the substantive rights of the parties regarding the property.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 583 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 583/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. συζ. Γ. Μ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ά. συζ. Ε. Τ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., 3) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Μωραΐτου και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ο. χήρας Ε. Λ., το γένος Δ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κατρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η α' αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 9-3-2018 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/…-3-2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Καλλιθέας Αττικής, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο καθολικός κληρονόμος αυτής Π. Μ. του Γ. και Ε., κάτοικος ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 211/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2017 του Δικαστηρίου των Εφετών Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-12-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο από τον αρ. 1α του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Ακόμη, κατά το αρθρ. 559 αρ. 1β ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διαδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Προσέτι στο λόγο αναίρεσης δεν αρκεί για το ορισμένο του περιεχομένου του (118 αρ. 4 ΚΠολΔ) να μνημονεύεται (μόνον) ενάριθμα η επικαλούμενη πλημμέλεια αλλά απαραιτήτως πρέπει να εκτίθενται με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο τα επί μέρους στοιχεία, που, κατά τον αναιρεσείοντα, συγκροτούν το αναιρετικό παράπονο, ειδάλλως, ο λόγος πλήττεται από αοριστία.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, (από τους οποίους η πρώτη απεβίωσε και συνεχίζει στη θέση της τη δίκη ο Π. Μ. ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της), με τον πρώτο λόγο αναίρεσης επιρρίπτουν στο Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου (Μεταβατικής Έδρας Κω) ότι με την προσβαλλόμενη, 33/2017, απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 τον πιο πάνω άρθρου, μετ' απόρριψη του πρώτου λόγου της έφεσής τους, παραβιάζοντας κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας που αφορούν στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα το εν γένει αποδεικτικό υλικό και ιδιαίτερα τους επικαλούμενους και αποδεικνυόμενους με έγγραφα και μάρτυρες αρνητικούς πραγματικούς ισχυρισμούς τους κατά της αγωγής της αναιρεσίβλητης, αφού, ενώ στις (ενώπιον του Εφετείου) προτάσεις τους προέβησαν σε πλήρη αναφορά, απόδειξη και επίκληση του πραγματικού ιστορικού των τίτλων διαδοχής και διακατοχικών πράξεών τους (αναιρεσειόντων) επί του επίδικου ακινήτου, εν τούτοις το δικαστήριο με την προσβαλλομένη κατέληξε ότι η αναιρεσίβλητη είναι κυρία κατά το αδιαίρετο ποσοστό των 5/16 του επιδίκου.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος γιατί τα υπό το περιεχόμενό του προεκτιθέμενα περιστατικά πλήττονται από αοριστία. Η ενάριθμη (μόνον)επίκληση της πλημμέλειας δεν αρκεί για να κριθεί ότι είναι ορισμένος σύμφωνα με τη νομική σκέψη, αφού δεν μνημονεύονται οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και ποια τα διδάγματα της κοινής πείρας που επίσης φέρονται ότι παραβιάστηκαν.
ΙΙ. Κατά τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Οι σχετικές δε παραβάσεις αφορούν κανόνες του δικονομικού δικαίου, την απόσβεση ή αποδυνάμωση κάποιου ουσιαστικού δικαιώματος και το λεγόμενο ουσιαστικό απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, μέρος α' αιτιώνται για την εσφαλμένη απόρριψη της ένστασης παραγραφής της ένδικης αγωγής, ενώ με τον ίδιο λόγο, μέρος β', παραπονούνται για την, κατ' αυτούς, εσφαλμένη απόρριψη του ισχυρισμού ίδιας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπό την επίκληση των πλημμελειών από τους αριθμούς 1α και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα.
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση παραγραφής ως απαραδέκτως προβληθείσα με λόγο έφεσης, διότι δεν είχε προβληθεί στην πρωτοβάθμια δίκη από τους εναγόμενους(εκκαλούντες-αναιρεσείοντες), ούτε συνέτρεχαν οι εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρεπτής προβολής της, κατά τις διατάξεις των αρθ. 527, 269 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Έτσι δε, ορθά την απέρριψε και άρα δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Συγκεκριμένα, η παραβίαση των κανόνων του άρθρου 527 ΚΠολΔ ελέγχεται μέσω του ανωτέρω λόγου (Ολ ΑΠ 654/84, ΑΠ 957/09). Επίσης η ένσταση παραγραφής για να εξεταστεί από το Εφετείο πρέπει να επαναφερθεί με λόγο έφεσης από τον ηττηθέντα εναγόμενo και δεν ερευνάται (η ένσταση αυτή) αυτεπάγγελτα ενώ για να είναι παραδεκτή πρέπει να είχε προβληθεί πρωτοδίκως (άρθρα 522, 527 ΚΠολΔ).
Ο ίδιος λόγος κατά το β' μέρος του, που αναφέρεται στην παραβίαση του άρθρου 1045ΑΚ και υπάγεται στο άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ, είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται οι σχετικές με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό παραδοχές της απόφασης.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση στερείται βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, εφόσον υπό το πρόσχημα της πιο πάνω πλημμέλειας πλήττεται στην πραγματικότητα η περί τα πράγματα (κατά την εκτίμηση των αποδείξεων) κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
IV. Η προσβαλλόμενη, 33/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατικής Έδρας Κω), επιτρεπτώς επισκοπούμενη, έχει ως εξής: "Το επίδικο ακίνητο είναι αγρός, εκτάσεως 4.200 τ.μ. κείται στη θέση "..." της νήσου … και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Α., δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Α. και Ε.
Σ., ανατολικά με δημοτική οδό πλάτους τεσσάρων μέτρων και νότια με δημοτική οδό, πλάτους δύο μέτρων. Ειδικότερα, όπως τούτο εμφαίνεται στο από Ιανουάριο 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Χ. με τα στοιχεία Α, β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, I, Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο Π, Ρ, Σ, Τ, Υ, Φ, Χ και Α, συνορεύει βόρεια, επί πλευράς ΜΛ, μήκους 36,50μ, με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε.
Α., ανατολικά, επί πλευράς 36,50 μ., με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Α. και επί πλευρών ΥΤ, ΤΣ, ΣΡ ΡΠ, ΠΟ, ΟΞ, ΞΝ και ΝΜ, μήκους 14, 50, 18, 12, 10, 11, 50, 8 και 13 μέτρων αντίστοιχα, με δημοτική οδό, πλάτους 4 μέτρων, νότια, επί πλευρών ΥΦ, ΦΧ, ΧΑ μήκους 3, 12 και 24 μέτρων αντίστοιχα, με δημοτική οδό, πλάτους δυο μέτρων και δυτικά, επί πλευρών ΑΒ, ΒΓ, ΓΔ, ΔΕ, ΕΖ, ΖΗ, ΗΘ, ΘΙ, μήκους 10, 50, 9, 6, 8, 50, 12, 50, 7, 14, 4, 50, 4,50 μέτρων αντίστοιχα, με ιδιοκτησία Ε.
Σ. και επί πλευρών ΙΚ και ΚΛ, μήκους 18,50 και 4,50 μέτρων αντίστοιχα, με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Α.. Το ακίνητο ανήκε κατά κυριότητα στην Ε. χήρα Ε. Σ. το γένος Μ. Ν.. Ήταν φυτεμένο με αμπέλι και στην ανατολική πλευρά πλησίον της δημοτικής οδού πλάτους 4 μέτρων είχε ανεγερθεί διώροφη οικία, προ του έτους 1930. Στις 3-5-1935 στο βιβλίο καταχώρησης πωλητηρίων, που τότε τηρούνταν στo δημαρχείο Λέρου καταχωρίστηκε στον … (…°) τόμο, σελ.
…, με αύξοντα αριθμό καταχώρισης …,πωλητήριό δια του οποίου η Ε. χήρα Ε. Σ. πούλησε στον Κ. A. Κ. αντί 24.000 φρ. Ιταλίας "εν αμπέλιον μετά της: είπ' αυτώ οικίας εις ..." και μια οικία στην ενορία της Ευαγγελίστριας. Στο περιθώριο της καταχώρισης υφίσταται καταγραφή από 9-2-1946 ότι με αίτηση τού δικηγόρου Αθηνών Σάββα Αγγέλου, πληρεξούσιοι της Κ.
συζύγου Γ.Ο. εκ διαθήκης κληρονόμου της άνω ιδιοκτήτριας, "αντιττεφωνημένον αντίγραφον" δηλώσεως του Κ. Κ. με ημερομηνία 12.10.1938 ότι το παραπλεύρως υπό στοιχείο … της 3.5.1935 έγγραφο πωλήσεως του "εν …. αμπελιού και της επ' αυτώ οικίας" είναι εικονικόν. Ήδη η αρχική ιδιοκτήτρια Ε. χήρα Ε. Σ. το γένος Μ. Ν. είχε αποβιώσει στις 8.5.1944.
Με την από 8 Ιουνίου 1942 ιδιόγραφη διαθήκη της, που συντάχθηκε στη Λέρο, στην οικία της στη θέση ... και η οποία δημοσιεύτηκε στις 8.1.1946 με το 41/100/8.1 .1946 πρακτικό του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η άνω ιδιοκτήτρια εγκατέστησε μοναδική ("γενικόν") κληρονόμο την ανιψιά της Κ. συζ. Γ. Ο. επί όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της, οπουδήποτε ευρισκομένης.
Με την ίδια διαθήκη η διαθέτις υποχρέωσε την άνω κληρονόμο της όπως "επ' ουδενί λόγω απαλλοτρίοση ή οπουδήποτε επιβαρύνη το εις θέσιν ...ον κείμενον αμπέλιον μου μετά της επ' αυτώ οικίας, αλλά να μεταβιβάζεται τούτο εις τους νομίμους διαδόχους της με την αυτήν ως άνω υποχρέωσιν, όπως το εν λόγω ακίνητον μένη πάντοτε κτήμα της οικογενείας ημών, να μεταβιβάζεται από διάδοχον εις διάδοχον".
Η Κ. συζ. Γ. Ο. το γένος Α. Κ. αποβίωσε στην Αθήνα στις 25.4.1960. Η τελευταία δυνάμει της από 4 Μαρτίου 1957 ιδιόγραφης διαθήκης που δημοσιεύτηκε με τα 4134, 4135, 4136, 4137 και 4138/28.6.1960 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εγκατέστησε κληρονόμους στο επίδικο ακίνητο τον ανιψιό της Ε. Λ. του Κ. (σύζυγο της ενάγουσας) και τον αδελφό της Μ.
Κ. του Α. κατά ποσοστό ένα δεύτερο εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Υποχρέωσε δε τον κληρονόμο - αδελφό της να μην πωλήσει το μερίδιο του και μετά το θάνατο του να περιέλθει τούτο στον άνω ανιψιό της Ε. Λ. του Κ. (σύζυγο της ενάγουσας). Συγκεκριμένα όρισε "επί του ημίσεως εξ αδιαιρέτου της εις θέσιν ... της νήσου … οικίας μου και του περί αυτήν κτήματος, το έτερον ήμισυ καταλείπω στον αδελφό μου Μ.
Κ. υπό τον όρον να μη δύναται να το πωλήση, ώστε μετά τον θάνατον του ολόκληρος η οικία και το κτήμα τούτο να περιέρχεται στον ανεψιόν μου Ε. Κ. Λ.". Με βάση τον προαναφερόμενο όρο της διαθήκης της αρχικής διαθέτιδος Ε. χήρας Ε. Σ. το γένος Μ. Ν., οι νυν εναγόμενοι ήγειραν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 22.12.1961 αγωγή κατά του Ε.
Λ. του Κ. (συζύγου της ενάγουσας) και ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της προς αυτόν διάθεσης της οικίας μετά του πέριξ αυτής κτήματος στη θέση ... της νήσου Λέρου. Επίσης ζήτησαν να αναγνωριστούν κληρονόμοι του (επίδικου) ακινήτου οι ίδιοι και ο αδελφός τους Ε. Κ. του Κ., κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ως τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού της κληρονομούμενης Κ.
Κ. του Α., οι αδελφοί της τελευταίας Ε. Κ. του Α. και Κ. σύζυγος Κ. Λ. το γένος Α. Κ., κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου έκαστος, καθώς και οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 21.1.1961 αδελφού της κληρονομούμενης Μ. Κ.υ του Α., κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου. Επί της αγωγής, που συζητήθηκε μετά τη διεξαγωγή των εμμάρτυρων αποδείξεων στις 4.2.1963, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η 5349/1963 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα του άνω όρου της διαθήκης της Κ.
χήρας Γ. Ο. το γένος Α. Κ., ήτοι ως προς τη διάθεση του στη θέση "..." της νήσου … οικίας μετά του πέριξ αυτής κτήματος αποκλειστικά στον Ε. Λ. του Κ., διότι δεν ήταν επιτρεπτή από την αρχική διαθέτιδα Ειρήνη χήρα Ε. Σ. το γένος Ν.. Επίσης έγινε δεκτό ότι δυνάμει της από 8 Ιουνίου 1942 προαναφερομένης ιδιόγραφης διαθήκης της αρχικής διαθέτιδας Ε.
χήρας Ε. Σ. το γένος Ν. η Κ. χήρα Γ. Ο. το γένος Α. Κ. ορίστηκε καταπιστευματοδόχος στο επίδικο ακίνητο και τούτο μετά το θάνατό της περιέρχεται στους έξ αδιαθέτου κληροvόμους της, μεταξύ των οποίων οι :νυν εναγόμενοι, ως τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού της Κ. Κ. του Α., κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.
Κατά τα λοιπά το ακίνητο περιήλθε κατά κυριότητα στους αδελφούς της κληρονομούμενης, την Κ. συζ. Κ. Λ. το γένος Α. Κ., τον Ε. Κ. του Α. και τον Μ. Κ. του Α., κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Την 1.10.1971 αποβίωσε στην … η Κ. συζ. Κ. Λ. το γένος Α. Κ. και κληρονομήθηκε από τoν σύζυγό της Κ. Λ. του Ε. και τον υιό της Ε.
Λ. του Κ. (σύζυγο της ενάγουσας) ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι. Σ' αυτούς περιήλθε το άνω ακίνητο, κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου συνολικά και ειδικότερα κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου στον σύζυγο και κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου στον υιό της (σύζυγο της ενάγουσας). Ο Κ. Λ. του Ε. αποβίωσε στην Αθήνα στις 20.7.1975 και με την από 18.10.1974 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύτηκε με τα 443/12.12.1976 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εγκατέστησε "γενικόν" κληρονόμο τον υιό του Ε.
Λ. του Κ. (σύζυγο της ενάγουσας), στον οποίο περιήλθε το άνω ποσοστό (1/16) εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου. Στις 25.7.1979 αποβίωσε στην … ο Ε. Κ. του Α. (θείος του συζύγου της ενάγουσας ως αδελφός της μητέρας του Κ. και της Κ. χήρας Γ. Ο. το γένος, Α. Κ.) και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, μεταξύ των οποίων ο Ε.
Λ. του Κ. (σύζυγος της ενάγουσας), ως μοναδικό τέκνο της προαποβιώσασας αδελφής του κληρονομούμενου Κ. συζ. Κ. Λ., το γένος Α. Κ., στον οποίο περιήλθε το επίδικο ακίνητο κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου. Έτσι στον Ε. Λ. του Κ. (σύζυγο της ενάγουσας) είχε περιέλθει το επίδικο ακίνητο κατά ποσοστό 5/16 εξ αδιαιρέτου.
Ο τελευταίος αποβίωσε στην Αθήνα στις 7.3.1985 και με την από 4.2.1983 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε με το …/….5.1985 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε μοναδική "γενικήν" κληρονόμο επί όλης της περιουσίας του, κινητής και ακίνητης, την σύζυγο του Ο. το γένος Τ. (την ενάγουσα). Η τελευταία, δυνάμει της …/….7.1987 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Αγρέβη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε την κληρονομιά του συζύγου της Ε.
Λ. του Κ. και για λογαριασμό του τηv κληρovoμiα από τov πατέρα του Λ. του Ε., το θείο. του Ε. Κ. του Α. και του Κ. συζ. Κ. Λ., καθώς και για λογαριασμό της τελευταίας την κληρονομιά από την Κ. χήρα Γ. Ο. το γένος Κ. Α. και την Ε. χήρας Ε. Σ. το γένος Ν., διότι χωρίς να έχουν αποποιηθεί την κληρονομία που είχε περιέλθει στον καθένα, δεν είχαν προβεί στη σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομίας και μεταγραφής αυτής.
Έτσι στην ενάγουσα περιήλθε κατά κυριότητα ποσοστό 5/16 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ακίνητο ουδέποτε διέφθγε από την νομή της αρχικής διαθέτιδας, Ε. χήρας Ε. Σ., το γένος Μ. Ν., όπως και της διαδόχου της Κ. χήρας Γ. Ο. το γένος Α. Κ.. Η αρχική διαθέτις παρά τη φαινόμενη πώληση αυτού στον Κ.
Κ. του Α. (πατέρα των εναγομένων), στις 3-5-1935, συμπεριέλαβε τούτο στην διαθήκη που συνέταξε στις 8-6-1942, και μάλιστα υποχρέωσε την κληρονόμο της Κ. χήρα Γ. Ο. το γένος Α. Κ. να διατηρήσει τούτο για πάντα στην οικογένεια τους, "από διάδοχο σε διάδοχο". Τον όρο αυτό επικαλέστηκαν: οι νυν εναγόμενοι κατά την έγερση της προαναφερόμενής αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η 5349/1963 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς ποτέ, μέχρι τότε να ισχυριστούν ότι το επίδικο ακίνητο νεμόταν αποκλειστικά ο πατέρας τους Κ.
Κ. του Α. από το 1935 μέχρι το θάνατο του τo 1953 και έκτοτε οι ίδιοι. Αντίθετα με την αγωγή ζήτησαν την αναγνώριση του δικαιώματος συγκυριότητας των λοιπών κληρονόμων επί του επιδίκου, της Κ. συζ. Κ. Λ. το γένος Α. Κ., του Ε. Κ. του Α. και του Μ. Κ.υ του Α., κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, αλλά το αίτημά τους απορρίφθηκε λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος αυτών (βλ.
την 5346/1963 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Σ' εκείνους τους χρόνους, ήταν γνωστό στην περιοχή ότι τo ακίνητο το είχε η "Σ." και αυτή, πού διέμενε στο ίδιο ακίνητο, το είχε παραχωρήσει στην γιαγιά της Σ. Ρ.. Για να μένει με την οικογένειά της και να το καλλιεργεί τουλάχιστον από το 1940. Προς την οικογένεια Ρ.
εξακολούθησε να παραχωρεί το επίδικο η διάδοχος Κ. χήρα Γ. Ο., το γένος Α. Κ. (βλ. κατάθεση Σ. Ρ., σελ. 7 και 9 της 31/1998 εισηγητικής έκθεσης). Περί το Νοέμβριο I960, μετά το θάνατο της τελευταίας, το ακίνητο παραχωρήθηκε στον Φ. Φ., που καλλιεργούσε και συντηρούσε το κτήμα και την οικοδομή για λογαριασμό όλων των κληρονόμων, η δε σύζυγος του Α.
Φ. περιποιόταν τον Ε. Κ. του Α. θείο του συζύγου της ενάγουσας και των εναγομένων και συγκύριο του επιδίκου κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου, όντας αδελφός της Κ. χήρας Γ. Ο. το γένος Α. Κ. - που κατοικούσε μόνιμα στην οικοδομή τουλάχιστον από το 1973 μέχρι το 1979, οπότε αποβίωσε (βλ. εκτός άλλων την κατάθεση της Α.
Φ., σελ. 3 της 12/1990 εισηγητικής έκθεσης). Ουδέποτε μέχρι τότε οι εναγόμενοι νεμήθηκαν αποκλειστικά το ακίνητο, αλλά όλοι οι συγκύριοι επισκέπτονταν περιοδικά το ακίνητο και διέμεναν στην διώροφη κατοικία, ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Για το λόγο αυτό έγιναν κάποιες επισκευές στην οικοδομή (πατώματα, υαλοπίνακες, χρωματισμοί, μόνωση).
Στις 27.8.1966 η Ο. Κ. του Α. (μητέρα του τρίτου εναγομένου) ενήργησε για τη σύνδεση της οικίας με την πάροχο ηλεκτρικής ενέργειας ΔΕΗ και στις 23.3.1981 η δεύτερη εναγομένη. Περί το έτος 1983 ο αδελφός των εναγομένων Ε. Κ. του Κ. προσέθεσε δυο δωμάτια και βοηθητικούς χώρους παραπλεύρως της υπάρχουσας διώροφης οικίας, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από τους λοιπούς συγκυρίους.
Επίσης ο συγκύριος Ε. Κ. του Α. κατοικούσε στην οικοδομή του επιδίκου ακινήτου, ως συγκληρονόμος, όπως σαφώς βεβαιώνουν και οι μάρτυρες των εναγομένων Ι. Ρ. και Ε. Μ. (σελ. 12 και 15 της 12/1990 εισηγητικής έκθεσης). Όμως από το έτος 1984 και ιδίως μετά το θάνατο του συζύγου της ενάγουσας Ε. Λ. του Κ. το 1985, οι εναγόμενοι την εμπόδισαν να εισέλθει στο επίδικο ακίνητο, αμφισβητώντας το δικαίωμα συγκυριότητάς της επ' αυτού.
Η ενάγουσα ήγειρε σε βάρος των εναγομένων και του αδελφού τους Ε. την από 8.1.1988 αγωγή, επικαλούμενη ότι οι τελευταίοι την απέβαλαν από τη νομή του ακινήτου και ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία του επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 5/16 εξ αδιαιρέτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της το αποδώσουν. Η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας με την 201/1994 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου.
Ακολούθησε η από 5.4.1995 αγωγή της ενάγουσας με το ίδιο ως άνω αίτημα, που επίσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας με την 306/2003 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου. Παρά τις ασκηθείσες αγωγές οι εναγόμενοι συμπεριέλαβαν ολόκληρο το επίδικο ακίνητο ως κληρονομιαίο από τον πατέρα τους. Ειδικότερα προέβησαν στη σύνταξη της …/….9.1995 αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Λέρου Φροσύνης Τζανουδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία αποδέχθηκαν την κληρονομία του πατέρατους Κ.
Κ. του Α., που είχε αποβιώσει στις 26.12.1953, αναφέροντας ότι το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει σ' αυτόν προ εβδομηκονταπενταετίας από τον πατέρα του Α. Κ. αποσιωπώντας την ύπαρξη της αρχικής διαθέτιδάς, που φέρεται να πούλησε στον πατέρα τους το επίδικο ακίνητο, όπως τώρα: υποστηρίζουν, αλλά και των κληρονόμων της.
Ακολούθησε μεταξύ τους διανομή του επιδίκου ακινήτου, σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και διανομή των οριζοντίων ιδιοκτησιών με την …. …/….9.1995 πράξη της ίδιας σουμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα. Προέβησαν δε σε ανακατασκευή της οικοδομής και σε μερική περιτοίχιση του ακινήτου. Όμως, ενόψει των ανωτέρω, ή αρχική διαθέτις Ε.
χήρα Ε. Σ. ουδέποτε απώλεσε τη νομή του επίδικου ακινήτου μέχρι το θάνατο της στις 8.5.1944 όπως και η κληρονόμος της Κ. χήρα Γ. Ο. το γένος Α. Κ. μέχρι το θάνατο της στις 25.4.1960 γεγονός που είχαν αποδεχθεί οι εναγόμενοι, όπως σαφώς συνάγεται από την προαναφερόμενη αγωγή που άσκησαν κατά του Ε. Λ. του Κ. καθώς και τη συννομή κατά το μερίδιο τους ο Ε.
Κ. του Α., η Κ. συζ. Κ. Λ., το γένος Α. Κ. και οι διάδοχοι της Κ. Λ. του Ε. και Ε. Λ. του Κ. μέχρι το θάνατο του τελευταίου στις 7.3.1985. Είναι ενδεικτικό ότι από το 1984 αφού προηγήθηκε ο θάνατος του τελευταίου αδελφού της Κ. χήρας Γ. Ο., το γένος Α. Κ., του συγκληρονόμου Ε. Κ. του Α., που κατοικούσε μόνιμα στο επίδικο τα τελευταία χρόνια πριν το 1979, οι εναγόμενοι κατέλαβαν ολόκληρο το ακίνητο αποβάλλοντας την ενάγουσα.
Η τελευταία από το έτος 1988 ήγειρε τις προαναφερόμενες και την υπό κρίση αγωγές. Συνακόλουθα η ενάγουσα είναι κυρία κατά ποσοστό 5/16 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, που πρέπει να υποχρεωθούν να της αποδώσουν οι εναγόμενοι, αφού απορριφθούν οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι είναι κύριοι του ακινήτου νεμόμενοι από το θάνατο του πατέρα τους το 1953, σε συνέχεια της ιδίας αυτού νομής από το 1935.
Επισημαίνεται ότι ο ισχυρισμός δεν συνιστά ένσταση ιδίας κυριότητας, διότι προβάλλονται γεγονότα προγενέστερα της κτήσης της κυριότητας από την ενάγουσα (βλ. Κ. Παπαδόπουλου "Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου" σελ. 264 επ. ΑΠ 1740/2012, 718/2010 ΤΝΠ Νόμος). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια, αν και με διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται ως ανωτέρω, δεν έσφαλε, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε στην ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 211/2015 οριστικής απόφασης, που είχε δεχθεί εν μέρει την διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης (κατά των αναιρεσειόντων) για αναγνώριση του δικαιώματος, κατά ποσοστό 5/16 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο (αγρό με επ' αυτού οικία) στη Λέρο και απόδοσή του σε αυτή, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου.
V.Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19ΚΠολΔ, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς αιτιολογία, άλλως με αιτιολογίες αντιφατικές χαρακτηρίζει ως "φαινόμενη" την πώληση του επιδίκου στον πατέρα τους (αναιρεσειόντων) στις 3-5-1935.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι στο πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης διαλαμβάνεται ότι η αρχική διαθέτιδα συμπεριέλαβε το επίδικο σε διαθήκη της που είχε συντάξει στις 8-6-1942 και ότι στο περιθώριο του βιβλίου καταχώρισης πωλητηρίων υφίσταται καταγραφή από 9-2-1946, ότι με αίτηση του δικηγόρου Αθηνών Σάββα Αγγέλου, πληρεξουσίου δικηγόρου της Κ.
συζ. Γ. Ο., εκ διαθήκης κληρονόμου της άνω ιδιοκτήτριας "αντιπεφωνημένον αντίγραφον" δηλώσεως του Κ. Κ. με ημερομηνία 12-10-1938 ότι το παραπλεύρως υπό στοιχ.131 της 3-5-1935 έγγραφο πωλήσεως του "εν ... αμπελίου και της επ' αυτώ οικίας είναι εικονικόν". Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες (ισχυρίζονται ότι από κανένα αποδεικτικό προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την αναιρεσίβλητη στοιχείο δεν αποδείχθηκε τόσο η αυθυπαρξία αυτού του δήθεν εγγράφου, το οποίο πότε δεν προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο, ούτε και η γνησιότητα οποιασδήποτε τυχόν γενομένης δηλώσεως του δικαιοπαρόχου τους.
Έτι περαιτέρω, αυτοί επικαλούνται ότι ουδέποτε επιδιώχθηκε αναγνώριση ακυρότητας της επίμαχης δικαιοπραξίας και ούτε ποτέ εκδόθηκε σχετική δικαστική απόφαση βάσει του επικαλούμενου δήθεν αντιπεφωνημένου αντιγράφου. Γι' αυτό κατά τους αναιρεσείοντες, χωρίς αιτιολογία η προσβαλλομένη χαρακτηρίζει το γενεσιουργό τίτλο του δικαιοπαρόχου τους ως "φαινομένη πώληση" αφού δεν αναφέρει την αιτία της εικονικότητος και σε τι συγκεκριμένα συνίσταται αυτή.
Ο Λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται από αοριστία, αφού δεν μνημονεύονται οι ουσιαστικές διατάξεις που παραβιάσθηκαν ευθέως και εκ πλαγίου.
VI. Κατά τον αρ. 8α του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και στηρίζουν το αίτξμα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης υπό στοιχείο Ε' οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλομένη ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 8α, διότι η αναιρεσίβλητη δεν αναφέρει στην αγωγή της την επίμαχη σημείωση-καταχώρηση περί εικονικότητας της πιο πάνω δικαιοπραξίας του δικαιοπαρόχου τους.
Προσέτι, κατά τον αρ. 9α του ίδιου άρθρου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση υπό τον ίδιο λόγο και στοιχείο (Ε') με ταυτόσημο περιεχόμενο, όπως και ο αμέσως προηγούμενος λόγος από το αρθ. 559 αρ. 8αΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι το Εφετείο υπέπεσε και στην πλημμέλεια του άρθ. 559 αρ. 9ΚΠολΔ.
Έτι περαιτέρω, κατά τον αρ. 11α του άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Στην υπό κρίση υπόθεση οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο, υπό στοιχ. Α' υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πιο πάνω πλημμέλεια, διότι η άνω καταχωρημένη δήλωση δεν διαλάμβανε έγγραφο υποστατό και έγκυρο και συνεπώς ελήφθη υπόψη ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο.
Ωσαύτως, κατά τον αρ. 12 λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν προσδίδεται σε αποδεικτικό μέσο διαφορετική αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος και όχι όταν κατ' άρθρ. 340 ΚΠολΔ γίνεται ελεύθερη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον ίδιο υπό στοιχ. Δ', λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την υπό αριθμό (12) πλημμέλεια, διότι, κατ' αυτούς, το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και, συγκεκριμένα, εφόσον έγινε επίκληση αποδεικτικού μέσου (ως άνω), μη εγκύρου και υποστατού, κατά την ανωτέρω έννοια, τούτο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη.
Ακόμη, μετά την κατάργηση με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001 της προδικαστικής απόφασης, που καθόριζε την κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρ. 559 αρ. 13ΚΠολΔ περιορίζεται μόνο, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών.
Εν προκειμένω, με τον ίδιο λόγο, υπό στοιχ. Β' οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι η προσβαλλομένη υπέπεσε στην πιο πάνω πλημμέλεια, καθόσον εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης δεδομένου ότι όλα τα ανωτέρω, ιδία, το έγκυρο και υποστατό της άνω δήθεν δηλώσεως (περί κανονικότητας) όφειλε να αποδείξει η αναιρεσίβλητη .
Τέλος, κατά τον άνω αρ. 14 του ίδιου άρθρου, στοιχειοθετείται αναιρετικός λόγος, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα ή έκπτωση (δικονομική) από δικαίωμα. Οι παραβάσεις, όπως προειπώθηκε αφορούν σε κανόνες του δικονομικού δικαίου, κατ' αντίθεση προς την ακυρότητα ή ακυρωσία του ουσιαστικού δικαίου την απόσβεση (ή αποδυνάμωση) κάποιου ουσιαστικού δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο (4ο) λόγο, υπό στοιχ. Γ' υποστηρίζουν, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του παραπάνω άρθρου, καθόσον κήρυξε (εμμέσως) ακυρότητα της άνω δικαιοπραξίας και συνακόλουθα έκπτωση από το εμπράγματο δικαίωμα του δικαιοπαρόχου τους (Κ.
Κ.), ερειδόμενο επί: α)μη σύννομης καταχώρισης εγγράφου, που β)δεν πληρεί τα στοιχεία του νόμου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αναφορικά με όλες τις αποδιδόμενες αιτιάσεις καθόσον όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα περί συγκυριότητας της ενάγουσας κατά ποσοστό 5/16 εξ αδιαιρέτου και περί, μη απόκτησης αποκλειστικής κυριότητας των εναγομένων στο επίδικο ακίνητο, επειδή έκρινε ότι ήταν εικονική η πώληση, που έγινε με το επίμαχο συμβόλαιο από την αρχική ιδιοκτήτρια Ε.
Σ., προς τον πατέρα των εναγομένων Κ. Κ., αλλά επειδή αποδείχτηκε ότι, τόσο ο προαναφερόμενος δικαιοπάροχος τους, κατά το διάστημα των ετών 1935-1953, όσο και οι ίδιοι κατά το μετέπειτα χρονικό διάστημα μέχρι το έτος 1984 που απέβαλαν παράνομα την ενάγουσα, ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο, αποκλειστικά για λογαριασμό τους.
VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 54Α παρ. 5 του ν. 4174/2013 "Κώδικος Φορολογικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις", όπως αυτό μετά την αντικατάστασή του από το Γ.4 άρθρου τρίτου του νόμου του 2014 (ΦΕΚ α'85/7-4-2014) ίσχυσε κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ένδικης αγωγής, "είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης, αν δεν προσκομισθεί από τον υπόχρεο σε Ε.Ν.Φ.Ι.Α., το πιστοποιητικό των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου αυτού".
Η διάταξη αυτή είναι φορολογικής φύσης και θεσπίστηκε για να διασφαλίσει το φορολογικό δικαίωμα του Δημοσίου, η δε παράβαση της δεν δημιουργεί διαδικαστικό απαράδεκτο, από το οποίο να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε απαράδεκτα, που οδηγούν στην απόρριψη του ένδικου βοηθήματος.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το αρθ. 559 αρ. 1ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι έκρινε ότι για το παραδεκτό της συζήτησης της ένδικης αγωγής δεν απαιτείται πιστοποιητικό περί καταβολής του ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (Ε.Ν.Φ.Ι.Α.), είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αφορά σε παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αλλά διάταξη φορολογικής φύσης, που θεσπίστηκε για να διασφαλίσει το φορολογικό δικαίωμα του Δημοσίου, η οποία δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη πε'ριπτωση, διότι έρχεται σε ευθεία αντίθεση, τόσο με τα άρθρα 17, 20 και 25 του Συντάγματος, όσο και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι δεν αφορά στην προστασία των συναλασσομένων σε σχέση με τα ακίνητα, ούτε επιδιώκει την παροχή δικαστικής προστασίας αυτών, ώστε να αποτελεί ειδική διαδικαστική προϋπόθεση μιας εμπράγματης αγωγής και προαπαιτούμενο, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας (ΑΠ 1143/2019).
VIII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, το παράβολο πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν στους ηττώμενους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά παραδοχή του αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2, 495 παρ. 3ΚΠΟλΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-12-2017 αίτηση των Π. Μ. (που υπεισήλθε στη θέση της αποβιώσασας 1ης αρχικής αναιρεσείουσας Ε. συζ. Γ. Μ.), Ά. συζ. Ε. Τ. και Κ. Κ. για αναίρεση της 33/2017 απόφασης του (Μονομελούς) Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατικής Έδρας Κω).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700)
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ