Legislator Case Law & Legislation
583/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination and unpaid wages due to lack of legal basis.

Case Number 583/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant, an employee, sought back wages after her employment contract was terminated by the employer, who claimed she had failed to perform duties as a nuclear physician. The court found the employer's arguments valid, noting the contract was validly terminated and the employee was in default for not accepting the agreed services. Consequently, the court rejected the appeal as unfounded and ordered the appellant to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 349, 350, 648, 656, 672 of the Civil Code; The termination of a fixed-term employment contract by the employer before its natural expiration for a non-substantial or false reason renders the termination void, obliging the employer to pay wages, while the employee's failure to accept the work constitutes a breach of duty.

Keywords

AI generated
Labor Contract Termination Fixed Term Employment Employer Default Employee Breach of Duty Unpaid Wages Claim Labor Law Dispute Civil Code Provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 201 of the Civil Code
Article 207 of the Civil Code
Articles 672, 174, 180, 656 of the Civil Code
Articles 648, 565, 349, 350 of the Civil Code
Article 559 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 No. 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 583 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 583/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Τσακούλια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ - ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Α.Ε." και με το διακριτικό τίτλο "MEDICENTER", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τριάντο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1257/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 2665/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 21-1-2004 αίτησή της. Εκδόθηκε η 1409/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2665/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 6219/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-1-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 5-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά μεν το άρθρο 201 του ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως), κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 672, 174, 180 και 656 του ΑΚ συνάγεται ότι επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία είναι εκείνη στην οποία έχει συμφωνηθεί ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένο χρονικό σημείο λήξεώς της, α αυτή καταγγελθεί από τον εργοδότη πριν από τη λήξη της για λόγο ο οποίος δεν είναι σπουδαίος ή είναι μεν σπουδαίος, αλλά αποδεικνύεται μη αληθής, η τοιαύτη καταγγελία είναι άκυρη και ο μετά από αυτή μη αποδεχόμενος την εργασία του μισθωτού εργοδότης υποχρεούται σε καταβολή του μισθού.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648, 565,349 και 350 του ΑΚ, ο μισθωτός που έχει προσληφθεί με βάση έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δικαιούται να πληρωθεί το μισθό του όταν ο εργοδότης του έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας του, την οποία προσφέρεται να παράσχει κατά τον προσήκοντα τρόπο, σύμφωνα με τους όρους της ατομική ή συλλογικής συμβάσεως εργασίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο.

Τέτοια περίπτωση κατά την οποία δημιουργείται αξίωση για μισθούς υπερημερίας είναι και εκείνη κατά την οποία ο εργοδότης έχει προβεί σε άκυρη, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, καταγγελία της έγκυρης συμβάσεως εργασίας, οπότε η καταγγελία αυτή της συμβάσεως περιέχει και δήλωση της βουλήσεως του εργοδότη για τη μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του απολυθέντος.

Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2, 672 και 167 του ΑΚ προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, που παράγει νομική ενέργεια από τότε που θα περιέλθει σε εκείνον που απευθύνεται και ως δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως μπορεί να γίνει από τον καταγγέλλοντα και σιωπηρά, με πράξεις του από τις οποίες συνάγεται, σαφώς και αναμφιβόλως η θέλησή του να λύσει, τη σύμβαση.

Τέτοια. σιωπηρή καταγγελία αποτελεί και η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες σε αυτόν υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η άρνηση αυτή συνοδεύεται από περιστάσεις από τις οποίες προκύπτει αναμφιβόλως και γίνεται αντιληπτό από το μισθωτό ότι ο εργοδότης εκδήλωσε τη θέλησή του για λύση της μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, ασκεί στην ... και ειδικότερα σε εγκαταστάσεις που βρίσκονται στον ημιώροφο οικοδομής επί της οδού ..., αρ. .., επιχείρηση έρευνας και διάγνωσης παθήσεων ασθενών με σύγχρονες ιατρικές μεθόδους με την επωνυμία "Διαγνωστικό Θεραπευτικό και Ερευνητικό Ινστιτούτο Υψηλής Τεχνολογίας" και το Διακριτικό τίτλο "MEDICENTER", διατηρεί δε προς τούτο διάφορα τμήματα και συναφή εργαστήρια, μεταξύ των οποίων και ακτινολογικό, μικροβιολογικό, πυρηνικής ιατρικής και άλλα.

Στις 10-6-1997 ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης Ψ, ενεργώντας για λογαριασμό της, και η αναιρεσείουσα, που είναι πυρηνική ιατρός, ειδικότητα την οποία απέκτησε με την υπ' αριθμό 210361/21-7-1989 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, κατέχει την υπ' αριθμό ... άδεια ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος και κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν εγγεγραμμένη στον Ιατρικό Σύλλογο ..., κατάρτισαν εγγράφως στην ...

σύμβαση διετούς διάρκειας, δυνάμει της οποίας, η πρώτη προσέλαβε τη δεύτερη, προκειμένου η τελευταία να προσφέρει τις ιατρικές της υπηρεσίες και ειδικότερα την εργασία της ως πυρηνικής ιατρού, στο προαναφερόμενο πυρηνικό τμήμα (εργαστήριο) της αναιρεσίβλητης απασχολούμενη επί 4 ήμερες εβδομαδιαίως, δηλαδή κατά τις ημέρες Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή και Δευτέρα και κατά τις ώρες από 10:00 έως 14:00 και από 17:00 έως 21:00, δηλαδή επί 8 ώρες ημερησίως, ενώ τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας συμφωνήθηκε ότι αυτή θα έπρεπε να επικοινωνεί με τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης, λόγω της συνεχούς λειτουργίας του προαναφερόμενου εργαστηρίου.

Ως αμοιβή για την παραπάνω παροχή της εργασίας της αναιρεσείουσας συμφωνήθηκε το ποσό του 1.000.000 δραχμών μηνιαίως και επί πλέον ποσοστό 10% επί των άνω των 10.000.000 δραχμών ακαθαρίστων μηνιαίων εσόδων του πιο πάνω τμήματος πυρηνικής ιατρικής. Σύμφωνα με τους όρους της παραπάνω συμβάσεως η αναιρεσείουσα κατά την παροχή της εργασίας της ήταν υποχρεωμένη να δέχεται τον έλεγχο και την εποπτεία των οργάνων της αναιρεσίβλητης και να συμμορφώνεται στις οδηγίες και στις εντολές αυτών ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας της.

Το χρόνο έναρξης της καταρτισθείσας ως ανωτέρω συμβάσεως τα συμβαλλόμενα μέρη εξάρτησαν με άλλη έγγραφη συμφωνία, για την οποία συντάχθηκε το από 10-6-1997 "ιδιωτικό συμφωνητικό", από το χρόνο χορηγήσεως, στο όνομα της αναιρεσείουσας της απαιτούμενης άδειας λειτουργίας του ανωτέρω εργαστηρίου πυρηνικής ιατρικής, που θα εξέδιδε η αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχίας ..., κατόπιν αιτήσεως που έπρεπε να υποβάλλει η αναιρεσείουσα μέσα σε προθεσμία 10 ημερών από την κατάρτιση της σύμβασης (10-6-1997).

Με το ίδιο συμφωνητικό οι συμβαλλόμενοι δέχθηκαν επίσης ότι η αναιρεσίβλητη είναι υποχρεωμένη από 1-7-1997 να καταβάλλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 200.000 δραχμών μηνιαίως μέχρι την έκδοση της ανωτέρω άδειας και ότι θα αποδεσμεύονται από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις σε περίπτωση αδυναμίας, από ανυπέρβλητα εμπόδια στη διαδικασία, εκδόσεως της ανωτέρω άδειας μέσα σε προθεσμία 4 μηνών από την υποβολή της αίτησης.

Εκτελώντας όσα συμφωνήθηκαν η αναιρεσείουσα στις 8-7-1997 διαγράφηκε από τον Ιατρικό Σύλλογο ... και ενέργησε μετεγγραφή στον Ιατρικό Σύλλογο ..., ενώ την αμέσως επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 9-7-1997 υπέβαλε αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχίας ..., δηλαδή στο Τμήμα Υγείας της Δ/νσης Υγείας και Πρόνοιας, προκειμένου να εκδοθεί άδεια σκοπιμότητας και ίδρυσης και λειτουργίας του ως άνω εργαστηρίου πυρηνικής ιατρικής της αναιρεσίβλητης στο όνομα αυτής (αναιρεσείουσας).

Μάλιστα, η αναιρεσείουσα, επειδή στην παραπάνω αίτησή της λησμόνησε να αναφέρει το χώρο για τον οποίο ζήτησε την άδεια λειτουργίας, συμπλήρωσε την παραπάνω έλλειψη με την υποβολή νέας αίτησης, στην οποία ανέφερε ότι η άδεια ζητείται για το ως άνω εργαστήριο της αναιρεσίβλητης στον ημιώροφο του κτιρίου της οδού ...

αρ. ... . Η παραπάνω προθεσμία για την έκδοση της άδειας λειτουργίας και για την έναρξη των αποτελεσμάτων της από 10-6-1997 συμβάσεως συμφωνήθηκε από τις διαδίκους, επειδή, σύμφωνα με τις υποσχέσεις του ως άνω εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης, ο χρόνος αυτός ήταν αρκετός για να ανακληθεί η ισχύουσα άδεια λειτουργίας του ως άνω εργαστηρίου, που είχε εκδοθεί στο όνομα της προκατόχου της αναιρεσείουσας ΑΑ, με την οποία η αναιρεσίβλητη βρισκόταν σε δικαστική διένεξη, που τελούσε υπό διευθέτηση κατά τις διαβεβαιώσεις του ως άνω εκπροσώπου της, και κατόπιν να γίνει, με πρωτοβουλία της αναιρεσίβλητης, η προώθηση της διαδικασίας για την έκδοση της άδειας στο όνομα της αναιρεσείουσας.

Την ανάγκη άλλωστε της προαναφερόμενης ανάκλησης πληροφορήθηκε η αναιρεσείουσα και από τον αρμόδιο υπάλληλο της Νομαρχίας ... με την υποβολή της ανωτέρω συμπληρωματικής αίτησης. Οι διάδικοι, αν και παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των 4 μηνών που ορίστηκε ως όριο για την έκδοση άδειας λειτουργίας του παραπάνω εργαστηρίου στο όνομα της αναιρεσείουσας δεν έκαναν χρήση της παραπάνω συμφωνίας τους για την αποδέσμευσή τους από τις υποχρεώσεις, που ανέλαβαν με την παραπάνω από 10-6-1997 σύμβαση ορισμένης διάρκειας, αφού, η μεν αναιρεσίβλητη εξακολούθησε να καταβάλλει ανελλιπώς και μάλιστα μέχρι το τέλος του μήνα Μαρτίου του έτους 1998 το ποσό των 200.000 δραχμών μηνιαίως κατά το τέλος κάθε μήνα και να διαβεβαιώνει την αναιρεσείουσα ότι επίκειται η ανάκληση της αδείας λειτουργίας στο όνομα της προκατόχου της τελευταίας και η στη συνέχεια έκδοση νέας άδειας στο όνομα αυτής (αναιρεσείουσας), ώστε να αρχίσουν τα αποτελέσματα της ως άνω από 10-6-1997 σύμβασης, η δε αναιρεσείουσα εισέπραττε το παραπάνω ποσό και συνεχώς επικοινωνούσε με τον προαναφερόμενο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, ενώ εξακολούθησε να είναι γραμμένη στον Ιατρικό Σύλλογο ..., ευρισκόμενη έτσι σε αδυναμία ανεύρεσης εργασίας στην περιοχή των ...

και ασκήσεως εν γένει του επαγγέλματός της, επιδεικνύοντας με τον τρόπο αυτόν αμφότερες οι διάδικοι το ενδιαφέρον τους για την έναρξη της ισχύος των αποτελεσμάτων της ως άνω σύμβασης και μη αφήνοντας περιθώρια σκέψεων για ενδεχόμενη ματαίωση ή ακύρωση της ισχύος της ανωτέρω σύμβασης. Ωστόσο η αναιρεσείουσα, επειδή ανησύχησε διότι είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι και το μήνα Μάρτιο του έτους 1998, χωρίς να επαληθεύονται οι διαβεβαιώσεις του ως άνω εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης για ανάκληση της αδείας λειτουργίας του εργαστηρίου στο όνομα της προκατόχου της και για προώθηση της διαδικασίας εκδόσεως της άδειας στο δικό της όνομα, μετέβη η ίδια στη Νομαρχία ...

κατά το τέλος του μήνα αυτού και με μεγάλη της έκπληξη πληροφορήθηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους ότι η άδεια λειτουργίας στο όνομα της προκατόχου της ΑΑ είχε ανακληθεί ήδη από τις 19-2-1998 και ότι στις 2-1-1998 είχε υποβληθεί αίτηση στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση της ... από τον πυρηνικό ιατρό ΒΒ προκειμένου να εκδοθεί στο δικό του όνομα η άδεια σκοπιμότητας για το εν λόγω εργαστήριο πυρηνικής ιατρικής, που είχε εγκαταστήσει η αναιρεσίβλητη στην οικοδομή, την ευρισκομένη επί της οδού ..., αρ. ..., της ..., στα πλαίσια, προφανώς, της συνεργασίας του και των δεσμών του με την αναιρεσίβλητη.

Η παραπάνω συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσίβλητης, δηλαδή η αποσιώπηση της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του εργαστηρίου της στο όνομα της ΑΑ και η προώθηση της διαδικασίας της έκδοσης της νέας άδειας λειτουργίας αυτού όχι στο όνομα της αναιρεσείουσας, αλλά στο όνομα του ΒΒ, με τον οποίο η αναιρεσίβλητη συνδέθηκε προφανώς με σχετική σύμβαση, είναι αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και παρεμπόδισε κακόπιστα την πλήρωση της δικαιοπρακτικής και γνήσιας - και όχι καταχρηστικής - αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η σύμβαση αυτή, η οποία και θεωρείται για το λόγο αυτόν ότι πληρώθηκε πλασματικά από το τέλος του μήνα Φεβρουαρίου του έτους 1998, αφού είχε ήδη από 19-2-1998 ανακληθεί η άδεια λειτουργίας του εργαστηρίου στο όνομα της ΑΑ.

Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι έτσι η ως άνω με την αναιρεσείουσα από 10-6-1997 σύμβαση κατέστη από τον προαναφερόμενο χρόνο ενεργός, έγκυρη και ισχυρή, δεν ματαιώθηκε ούτε ακυρώθηκε από την προαναφερόμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και έχει όλα τα στοιχεία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας και ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα έπρεπε να λαμβάνει από το τέλος του μήνα Φεβρουαρίου 1998 τουλάχιστον το συμφωνημένο μισθό του 1.000.000 δραχμών μηνιαίως.

Δέχτηκε δε ακόμη το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα, μετά την πληροφόρησή της για την ανωτέρω συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσίβλητης, κοινοποίησε στις 21-4-1998 στην τελευταία την από 10-4-1998 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση και διαμαρτυρία με την οποία, αφού διαμαρτυρόταν για την παραπάνω αντίθετη στην καλή πίστη συμπεριφορά της, καλούσε αυτή να της απαντήσει, μέσα σε προθεσμία 5 ημερών από την κοινοποίηση της δήλωσης, το χρόνο έναρξης των αποτελεσμάτων της ως άνω από 10-6-1997 υφιστάμενης μεταξύ αυτών σύμβασης εργασίας.

Η ανωτέρω προθεσμία παρήλθε χωρίς να απαντήσει η αναιρεσίβλητη, η οποία ως και τις 26-4-1998, δηλαδή έως την πάροδο της προαναφερόμενης προθεσμίας, δεν είχε επιδείξει σαφή δείγματα συμπεριφοράς ότι επιθυμεί να αποδεσμευθεί από τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει με τους όρους της ένδικης εργασιακής σχέσεως και να καταγγείλει τη, θεωρούμενη λόγω της προαναφερόμενης πλασματικής πλήρωσης της αιρέσεως ως καθόλα υφισταμένη και ισχύουσα από το τέλος του μήνα Φεβρουαρίου 1998, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αφού μέχρι και το τέλος του μήνα Μαρτίου 1998 διαβεβαίωνε την αναιρεσείουσα ότι προωθεί τη διαδικασία εκδόσεως της άδειας λειτουργίας του εργαστηρίου στο όνομα της τελευταίας και ήταν συνεπής ως προς την πληρωμή του ποσού των 200.000 δραχμών μηνιαίως.

Έτσι μέχρι την εκπνοή της παραπάνω προθεσμίας δεν μπορούσε η αναιρεσείουσα - ούτε και θα μπορούσε οποιοσδήποτε άλλος μέσος συνετός άνθρωπος ευρισκόμενος στη θέση της - να κατανοήσει τη βούληση της αναιρεσίβλητης να αποδεσμευθεί από τις υποχρεώσεις της και να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση, διότι η πληροφόρηση αυτής (αναιρεσείουσας) από το τέλος του μήνα Μαρτίου για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του εργαστηρίου στο όνομα της ΑΑ και για την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης προώθηση εκδόσεως άδειας λειτουργίας στο όνομα του συναδέλφου της αναιρεσείουσας ΒΒ, δεν συνιστούν σιωπηρή καταγγελία της εν λόγω εργασιακής σχέσεως, δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητη εξακολουθούσε να καταβάλλει το ποσό των 200.000 δραχμών μηνιαίως, διαβεβαιώνοντας την αναιρεσείουσα για τη δήθεν καλή πορεία όσων είχαν συμφωνηθεί και η τελευταία ανέμενε, ματαίως όμως, τόσο την απάντηση της πρώτης στην πρόσκλησή της όσο και την πληρωμή του ποσού των 200.000 δραχμών για το μήνα Απρίλιο του ίδιου έτους, όπως είχε συμφωνηθεί, ευρισκόμενη αφενός σε ετοιμότητα για να αναλάβει ανά πάσα στιγμή τις υποχρεώσεις της από την ανωτέρω σύμβαση και αφετέρου σε αδυναμία ανεύρεσης και εν γένει ασκήσεως του ιατρικού της επαγγέλματος έως και τις 23-7-1998, οπότε πεισθείσα ευλόγως, κατόπιν των ανωτέρω, για την πρόθεση της αναιρεσίβλητης να καταγγείλει τη σύμβαση, διαγράφηκε από τον Ιατρικό Σύλλογο ...

και την επομένη ημέρα (24-7-1998) έλαβε μετεγγραφή στον Ιατρικό Σύλλογο ..., επιλέγοντας με τον τρόπο αυτόν την από 23-7-1998 αδυναμία της να προσφέρει τις συμφωνημένες υπηρεσίες της στο ως άνω εργαστήριο της αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου τη λύση της ένδικης συμβάσεως εργασίας και τη λήξη των εκατέρωθεν υποχρεώσεων από τον προαναφερόμενο χρόνο και εφεξής.

Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε ότι η δήλωση της αναιρεσίβλητης για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας και για την άρνησή της να δέχεται τις υπηρεσίες της τελευταίας, πρέπει να θεωρηθεί ότι περιήλθε σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) στις 26/4/1998, με αποτέλεσμα η αξίωση της τελευταίας για την καταβολή των οφειλομένων, εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, δηλαδή της σιωπηρής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας, μισθών υπερημερίας του από 28-4-1998 έως 23-2-1999 χρονικού διαστήματος, να παρίσταται:

α) ως παραδεκτή, ως ασκηθείσα δηλαδή μέσα στην τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, ενόψει του ότι η ένδικη αγωγή κοινοποιήθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 13-7-1998, και β) ως κατά ένα μέρος της ουσιαστικά βάσιμη, κατά το δεύτερο σκέλος των κυρίων αιτήματος - βάσης αυτής, με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη να οφείλει στην αναιρεσείουσα, για μισθούς υπερημερίας του από 28-4-1998 έως και 23-7-1998 χρονικού διαστήματος, το ποσό των 3.625.000 δραχμών ή 10.638.30 ευρώ, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφασή του σχετικώς διαλαμβανόμενα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε κατά ένα μέρος της κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αρ. 1257/2000 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφάνισε κατά το αντίστοιχο μέρος της την τελευταία αυτήν πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η ένδικη από 10.6.1998 αγωγή της αναιρεσείουσας είχε απορριφθεί εξολοκλήρου, στη συνέχεια δε, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της και δη για το ως άνω αναφερόμενο χρηματικό ποσό την εν λόγω ένδικη αγωγή κατά το προαναφερόμενο δεύτερο σκέλος του κυρίου αιτήματος αυτής.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 656, 349 και 350 του ΑΚ. Και αυτό γιατί πράγματι, με βάση τα όσα δέχτηκε το Εφετείο, η αναιρεσίβλητη όφειλε στην αναιρεσείουσα μόνον τους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος που άρχισε, κατά το δεύτερο σκέλος των κυρίων βάσεως και αιτήματος της ένδικης αγωγής, από 28.4.1998, ύστερα από την άκυρη καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας που έγινε από την αναιρεσίβλητη, όπως εμμέσως πλην σαφώς φαίνεται να δέχεται το Εφετείο, και έληξε στις 23.7.1998 με την έκτοτε λύση της ίδιας ένδικης συμβάσεως εργασίας με σιωπηρή εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία για σπουδαίο λόγο της ένδικης συμβάσεώς της εργασία, όπως επίσης εμμέσως πλην σαφώς φαίνεται, όπως εκτιμάται, να δέχεται το Εφετείο (άρθρο 672 ΑΚ).

Όσο δε αφορά τις ζητούμενες διαφορές για αποδοχές αναφορικά με τους περαιτέρω μισθούς του χρονικού διαστήματος από το τέλος του μήνα Φεβρουαρίου του έτους 1998, οπότε πλασματικώς πληρώθηκε η προαναφερόμενη αναβλητική αίρεση, μέχρι την κατά τα πιο πάνω κατά τις 26.4.1998 εκ μέρους της αναιρεσίβλητης γενόμενη και δη ακύρως καταγγελία της με την αναιρεσείουσα υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας, οι ζητούμενες αυτές διαφορές αποδοχών δεν οφείλονταν, εφόσον το Εφετείο δεν δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, και ότι η αναιρεσίβλητη είχε γίνει υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας της αναιρεσείουσας με τη μη αποδοχή των συμφωνηθεισών υπηρεσιών της τελευταίας ως πυρηνικής ιατρού, πολλώ μάλλον εφόσον δεν δέχεται ότι είχε γίνει προσφορά των υπηρεσιών αυτών πραγματικώς και πρσηκόντως (άρθρο 656 εδ.

α', 349 ΑΚ). Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, και έχει διαλάβει αιτιολογίες επί των ζητημάτων που αναφέρονται πιο πάνω από το στοιχείο α', αλλά και οι αιτιολογίες αυτές είναι επαρκείς και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφέρονται αμέσως πιο πάνω υπό το στοιχείο α'.

Ενόψει αυτών: 1) Οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος και δεύτερος (και τελευταίος) κατά το ένα από τα μέρη του λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως, αντίστοιχα, αφενός των άρθρων 349, 350 και 656 του ΑΚ και αφετέρου του άρθρου 648 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Και 2) ο δεύτερος (και τελευταίος) κατά το υπόλοιπο μέρος του λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, επειδή "αναιτιολόγητα" δεν επιδικάστηκαν με την απόφαση αυτήν υπέρ της αναιρεσείουσας μισθοί από το τέλος Φεβρουαρίου 1998 έως την καταγγελία (26.4.1998) της ένδικης εργασιακής συμβάσεως, καθώς και από 24.7.1998 έως 23.2.1999, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Ιανουαρίου 2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 6219/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ