Supreme Court dismisses appeal against 6% interest rate for public bodies, ruling it constitutional and equal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by 46 individuals against the 6% interest rate applicable to debts of public bodies. The appellants argued this rate violated constitutional equality and European human rights standards compared to private debt rates. The court held that the specific rate does not contradict the Constitution or the European Convention on Human Rights and that the lower court correctly applied the law without procedural error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) and 20(1) of the Constitution; Articles 6 and 14 of the ECHR; Article 1 of the First Protocol to the ECHR; Article 26 of the ICCPR; The 6% interest rate for public body debts is not unconstitutional and does not violate the principle of equality before the law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 583 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
ΝΠΔΔ. Υπερημερία. Ο καθορισμός προνομιακού επιτοκίου 6% για τις οφειλές δεν είναι αντίθετος προς το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.
Αριθμός 583/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 31η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Μ. Κ. του Γ., έως και 46) Ε. Δ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (ΟΑΕΕ), πρώην "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΩΝ" (ΤΑΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Αικατερίνης Πάνου - Κοκιασμένου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2004 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 127/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4426/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-12-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 8-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν σε περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος, την ύπαρξη του οποίου ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 23/2004, ΟλΑΠ 11/ 2003, πρβλ.
ΟλΣτΕ 2807/2002). Εξ άλλου, τα άρθρα 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950 (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.
Τέτοιος λόγος συντρέχει και στην περίπτωση των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου (ΝΠΔΔ), μεταξύ των οποίων και οι οργανισμοί παροχής κοινωνικής ασφάλισης (άρθρο 22 παρ.5 του Συντάγματος). Οι οργανισμοί αυτοί, σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό τους, αποβλέπουν αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων με χορήγηση των πάσης φύσεως προβλεπομένων ασφαλιστικών παροχών, αντλώντας τους πόρους αυτών όχι μόνο από τις ασφαλιστικές εισφορές, αλλά και από τις κρατικές επιχορηγήσεις.
Στις τελευταίες, όμως, συμβάλλουν αναγκαστικά όλοι οι φορολογούμενοι πολίτες, έτσι, ώστε η καλή ή κακή πορεία της οικονομικής κατάστασης των ασφαλιστικών οργανισμών να επηρεάζει αναλόγως (εκτός από τις παροχές προς τους ασφαλισμένους και) την αντίστοιχη επιβάρυνση των φορολογουμένων. Ως εκ τούτου, το ενδιαφέρον του νομοθέτη για την προστασία της οικονομικής κατάστασης των οργανισμών αυτών δεν αποβλέπει, στενά, στην "ταμειακή τους διευκόλυνση" (έτσι, ΕΔΔΑ στην υπόθεση "Μεϊδάνης κατά Ελλάδος" της 22-5-2008, ΟλΣτΕ 1663/2008, ΣτΕ 3259/2009), αλλά, ευρύτερα, στην προστασία του γενικού συμφέροντος, υπό την έννοια που αναφέρθηκε.
Στην εξυπηρέτηση αυτή αποβλέπει, πρωτίστως, και η διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ", η οποία είναι ανάλογη προς το άρθρο 21 του δευτέρου κεφαλαίου του "κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου" (β.δ. της 26.6/ 10.7. 1944) και με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής.
Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται στα ΝΠΔΔ το δικαίωμα να καταβάλλουν επί υπερημερίας, με την ιδιότητα του οφειλέτη, ποσοστό τόκου μόνο 6%, ήτοι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή εξαίρεση υπέρ των εν λόγω νομικών προσώπων, η οποία υπαγορεύεται από το σκοπό που προαναφέρθηκε και δεν βρίσκεται σε αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, που προαναφέρθηκαν, ούτε προς αυτές του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ίδιας σύμβασης, που προστατεύει την περιουσία του δανειστή ή των άρθρων 2 παρ.3 α' και β', 14 παρ.1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997).
Και τούτο, διότι η προστασία της περιουσίας του νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου είναι αναγκαία για να διατηρείται η ικανότητά του προς απρόσκοπτη εκπλήρωση των καταστατικών σκοπών του και προς μη περαιτέρω επιβάρυνση του κοινωνικού συνόλου με άμεσες ή έμμεσες φορολογικές υποχρεώσεις (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 786/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 20-12-2004 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι ατομικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ασφαλιστικό οργανισμό (ΝΠΔΔ) και την εις αυτούς αμετάκλητη επιδίκαση διαφορών αποδοχών, ζήτησαν επί πλέον την επιδίκαση της διαφοράς μεταξύ αφ' ενός του ποσού των νομίμων τόκων, οι οποίοι αναλογούσαν επί των αποδοχών, που είχαν ήδη επιδικασθεί, προς το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο για τις οφειλές μεταξύ ιδιωτών και αφ' ετέρου του ποσού των τόκων, τους οποίους πράγματι κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος προς αυτούς και οι οποίοι υπολογίσθηκαν επί των εν λόγω αποδοχών προς το προνομιακό επιτόκιο 6%, που προβλέπεται για τις οφειλές των ΝΠΔΔ.
Με την 127/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Μετά την άσκηση εφέσεως εκ μέρους των αναιρεσειόντων, εκδόθηκε η προσβαλλομένη 4426/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε μεν δεκτή η έφεση και εξαφανίσθηκε η απόφαση του Πρωτοδικείου, απορρίφθηκε, όμως, και πάλι η αγωγή ως μη νόμιμη.
Ειδικότερα, με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974, που προβλέπει ότι το επιτόκιο υπερημερίας για τις οφειλές των ΝΠΔΔ περιορίζεται σε 6%, δεν έρχεται σε αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 20 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγμάτος, 6 και 14 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ και 2 παρ.3 α' και β', 14 παρ.1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997).
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται και οι λόγοι έφεσης, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι προτείνονται παραδεκτώς και νομίμως. Άλλως, δεν επηρεάζουν την έκβαση της δίκης και ο επί της μη λήψεως αυτών υπ' όψη ερειδόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Εν προκειμένω, στον τρίτο λόγο της αιτήσεως, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, σύμφωνα με τον οποίο, επί αγωγής άλλων συναδέλφων τους, είχε γίνει δεκτό με την 868/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι οι οφειλόμενοι τόκοι θα έπρεπε να υπολογισθούν προς το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο των χρηματικών οφειλών μεταξύ ιδιωτών και όχι προς το προνομιακό επιτόκιο 6% των οφειλών των ΝΠΔΔ, λύση η οποία θα έπρεπε να εφαρμοσθεί και στη δική τους περίπτωση, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος). Εν όψει, όμως, του ότι, κατά τα ιστορούμενα στην αίτηση, δεν ετίθετο ζήτημα ούτε της ισχύος δεδικασμένου εκ της ως άνω αποφάσεως (διότι επρόκειτο περί διαφορετικών εναγόντων) ούτε της επεκτάσεως της εφαρμογής ευνοϊκής διατάξεως νόμου σε κατηγορία εργαζομένων, οι οποίοι δεν υπάγονταν άμεσα σ' αυτόν, αν και απασχολούνταν υπό τις αυτές συνθήκες (ΑΠ 60/2002), αλλά επρόκειτο περί απλού αιτήματος να γίνει αποδεκτό το συγκεκριμένο νομολογιακό προηγούμενο, ο λόγος έφεσης ήταν μη νόμιμος και η παράλειψη του Εφετείου να τον ερευνήσει δεν δημιούργησε τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-12-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 4426/ 2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε την 28η Φεβρουαρίου 2012 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε δημόσια συνεδρίαση, στην Αθήνα, την 3η Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ