Legislator Case Law & Legislation
583/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property ownership ruling regarding non-exchangeable land under 1939 law.

Case Number 583/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting its claim to property ownership. The State argued that the land was part of an exchangeable property subject to a statute of limitations, but the lower courts found the specific parcel was not exchangeable. The Court ruled the appeal inadmissible because the appeal's premise—that the land was exchangeable—was factually incorrect, rendering the legal argument regarding the statute of limitations baseless.

Legislator headnote

AI generated

Art. 9 para. 2 of Law 1909/1939; Art. 3 para. 1 of Decree 24.10/31.10.1940: An appeal based on the erroneous premise that a specific parcel is exchangeable property is inadmissible if the lower courts correctly determined the parcel was not exchangeable.

Keywords

AI generated
exchangeable property statute of limitations property ownership inadmissible appeal 1939 law factual premise state liability

Cited Legislation

AI generated
Art. 9 para. 2 of Law 1909/1939
Art. 3 para. 1 of Decree 24.10/31.10.1940
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 279 of the Civil Code
Art. 280 of the Civil Code
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 3693/57
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 583 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 583/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Μαρτίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ηλία Νίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Χ. Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Χρυσάνθη Παπουτσιδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθμ 27076/ΤΠ/4210/1989 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38884/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 709/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-4-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 15-10-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με τη διάταξη της παρ. 2 περίοδος 2 του άρθρου 9 του α.ν. 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων ανταλλαγμένων μουσουλμάνων", επιτράπηκε με βασιλικά διατάγματα η επέκταση και επί των κτημάτων αυτών των περί διοίκησης, εκποίησης και προστασίας των δημόσιων κτημάτων διατάξεων του από 11 Νοεμβρίου 1929 διατάγματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν. 1539 κα 1540/1938 ή ορισμένων από τις εν λόγω διατάξεις και ο καθορισμός διαδικασίας εξώδικης λύσης των εκκρεμών ή μη διαφορών, είτε ανάγονται οι τελευταίες σε πραγματικά ή ενοχικά δικαιώματα με τον περιορισμό, όμως, ότι με την εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί να αποκλειστεί οριστικά η αρμοδιότητα των τακτικών δικαστηρίων.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του Β.Δ/τος της 24.10/31.10.1940 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των περί διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 9 του α.ν. 1909/1939", ορίζεται ότι το δικαίωμα της κυριότητας και κάθε εμπράγματο δικαίωμα, εκτός της υποθήκης και της προσημείωσης, που προβάλλονται από οποιονδήποτε τρίτο, κάτοχο ή όχι, επί των κτημάτων, που από την έναρξη ισχύος του εν λόγω ΒΔ και εφεξής καταλαμβάνονται, ως ανταλλάξιμα, από την ΥΔΑΜΚ (Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων) πρέπει μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.5 αυτού οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, να γνωστοποιηθούν με αίτηση αναγνώρισης του δικαιώματος των αιτούντων, η οποία υποβάλλεται από τους ενδιαφερομένους δια μέσου της Διεύθυνσης Δημοσίου Λογιστικού, στο κατά το άρθρο 6 του από 29.9.1939 Β.Δ/τος "περί οργανώσεως της υπηρεσίας διαχειρίσεως ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων" Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, για απαιτήσεις κατά της ανταλλάξιμης περιουσίας.

Μετά την εξάντληση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο αυτό (6) υποχρεούνται όσοι δεν αποδέχονται τη σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών να εγείρουν μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση σ' αυτούς της απόφασης αυτής του Υπουργού, τακτική αγωγή περί διεκδίκησης των παραπάνω δικαιωμάτων τους.

Δικαιώματα από τα παραπάνω, για τα οποία δεν υποβλήθηκε εμπρόθεσμα η εν λόγω αίτηση προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο ή δεν ασκήθηκε η κατά το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σχετική αγωγή παραγράφονται". Στη συνέχεια με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν.930/1943 ορίστηκε ότι "η αληθής έννοια των διατάξεων του άρθρου 3 του από 24.10/31.10.1940 Β.Δ. "περί τροποποιήσεως κλπ" είναι ότι αι υπ' αυτού προβλεπόμενοι προθεσμίαι γνωστοποιήσεως δικαιωμάτων τρίτων, προσφυγής εις το Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον, εγέρσεως αγωγών και συνεχίσεως εκκρεμών δικών μετά την παρέλευσιν των οποίων κηρύσσονται παραγεγραμμένα τα σχετικά δικαιώματα και απαιτήσεις αυτών, αποτελούν αποκλειστικάς προθεσμίας και όχι παραγραφάς".

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι θεσπίστηκε βραχυπρόθεσμη αποσβεστική (αποκλειστική) προθεσμία, βάσει της οποίας αποσβέννυνται τα εμπράγματα δικαιώματα τα οποία προβάλλονται επί των ανταλλαξίμων κτισμάτων, με δύο τρόπους, δηλαδή είτε με την πάροδο έτους για την υποβολή αίτησης προς διοικητική αναγνώριση αυτών, είτε με την πάροδο έτους για την άσκηση της σχετικής αγωγής, η οποία (αποκλειστική προθεσμία) αρχίζει, στην μεν πρώτη περίπτωση από την οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, ενώ στη δεύτερη από την κοινοποίηση της απορριπτικής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών.

Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 4 του Β.Δ/τος της 29.9/4.10.1939 ορίζεται ότι "κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και μέχρι την έκδοση της άνω αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών αναστέλλεται κάθε σχετική παραγραφή και προθεσμία". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι για όλες τις περιπτώσεις, αφετηρία του χρόνου της ετήσιας αποσβεστικής, κατά τα άνω προθεσμίας των αξιώσεων επί των παραπάνω κτημάτων, αποτελεί πάντοτε η γνώση από μέρους των ενδιαφερομένων της κατάληψης των κτημάτων αυτών ως ανταλλαξίμων, η οποία να προκύπτει από τις παραπάνω κοινοποιήσεις προς αυτούς και δεν αρκεί για την έναρξη του χρόνου της προθεσμίας η με οποιοδήποτε άλλο τρόπο γνώση των ενδιαφερομένων της γενομένης κατάληψης ή της σύνταξης του σχετικού πρωτοκόλλου ή της παρόδου των οριζομένων στην παρ. 3 του άρθρου 6 του Β.Δ.

προθεσμιών, για την έκδοση της γνωμοδότησης του Γνωμοδοτικού

Συμβουλίου και της λήψης της απόφασης του Υπουργού, που ορίζεται μέσα σε έξι μήνες από της υποβολής της σχετικής αίτησης ως προς τη γνωμοδότηση και σε δύο μήνες από την έκδοση της γνωμοδότησης προς τη λήψη της Υπουργικής απόφασης. Οι προϋποθέσεις αυτές της έναρξης του χρόνου της ετήσιας προθεσμίας, δεν άλλαξαν με το ν.δ. 1042/1946, με το άρθρο 4 του οποίου επιτράπηκε η έγερση της αγωγής κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, μέσα σε έξι μήνες από της ισχύος του, ούτε και με τον ν.2283/1952, με το άρθρο 14 παρ.1 του οποίου, παρατάθηκε για ένα ακόμη έτος από την έναρξη της ισχύος του, ο χρόνος άσκησης της αγωγής και στη συνέχεια με το άρθρο 15 παρ.4 του Ν.Δ. 547/1970 για έξι μήνες και με το άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 357/1976 για άλλους έξι μήνες η έγερση της αγωγής αυτής, αφού για να συμπληρωθεί ο νέος χρόνος λήξης της παραγραφής, η οποία ορίστηκε με τις διατάξεις αυτές, έπρεπε να είχε αρχίσει η διαδρομή αυτού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραπάνω διατάξεις.

Ειδικότερα, από τις προμνημονευόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι μέσα στα όρια της εξουσιοδότησης, που χορηγήθηκε στην εκτελεστική εξουσία καθιερώθηκε από το άρθρο 3 του από 24.10.1940 Β.Δ/τος εξώδικη διαδικασία επίλυσης των διαφορών από τη διαχείριση των ανταλλάξιμων κτημάτων και τάχθηκε ετήσια προθεσμία από την έναρξη της ισχύος του πιο πάνω Β.Δ/τος στους προσφεύγοντες στα τακτικά δικαστήρια προς διεκδίκηση των κτημάτων αυτών να υποβάλουν την κατά το άρθρο 6 του από 29.9.1939 Β.Δ/τος αίτηση στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, οι απαγγελόμενες όμως κυρώσεις της αποσβεστικής προθεσμίας του περί διεκδίκησης δικαιώματος του αιτούντα και της κατάργησης της εκκρεμούς δίκης σε περίπτωση παραμέλησης των πιο πάνω προθεσμιών κείνται εκτός της εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε, για την οποία δεν χορηγείται στην εκτελεστική εξουσία τέτοιο δικαίωμα και στερούν το διάδικο οριστικά της προστασίας των τακτικών δικαστηρίων, η οποία ρητά επιφυλάσσεται από τη διάταξη του άρθρου του α.ν. 1909/1939 και, συνακόλουθα, δεν συνεπάγονται καμιά επιζήμια έννομη συνεπεία (ΑΠ 225/2016, ΑΠ 1723/2013, ΑΠ 1354/2010).

II. Ο από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.

III. Η επισκοπούμενη αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει επακριβώς τα εξής σε αυτήν διαλαμβανόμενα: "Στην προκειμένη περίπτωση από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων (δύο μαρτύρων της ενάγουσας και ενός του εναγομένου) ενώπιον των αναπληρωτών του ορισθέντος με την 696/1990 πράξη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εισηγητή δικαστή, οι οποίες περιέχονται στη 10522/2004 έκθεση εξέταση μάρτυρος, από την 48821/2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος με την ίδια ανωτέρω πράξη ως πραγματογνώμονος Αναστασίου Κυρατζή, τοπογράφου μηχανικού, από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, καθώς και από τις παρακάτω ομολογίες τους που περιλαμβάνονται στις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του παρόντος δικαστηρίου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Η ενάγουσα Α. Φ. αγόρασε το 1960 ατύπως από τους κατοίκους της ... Ε. Χ. ή Α., Κ. Θ. ή Π. και Γ. Μ. υιό Μ., το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 205 τ.μ που βρίσκεται στην εκτός σχεδίου πόλεως περιοχή του Δήμου ..., επί της οδού ..., νοτίως της διανοιχθείσης οδού .... Το ακίνητο αυτό συνορεύει γύρωθεν με την οδό ..., με πάροδο Μ., με ακίνητο Π.

Τ. και με ακίνητο Σ. Φ.. Αυτό αποτελεί τμήμα μείζονος εκτάσεως συνολικού εμβαδού 12.540 τ.μ. ευρισκομένης εξ ολοκλήρου μεταξύ των δύο κλάδων του παλαιού χειμάρρου "...", γνωστής με την ονομασία "..." .... Η αρχικώς μεγαλύτερη ως άνω έκταση κατατμήθηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 από τους προαναφερόμενους κατοίκους της ...

σε μικρά ακίνητα, υπό μορφή οικοπέδων, τα οποία πωλήθηκαν ατύπως σε δεκάδες αγοραστές. Μεταξύ αυτών καταλέγεται και το πωληθέν ατύπως στην ενάγουσα επίδικο ακίνητο. Η τελευταία, από το έτος 1960 που το αγόρασε, το περιέφραξε με σιδερένιους πασσάλους και αγκαθωτό σύρμα και φύτεψε δένδρα σ'αυτό. Δύο- τρία έτη αργότερα άλλαξε την περίφραξη, αντικαθιστώντας την με τσιμεντένιες κολώνες και δικτυωτό πλέγμα, και άρχισε την κατασκευή κατοικίας επ'αυτού, κτίζοντας κατ'αρχήν ένα δωμάτιο, ένα σαλόνι και τουαλέτα.

Αργότερα και μέχρι το 1975 προσέθεσε τμηματικά ένα ακόμη δωμάτιο και κουζίνα, προκειμένου να καλύψει τις στεγαστικές της ανάγκες (βλ. τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης). Η κατοικία αυτή είχε συνδεθεί με τα δίκτυα ύδρευσης και παροχής ηλεκτρισμού (βλ. κατάθεση μάρτυρος εναγομένου). Έτσι η ενάγουσα νεμόταν με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο ασκώντας εττ' αυτού τις ανωτέρω διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του.

Η νομή του, που άρχισε από το έτος 1960 οπότε και περιήλθε στην κατοχή της ενάγουσας με την αγορά του, συνεχίστηκε αδιαλείπτως και αδιαταράκτως έως και το έτος 1985, οπότε το γραφείο ΔΑΠ …. συνέταξε το 1545/16.9.1985 πρωτόκολλο κατάληψης της ανωτέρω μείζονος εκτάσεως των 12.540 τ.μ, στην οποία εμπίπτει και το επίδικο, ως αποτελούσας ανταλλάξιμη περιουσία, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι αυτή ανήκε στον ανταλλαγέντα Μουσουλμάνο Ι.

Χ.. Στο πρωτόκολλο αναφέρεται ότι το σύνολο της ως άνω έκτασης καλύπτεται από δρόμους, διόδους και αυθαίρετους κατόχους, οι οποίοι ανήγειραν οικίες και παραπήγματα σύμφωνα με τον συνημμένο στο πρωτόκολλο κτηματολογικό πίνακα. Μνεία τίτλου περί των δικαιωμάτων του ανωτέρω μουσουλμάνου στη μείζονα έκταση δεν γίνεται στο πρωτόκολλο.

Στον συνημμένο στο πρωτόκολλο πίνακα των φερομένων ως αυθαιρέτων κατόχων της περιοχής γίνεται καταγραφή και αρίθμηση των οικοπέδων που δημιουργήθηκαν επ'αυτής, προσδιορίζεται η έκτασή τους και αναφέρονται τα ονόματα των κατόχων τους. Από τα 35 οικόπεδα του πίνακα, το επίδικο φέρει αύξοντα αριθμό 19 και το εμβαδό του προσδιορίζεται σε 205 τ.μ., ενώ ως κάτοχος του αναφέρεται η ενάγουσα.

Τα προαναφερόμενα δύο όμορα ακίνητα από τα οποία οριοθετείται το επίδικο φέρουν αύξοντες αριθμούς …., με κατόχους τους Τ. Π., Τ. Ν. και Τ. Χ., και 18, με κάτοχο τη Σ. Φ.. Κατά του ανωτέρω πρωτοκόλλου η ενάγουσα, όπως και άλλοι από τους κατόχους τμημάτων της ίδιας περιοχής, άσκησε εμπροθέσμως την από 3.10.1985 ένστασή της ενώπιον του Διευθυντή της Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων ως προϊσταμένου του Γραφείου Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου Περιουσίας.

Με αυτήν αρνήθηκε το χαρακτηρισμό του επιδίκου ως ανταλλαξίμου και την κυριότητα του ως άνω ανταλλαγέντος Μουσουλμάνου επί της ευρύτερης εκτάσεως, επικαλούμενη δε την άτυπη αγορά του από τους προαναφερόμενους κατοίκους της …..καθώς και την αδιατάρακτη και αδιάλειπτη νομή της για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ζήτησε την εξαφάνιση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου κατά το μέρος του το αναφερόμενο στο συγκεκριμένο ακίνητο.

Η ένστασή της απορρίφθηκε με την ΕΔΚ 6156/12.2.1986 απόφαση του Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων …., που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 7.4.1986. Μετά την απόρριψη της ένστασής της (καθώς και των ενστάσεων άλλων κατόχων παρομοίων τμημάτων), η ευρύτερη έκταση των 12.540 τ.μ, για την οποία συντάχθηκε το ανωτέρω πρωτόκολλο, καταχωρήθηκε, βάσει της 643/18.12.1986 απόφασης της ΕΔΑΠ, στο κτηματολόγιο ανταλλαξίμων κτημάτων της ΔΑΠ ….

με αύξοντα αριθμό κτήματος 9684/Α. Στη συνέχεια η ενάγουσα υπέβαλε εμπροθέσμως τη με αριθμό πρωτοκόλλου ….55/21.4.1986 αίτησή της προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο του άρθρου 6 του β.δ. 29-9/4-10-1939, προβάλλοντας το δικαίωμα κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο και αμφισβητώντας την ιδιότητά του ως μέρους ανταλλαξίμου κτήματος, ανήκοντος στον αναγραφόμενο στο πρωτόκολλο ανταλλαγέντα μουσουλμάνο.

Αυτή η ακολουθηθείσα διοικητική διαδικασία συνομολογείται και από τις δυο διάδικες πλευρές. Επί της αιτήσεως της ενάγουσας προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο δεν εκδόθηκε, όπως επίσης συνομολογείται, γνωμοδότησή του, ούτε βεβαίως και σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που να τη δέχεται ή να την απορρίπτει.

Το επίδικο ακίνητο, όπως και η ευρύτερη έκταση, για την οποία εκδόθηκε το προαναφερόμενο πρωτόκολλο κατάληψης, δεν ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο και ειδικότερα στον Ι. Χ., όπως αβασίμως διατείνεται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. Τόσο στο Μακεδονικό αρχείο, όσο και στο αρχείο της ΔΑΠ …. δεν ανευρέθηκε τίτλος εξουσίασης σε αυτό το όνομα ως προς τη συγκεκριμένη έκταση.

Σχετική εγγραφή δεν υπάρχει ούτε καν στα τουρκικά φορολογικά βιβλία. Ο μάρτυρας του δημοσίου κατέθεσε απλώς ότι ο ως άνω .μουσουλμάνος εξουσίαζε άλλα γειτονικά κτήματα, ευρισκόμενα δυτικώς της έκτασης των 12540 τ.μ. και πέραν της μίας κοίτης του ρέματος "Σ. Ν.", που την οριοθετεί, αυτό δε το στοιχείο οδήγησε τα αρμόδια όργανα του εκκαλούντος να θεωρήσουν ότι εξουσίαζε και τη συγκεκριμένη έκταση.

Το συμπέρασμα όμως αυτό είναι εντελώς υποθετικό, το δε δικαστήριο δεν είναι δυνατό να οδηγηθεί σε διαφορετική από την παραπάνω κρίση στηριζόμενο απλώς στο παραπάνω κατατεθέν πραγματικό περιστατικό της εξουσιάσεως άλλων γειτονικών κτημάτων από τον προαναφερθέντα μουσουλμάνο. Το παραπάνω αβάσιμο υποθετικό συμπέρασμα, που οδήγησε στην έκδοση του πρωτοκόλλου κατάληψης της έκτασης των 12540 τ.μ., υπήρξε μάλιστα και όψιμο, αφού τα γειτονικά ακίνητα ΑΚ 19464 και 20084, τα ανήκοντα στον Ι.

Χ., καταλήφθηκαν από το εκκαλούν ως ανταλλάξιμα κατά το έτος 1961 δυνάμει των 881/16-12-1959 και 909/4-1-1961 πρωτοκόλλων κατάληψης, ενώ αυτό δεν προέβη τότε στην κατάληψη και της έκτασης των 12540 τ.μ. που είχε ήδη αρχίσει να οικοπεδοποιείται και να οικοδομείται, προέβη δε στην κατάληψή της μετά την πάροδο 24 ετών. Για το γεγονός ότι δεν ανευρέθηκε τίτλος εξουσιάσεως (ταπί) ή αντίστοιχη εγγραφή στα τούρκικα φορολογικά βιβλία επ'ονόματι ανταλλαγέντος Οθωμανού ως προς το επίδικο ακίνητο αποφάνθηκε με την παραπάνω έκθεσή του και ο ορισθείς από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονας, ο οποίος γνωμοδότησε περαιτέρω και ότι το συγκεκριμένο ακίνητο δεν εμπίπτει εντός των ορίων του κτήματος Α.

Κ.. Κατόπιν όλων αυτών ανατράπηκε το τεκμήριο ανταλλαξιμότητας, το στηριζόμενο στην καταχώρηση του ΑΚ 9684/Α μείζονος ακινήτου στο κτηματολόγιο ανταλλαξίμων κτημάτων της ΔΑΠ …., το επίδικο δε ακίνητο δεν ήταν, έως τουλάχιστον τη σύνταξη του πρωτοκόλλου κατάληψης και την ως άνω καταχώρηση, ανεπίδεκτο χρησικτησίας ως ανήκον σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο".Βάσει των ανωτέρων επισκοπηθεισών παραδοχών το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του (νυν) αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 38884/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή αναγνωριστική κυριότητος αγωγή της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου ακινήτου.

IV. Το αναιρεσείον με τον (μοναδικό) λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο (Τριμελές) Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη, 709/10, απόφασή του υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις περί ανταλλαξίμου περιουσίας ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη (σε συνδ. με άρθρ. 279 και 280 ΑΚ, τα οποία προβλέπουν αντιστοίχως για την αποσβεστική προθεσμία, που εφαρμόζονται αναλόγως οι περί παραγραφής διατάξεις και ότι η αποσβεστική προθεσμία που τάσσεται από το νόμο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως), στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των οποίων αν προέβαινε, δεν θα απέρριπτε ως μη νόμιμη την ένσταση που προέβαλε τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο , η οποία συνίστατο στο ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που είχε καταληφθεί ως ανταλλάξιμη και ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης, που αφορά στην αναγνώριση της κυριότητος της επί του εν λόγω ακινήτου, είχε ήδη αποσβεσθεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής της. Ο λόγος

αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε λανθασμένη προϋπόθεση. Ειδικότερα: Η ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών διατάξεων προϋποθέτουν την ιδιότητα του ακινήτου ως ανταλλαξίμου κτήματος, κατά την άνω αναλυομένη έννοια.

Εν προκειμένω, όμως, κατά τα δεκτά γενόμενα υπό του Εφετείου, το επίδικο ακίνητο δεν ήταν ανταλλάξιμο, ήτοι δεν ανήκε σε ανταλλαγέντα μουσουλμάνο και, ειδικότερα, στον Ι. Χ., κατά τα ως άνω. Επομένως, είναι αβάσιμα, τα περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προρρηθεισών (ουσιαστικών) διατάξεων, παρά τα όσα σχετικώς διατείνεται το αναιρεσείον, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, η αίτηση αναιρέσεως καθίσταται απορριπτέα, στο δε ηττώμενο αναιρεσείον πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του αιτήματός της, μειωμένη όμως (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 παρ. 3693/57 ως ισχύει), συμφώνως προς το διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 10-4-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Α. Φ. περί αναιρέσεως της 709/2010 αποφάσεως του Εφετείου (Τριμελούς ) Θεσσαλονίκης. Και -Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστικη δαπάνη της αναιρεσίβλητης το ποσόν της οποίας ορίζει σε τριακόσια ευρώ(300 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Μαίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ