Supreme Court dismisses appeal on public land ownership dispute, upholding lower court's finding of private title.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State against the First Instance Court's ruling regarding a disputed property. The State claimed the land was public domain acquired as a successor to the Turkish State, but the lower court found it belonged to private individuals based on official records. The Court upheld this decision, rejecting the State's arguments as unsupported by evidence and noting the appeal's procedural flaws.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal challenging a lower court's finding of private ownership over public land is inadmissible when the claimant fails to prove the land's public status and the lower court's reasoning is sufficient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 583 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 583/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Ε. Κ., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος δικηγόρος Εμμανουήλ Χαλκιαδάκης, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε την 24-12-2015 και κληρονομήθηκε από τους νομίμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του α) Ι. Κ. του Ε., κάτοικο ... β) Θ. Κ. του Ε., κάτοικο ..., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2010 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, και 79/2014 του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 4-11-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 12-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’, 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (Ολ ΑΠ 22/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται, από το προσκομιζόμενο από 28-12-2015 αντίγραφο της .../2015 ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε ο Ληξίαρχος Αθηνών στις 28-12-2015, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ε. Κ. απεβίωσε 24-12-2015 στο .... Ο τελευταίος, κατά τον χρόνο του θανάτου του, πλησιέστερους εν ζωή συγγενείς και χωρίς διαθήκη κληρονόμους του είχε τη σύζυγό Δ.
Κ. και τα τέκνα του Ι. και Θ. Κ.. Από αυτούς η μεν σύζυγός του Δήμητρα αποποιήθηκε την κληρονομία, τα δε παιδιά του δεν την αποποιήθηκαν, όπως προκύπτει από τα σχετικά πιστοποιητικά που προσκομίζονται, ενώ ήδη έχει παρέλθει και η κατ’ άρθρο 1847 εδάφ. α ΑΚ τετράμηνη προθεσμία για αποποίηση της κληρονομίας. Τα ως τέκνα του αναιρεσίβλητου, με την ιδιότητά τους αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσαν, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο αυτού και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου του δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 79/2014 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 6/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη αίτηση του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο του ακινήτου που περιγράφεται και φέρεται ότι ανήκει σε άγνωστο ιδιοκτήτη, ώστε να καταχωρηθεί η εν λόγω ιδιοκτησία στο όνομά του κατ’ αποκλειστική κυριότητα και απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να καταχωρηθεί το ακίνητο αυτό ως δασική έκταση στην κυριότητά του.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 αρ.4 και 216 παρ.1 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία, ως αναγόμενη στη δημόσια τάξη, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.
Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η διάταξη του άρθρου 224 εδ.β’ ΚΠολΔικ παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες και μάλιστα εκείνους που αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος.
Μπορεί, δηλαδή, ο ενάγων, βάσει της πιο πάνω διάταξης (σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 236 ΚΠολΔικ) να συμπληρώσει με τις προτάσεις του, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας, έτσι, την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που αναφέρεται στην εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων, δεν μπορεί, όμως, να αναπληρώσει τη νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση αυτού τούτου του περιστατικού που απαιτείται κατά το νόμο για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία. Κατά δε τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σ’ αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του.
Τις υλικές αυτές πράξεις πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγων που επικαλείται τη χρησικτησία και εφόσον αμφισβητούνται αποδεικνύονται από αυτόν και δεν αρκεί η έκφραση ότι ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο με διάνοια κυρίου χωρίς αναφορά των υλικών πράξεων που ενήργησε στο ακίνητο. Μπορεί, όμως, να συμπληρώσει παραδεκτά την αγωγή με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό όσον αφορά τις υλικές πράξεις που ενήργησε στο ακίνητο, θεραπεύοντας, έτσι, την (ποσοτική - ποιοτική) αοριστία αυτής.
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔικ, "πράγμα", η λήψη ή μη του οποίου ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελεί και η βάση της αγωγής, καθώς και τα προς θεμελίωση αυτής περιστατικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ακόμη κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔικ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔικ.
Έτσι η νομική, ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας και ελέγχονται αναιρετικώς η πρώτη από την αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και οι λοιπές από τους αρ. 14 ή 8 του ίδιου άρθρου για να στηρίξουν επαρκώς τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις αυτές λόγους αναίρεσης πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νομίμως σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔικ.
Νομίμως δε θεωρείται ότι έχει προταθεί στην τακτική διαδικασία ο περί αοριστίας ισχυρισμός από τον εναγόμενο εκκαλούντα μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή [ΚΠολΔικ 561 παρ. 2] επισκόπηση της ένδικης - από 28-12-2010 αίτησης ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος ότι είναι κύριος με έκτακτη χρησικτησία του ακινήτου που περιγράφεται, καθόσον <<......από της κτήσεώς του [1970] έως και σήμερα ενεργώ σ’ αυτό συνεχώς, αδιαλείπτως, ανενοχλήτως, καλοπίστως και με διάνοια κυρίου, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του και τον προορισμό του πράξεις νομής, έχοντας καταστεί με αυτό τον τρόπο κύριος τούτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας........>>, ζήτησε να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως <<άγνωστου ιδιοκτήτη>> του ακινήτου και να καταχωρηθεί ως δική του ιδιοκτησία.
Η αίτηση συμπληρώθηκε ως προς τις συγκεκριμένες και εμφανείς υλικές πράξεις νομής, που ισχυρίζεται ότι ασκούσε ο αιτών στο εν λόγω ακίνητο, με τις από 20-9-2011 έγγραφες προτάσεις του της πρώτης συζήτησης στον πρώτο βαθμό, <<.....με τη συλλογή των καρπών των σε αυτό φυομένων χαρουπόδενδρων και ελαιοδένδρων μου, με την εκμίσθωση της χορτονομής του σε κτηνοτρόφους, με την επίβλεψη των ορίων του και με την εν γένει επιμέλειά του, συνεχίζοντας τις ίδιες πράξεις νομής της δικαιοπαρόχου μου-μητέρας μου και των δικαιοπαρόχων της, οι οποίοι και το καλλιεργούσαν με σιτηρά και ψυχανθή, διαμορφώνοντας στο έδαφός του <<πεζούλες>> [αναβαθμίδες] στηριζόμενες σε <<τράφους>> και <<δετάδες>> που κατασκεύασαν - έκτισαν σε αυτό, για την ευχερέστερη χρήση του και την καλλιέργειά του, δηλαδή επί χρόνο μεγαλύτερο της 40ετίας .....>>.
Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αίτηση, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε με τις έγγραφες προτάσεις του αιτούντος της πρώτης συζήτησης, είναι επαρκώς ορισμένη. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη αίτηση, όπως όφειλε, κατά το αναιρεσείον, μετ’ αποδοχή του περί αοριστίας αυτής λόγου έφεσης, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τα άρθρα 1 παρ.1α και 3, 6 παρ.1-3, και 7, 9, 13,15 του ν.2664/1998, όπως ισχύουν μετά τους ν.3127/2003, 3481/2006 και 3559/2007, προκύπτει ότι όταν πρόκειται για ακίνητο το οποίο στα κτηματολογικά βιβλία και συγκεκριμένα στις πρώτες εγγραφές φέρεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", ο ισχυριζόμενος ότι είναι κύριος του ακινήτου αυτού ή δικαιούχος οποιουδήποτε άλλου εγγραπτέου στο Κτηματολόγιο δικαιώματος επί του ακινήτου, και επιπλέον, κατ’ αναλογική εφαρμογή της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου (6 του ν. 2664/1998), και όποιος έχει έννομο συμφέρον (π.χ.
δανειστής του πραγματικού κυρίου), μπορεί, προκειμένου να διορθώσει την ανακριβή αυτή εγγραφή, να υποβάλει αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου, δικάζοντος κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία θα ζητεί τη διόρθωση του οικείου κτηματολογικού φύλλου, ώστε αντί "άγνωστος" να αναγράφεται ο πραγματικός κύριος.
Σύμφωνα δε με την παράγραφο 3 του άρθρου 6 του ίδιου νόμου, η ρυθμιστέα έννομη σχέση που επιτρέπει ο νομοθέτης να εξεταστεί κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας είναι η ορθότητα ή μη της πρώτης εγγραφής στις σχετικές κτηματολογικές εγγραφές οι οποίες αφορούν εγγραφή που έχει καταχωρηθεί σε "άγνωστο ιδιοκτήτη" και εξετάζεται υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών έχει εγγραπτέο στο κτηματολόγιο δικαίωμα, το οποίο ελέγχεται παρεμπιπτόντως, αφού αποτελεί προϋπόθεση για τη ζητούμενη διόρθωση, χωρίς όμως το ζήτημα αυτό, δηλαδή η ύπαρξη ή μη του εν λόγω δικαιώματος, να καλύπτεται από την απόφαση που εκδίδεται επί της εν λόγω αίτησης με ισχύ δεδικασμένου.
Τα αυτά ισχύουν και για την κύρια παρέμβαση και, συνεπώς, όποιος έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης οφείλει αφενός μεν να εκθέτει ότι έχει εγγραπτέο στο κτηματολόγιο δικαίωμα και αφετέρου να ζητεί την εγγραφή αυτού του δικαιώματος στα κτηματολογικά βιβλία. Σύμφωνα με τα παραπάνω, δηλαδή, αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή την διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητουμένου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του υπάρχοντος δικαιώματος.
Συνέπεια των προαναφερθέντων είναι: α) το ότι ο νόμος δεν προβλέπει την απεύθυνση της αίτησης εναντίον οποιουδήποτε, όπως του Ελληνικού Δημοσίου, του Ο.Κ.Χ.Ε. ή του Προϊσταμένου του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου ή άλλου, εάν δε τυχόν η αίτηση απευθυνθεί εναντίον τρίτου, δεν καθίσταται ο τελευταίος διάδικος από το γεγονός και μόνο τούτο, και β) το ότι δεν απαιτείται να ζητηθεί με την εν λόγω αίτηση η αναγνώριση δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, ούτε να περιληφθεί αντίστοιχη διάταξη στην απόφαση που θα εκδοθεί, καθώς αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται δεν είναι η αυθεντική διάγνωση δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για την ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου.
Γι’ αυτό άλλωστε η διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 του ν. 2664/1998, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του ν. 3481/2006, αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής και όχι και στην αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ν.2664/1998 στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας [ ΑΠ 1364/2014, ΑΠ 148/2014, ΑΠ 632/2013, ΑΠ 309/2012].
Περαιτέρω κατά το άρθρο 3 του ν. της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) του Οθωμανικού Κράτους περί γαιών, δημόσιες γαίες ήσαν, πλην άλλων, τα δάση και τα παρόμοια, ρητά δε οριζόταν ότι οι δημόσιες αυτές γαίες ανήκαν στο Δημόσιο και παραχωρούνταν (Ιχαλέ σε τεσφής) από την Κυβέρνηση. Με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή της δια του Νόμου ΔΣΙΓ’ της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε, ότι στις νέες χώρες που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρο, Κρήτη, νήσους του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η ελληνική αστική νομοθεσία.
Διατηρούνται όμως εν ισχύϊ αι περί γαιών διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα επ’ αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμεναις χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτός περιορισμός της ισχύος του νόμου περί γαιών μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ’ αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια.
Εξάλλου, ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, ο οποίος έχει εν προκειμένω εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, διέλαβε εις μεν το άρθρο 293 ότι: "ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητον δυνάμει τίτλου κατά τους νομίμους τόπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής", εις δε το άρθρο 295 ότι "ο επί είκοσι συνεχή έτη νεμόμενος ακίνητο κτήται την κυριότητα αυτού".
Μετά τις διατάξεις αυτές, που και οι δύο αφορούν, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κώδικος τούτου χρησικτησία που άρχισε και συμπληρώθηκε από το κράτος της ισχύος αυτού (Κρητ. Αστ. Κωδ.), προς το σκοπό όπως χρησιμοποιηθεί για τη χρησικτησία και ο προ της ισχύος του διαρρεύσας χρόνος νομής δια του άρθρου 1356 όρισε ότι "ο χρόνος της χρησικτησίας άρχεται αφ’ ης υπήρξαν πάντα τα προς αυτήν απαιτούμενα υπ’ αυτού προσόντα, εάν όμως κατά την έναρξη της ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο προς χρησικτησίαν χρόνος ή υπολείπεται προς συμπλήρωσιν αυτού χρονικόν διάστημα έλασσον της πενταετίας η κυριότης δεν αποκτάται πριν παρέλθωσι πέντε από της ισχύος του νόμου έτη", εν συνεχεία δε δια του επόμενου άρθρου 1357 όρισε ότι "η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής συνεχής νομή προς απόκτησιν κυριότητος λογίζεται αφ’ ης ημέρας ήρξατο, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος νομήν", θέσας ούτως, προκειμένου περί της εκτάκτου κατά το άρθρο 295 χρησικτησίας, ως όρον - προϋπόθεση δια την, κατά την προηγούμενη διάταξη του άρθρου 1356, χρησιμοποίηση του διαδραμόντος χρόνου της προαρξάμενης νομής την ύπαρξη και εξακολούθηση αυτής (νομής) κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος αυτού (Κρητ.
Αστ. Κωδ.). Περαιτέρω, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του αυτού Κώδικος (Κρητ. Αστ. Κωδ.) προκύπτει, ότι επί εκτάκτου χρησικτησίας ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, επί τακτικής δε ο ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση της χρησικτησίας, τον χρόνο νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλο, μεταγραφή του και καλή πίστη) του δικαιοπαρόχου του, από δε τη διάταξη του άρθρου 362 του ίδιου Κώδικος προκύπτει, ότι υπόκεινται σε χρησικτησία, μη εξαιρούμενα από αυτήν, τα δημόσια κτήματα.
Το τελευταίο άρθρο καταργήθηκε σιωπηρώς από το άρθρο 21 του ν.δ/τος 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι της ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του ν.
ΔΞΗ’ /1912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν εις την Κρήτη από 11.5.1915. Ενόψει της με τις ως άνω διατάξεις του τεθέντος εις ισχύν την 23.7.1904 Κρητ. ΑΚ και τις λοιπές ως άνω διατάξεις καθιερούμενης ρυθμίσεως και παρότι εις το Οθωμανικό δίκαιο, που ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι τον, κατά τα άνω, χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός ΑΚ (23.7.1904) ήταν άγνωστος ο θεσμός της χρησικτησίας, επί δημοσίου κτήματος στην Κρήτη ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία συμπληρούμενη μόνο μέχρι 11.5.1915, δια συνυπολογισμού, προκειμένου περί έκτακτης χρησικτησίας, μέχρι 15 ετών το πολύ χρόνου νομής προ του χρόνου έναρξης ισχύος του Κρητ.
ΑΚ (23.7.1904), προκειμένου δε περί τακτικής δια συνυπολογισμού και μέχρι πέντε ετών το πολύ με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη) νομής προ του κατά τα άνω χρόνου έναρξης ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα [ΑΠ 1345/2015, ΑΠ 485/2014]. Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011).
Ακόμη κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης για έλλειψη νομίμου βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης, που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ερμηνείας της.
Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, επί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Στην κτηματική περιφέρεια της πρώην κοινότητας ...
και σήμερα Δ.Δ. ... του Δήμου Αγίου Νικολάου και στην ειδικότερη θέση "..." βρίσκεται ακίνητο έκτασης 2.965τμ το οποίο φέρει Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) ... και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Μ. Δ. Α. (ΚΑΕΚ ...), δυτικά με ιδιοκτησία Κ. Γ. Τ. (ΚΑΕΚ ...) νότια με ιδιοκτησία Ν., Κ. και Ι. Ν. Κ. (ΚΑΕΚ ...) και ανατολικά με ιδιοκτησία Κ.
Ι. Π. (ΚΑΕΚ ...). Το ακίνητο αυτό, από τα μέσα του 19 αιώνα ακόμα, ανήκε εκ κληρονομιάς του πατέρα του, στον προπάππου του αιτούντα, Ε. Κ., ο οποίος, λόγω του ημιβραχώδους του εδάφους, το έσπερνε στα ενδιάμεσα καλλιεργήσιμα μέρη και συνέλλεγε τον καρπό των χαρουπόδενδρων και ελαιόδενδρων που υπήρχαν σε αυτό. Το έτος 1918, με την με αριθμό .../1918 πράξη Συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου, Εμμανουήλ Καλλιωράκη, ο προπάππους του αιτούντα, το ανωτέρω ακίνητο μαζί με άλλα ακίνητά του στην ίδια περιοχή και θέση, παραχώρησε λόγω δωρεάς στις τρείς θυγατέρες του, μεταξύ των οποίων η Κ.
Κ., σύζυγος Μ. Τ., γιαγιά του αιτούντος και η τελευταία, η οποία ήταν εκείνη που συνέχιζε για τον εαυτό της την καλλιέργειά του και το εκμίσθωνε σε τρίτους για την βόσκηση ζώων, με την με αριθμό .../1953 πράξη δωρεάς αιτία θανάτου του Συμβολαιογράφου Αγίου Νικολάου Πεδιαδίτη, το παραχώρησε στην θυγατέρα της, Ε.
Τ. συζ. Ι. Κ., μητέρα του αιτούντος, που, μαζί με τον σύζυγό της, το εκμίσθωνε για βοσκή σε τρίτους, μεταξύ αυτών και ο μάρτυρας που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Ι. Π., συνέλλεγε τον ελαιόκαρπο και τον καρπό των χαρουπόδενδρων, μάζευε τις πέτρες και έκανε δετάδες, τράφους και βαθμίδες στα καλλιεργήσιμα τμήματα του, μέχρι το έτος 1972 οπότε το παραχώρησε ατύπως στον αιτούντα, ο οποίος συνέχισε την συλλογή του καρπού των δένδρων και επέβλεπε τα όριά του από καταπατήσεις τρίτων, καθώς πλέον είχε εγκαταλειφθεί η καλλιέργειά του.
Με τον τρόπο αυτό ο αϊτών κατέστη κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς αυτός και πριν από αυτόν οι δικαιοπάροχοί του, από τα μέσα του 19 αιώνα, νεμόταν την επίδικη έκταση, ασκώντας τις προαναφερθείσες πράξεις νομής. Επιβεβαίωση των ανωτέρω αποδειχθέντων για την φύση του επιδίκου, ότι δηλαδή επρόκειτο για καλλιεργήσιμο αγρό, παρέχουν οι αεροφωτογραφίες του έτους 1945, οι οποίες, μάλιστα, από τον εξετασθέντα μάρτυρα του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, δασολόγο Ι.
Λ., χαρακτηρίζονται "καθοριστικές", όπου φαίνεται η επίδικη έκταση ότι ήταν καλλιεργημένη αλλά και προφανώς από την ερμηνεία των αεροφωτογραφιών του έτους 1984 που αναφέρει στην επ’ ακροατηρίω κατάθεσή του, ο ίδιος ανωτέρω μάρτυρας, με την από 3-3-2011 έκθεση αυτοψίας που συνέταξε βεβαιώνει ότι, κατά τον χρόνο εκείνο (1984), εμφαίνονται ακόμη τα ίχνη παλαιάς καλλιέργειας με ξερολιθιές και λιθοσωρούς και διάσπαρτες ελιές και χαρουπιές μη βιώσιμες, πλην, λόγω πλέον της εγκατάλειψης της καλλιέργειας, έχει αναπτυχθεί δασική βλάστηση σχίνου, ασπαλάθου και κέδρου.
Επομένως ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, ότι το επίδικο είναι δημόσια δασική έκταση την οποία απέκτησε αυτό ως διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αφού αποδείχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ότι ήταν αγρός που ανήκε σε ιδιώτες. Επιβεβαίωση της αναλήθειας του ισχυρισμού του παρέχει η βεβαίωση Υπηρεσίας του και δη η από 4-3-2011 βεβαίωση της Κτηματικής Υπηρεσίας Λασιθίου, ότι το επίδικο ακίνητο δεν είναι καταγεγραμμένο ως δημόσιο κτήμα, ούτε είναι κοινόχρηστη επικοιστική έκταση του Υπουργείου Γεωργίας.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω αποδειχθέντων, η εγγραφή του επιδίκου στο κτηματολόγιο του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίου Νικολάου με την ένδειξη "άγνωστος ιδιοκτήτης", προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας, από έκτακτη χρησικτησία, του αιτούντος>>. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.
Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο αυτής, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο με έκτακτη χρησικτησία, αφού εκτίθενται οι εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο από τον αναιρεσίβλητο και τους δικαιοπαρόχους, καθώς και το απαιτούμενο κατά νόμο χρονικό διάστημα άσκησής τους, της μη απόδειξης ότι αυτό περιήλθε στην κυριότητα του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και περί του ότι η εγγραφή στο Κτηματολογικό γραφείο Αγίου Νικολάου Κρήτης, με την οποία εμφανίζεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" με προσωρινό δικαιούχο το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, είναι ανακριβής.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι δε λόγοι κατά το μέρος αυτών, που δεν αιτιώνται παραβίαση των παραπάνω διατάξεων για το ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά εσφαλμένα δεν υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, αλλά στο ότι θα έπρεπε να γίνουν δεκτά άλλα πραγματικά περιστατικά, που το αναιρεσείον πρότεινε, τα οποία και πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, είναι απαράδεκτοι, γιατί υπό την επίφαση της παραβίασης των παραπάνω διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική, περί την εκτίμηση των πραγμάτων, κρίση του Δικαστηρίου.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο αίτημα αυτού [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2 και 22 ν.3693/1957].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-11-2014 αίτηση για αναίρεση της 79/2014 απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ