Legislator Case Law & Legislation
583/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence evaluation and lack of legal basis.

Case Number 583/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court lacked a legal basis and misinterpreted evidence documents, but the court found these claims inadmissible. The court ruled that the lower court's reasoning regarding evidence evaluation and document analysis was sufficient and did not constitute a reversible error under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 19, 20 of the Code of Civil Procedure; Appeals based on lack of legal basis or misinterpretation of evidence are inadmissible if the lower court's reasoning is clear and constitutes merely an error in evidence assessment rather than a diagnostic error regarding document content.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal inadmissibility evidence evaluation legal basis requirement document interpretation court reasoning sufficiency judicial assessment error

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 339 of the Code of Civil Procedure
Art. 432 of the Code of Civil Procedure
Law 2269/1920

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 861/1984

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 583 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 583/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ιωάννου. Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΝΑΣΙΟΝΑΛ ΣΕΡΒΙΣ ΑΕΤΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Πουλόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1845/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6292/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 1-2-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α) Επειδή κατά την έννοια του εδαφίου α΄ του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτων "περί περιορισμού των ωρών εργασίας εν ταις βιομηχανικαίς επιχειρήσεσιν", που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, ως πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων, κατά την εν λόγω σύμβαση, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτής, θεωρούνται εκείνα στα οποία, ως εκ των εξαιρετικώς προσόντων τους ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτά, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως όλης της επιχείρησης ή σημαντικού τομέα της και εποπτείας του προσωπικού, κατά τρόπον ώστε όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, λόγω της ασκήσεως των δικαιωμάτων του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η πρόσληψη και απόλυση του προσωπικού έναντι του οποίου επέχουν θέση εργοδότη, διαθέτουν πρωτοβουλία και επωμίζονται ενίοτε και ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί για το συμφέρον των εργαζομένων, αμειβόμενοι συνήθως με μισθό που υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές.

Γι΄ αυτό και τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους.

Η έννοια δε της διευθυντής θέσεως, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους (ΑΠ 70/2002, 968/2002, 1123/1993).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αιποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Την 1-12-1994 μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εταιρείας με την επωνυμία "SERVICE ΑΠΕΝΤΟΜΩΣΕΩΝ ΕΠΕ" συνήφθη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, με βάση την οποία η παραπάνω εταιρεία προσέλαβε τον αναιρεσείοντα προκειμένου αυτός να εργαστεί στην επιχείρησή της που λειτουργούσε επί της οδού Πειραιώς, αριθ. 16-18, αντί μηνιαίου μισθού 174.290 δραχ.

για πενθήμερο εβδομαδιαίως (Δευτέρα - Παρασκευή) και οκτάωρο ημερησίως, ο δε αναιρεσείων άρχισε να εργάζεται έκτοτε στην εταιρεία αυτήν υπό την ως άνω ιδιότητά του και υπό τους συμφωνηθέντες όρους. Η εργοδότρια εταιρεία είχε ως αντικείμενο εργασιών την εξυπηρέτηση πολυκατοικιών και πιο συγκεκριμένα τη διαχείριση κοινοχρήστων, την προμήθεια πολυκατοικιών με πετρέλαιο, τις απεντομώσεις, μυοκτονίες, αποφράξεις, συντηρήσεις καυστήρων, τον καθορισμό και γενικά τη διαχείριση κατοικιών και πολυκατοικιών.

Τον Απρίλιο του 1996 η εταιρεία αυτή μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "INTERNATIONAL SERVICE AETE" (αναιρεσίβλητη), η οποία διαδέχτηκε, ως άμεση καθολική διάδοχός της, την προαναφερόμενη αρχική εργοδότρια του αναιρεσείοντος ("SERVICE ΑΠΕΝΤΟΜΩΣΕΩΝ ΕΠΕ") και υπεισήλθε από το νόμο σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, μεταξύ των οποίων και σε εκείνες από την εργασιακή σύμβαση του τελευταίου.

Το Μάϊο του έτους 2000, όταν απεχώρησε από την αναιρεσίβλητη ο προϊστάμενος και υπεύθυνος προγραμματισμού .... , μετά από εισήγηση του τότε οικονομικού διευθυντή της, .... , η αναιρεσίβλητη προήγαγε τον αναιρεσείοντα (του οποίου ο μηνιαίος μισθός κατά το χρόνο εκείνο ανερχόταν στο ποσό των 220.000 δραχ. ή 645,6 ευρώ καθαρά) σε προϊστάμενο Προγραμματισμού των εργασιών για τα εξωτερικά συνεργεία απολυμάνσεων, διαχειρίσεως κοινοχρήστων και εισπράξεων αντί μηvιαίου μισθού ανερχoμένoυ στο ποσό των 443.100 δραχ.

μικτά καΙ 340.000 όραχ. καθαρά, ενώ συγχρόνως με την προαγωγή και την αύξηση των αποδοχών συμφωνήθηκε μεταξύ του νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος, παρουσία μάλιστα και του Οικονομικού Διευθυντή της πρώτης, ότι θα συμψηφίζονταν στις υπέρτερες των voμίμων αποδοχές του οι απαιτήσεις του αναιρεσείοντος για υπερεργασιακή και υπερωριακή του απασχόληση και εργασία Σαββάτων και Κυριακών.

Ο μισθός του αναιρεσείοντος από το έτος 2001 διαμορφώθηκε στο ποσό των 373.962 δραχ. ή 1097,50 ευρώ καθαρά και από το έτος 2002 και μέχρι το χρόνο απολύσεώς του ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στο ποσό των 380.000 δραχ. ή 1.115,2 ευρώ καθαρά και στο ποσό των 490.200 δραχ. ή 1.438,ό ευρώ μικτά. Ο μισθός του αυτός ήταν πολύ ανώτερος από τον καθοριζόμενο από την ισχύουσα γι 'αυτόν ΕΣΣE (230.000 δραχ.) και πλέον του διπλασίου των ποσών που καθορίζονταν για τo λοιπό υπαλληλικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης, πλην των στελεχών (διευθυντών, προϊσταμένων κλπ) της τελευταίας, ως προς τους οποίους ο μισθός του αναιρεσείοντος ήταν ανάλογος.

Από την κατά τα ως άνω προαγωγή του σε προϊστάμενο προγραμματισμού των εργασιών του παραπάνω τμήματος, το οποίο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα (αν όχι το σημαντικότερο από άποψη προγραμματισμού εργασιών, εισπράξεων και συνεπώς κέρδους της εταιρείας) τμήματα της αναιρεσίβλητης, του ανατέθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής καθήκoντα: 1) Η προετοιμασία και ο προγραμματισμός διανoμής κοινοχρήστων. 2) Οι προσλήψεις προσωπικού (συνεργατών) για τη διεκπεραίωση των εξωτερικών εργασιών (διανομή κοινοχρήστων, απεντομώσεις, μυοκτονίες κ.λ.π.). 3) Η εκπαίδευση, ο προγραμματισμός και ο έλεγχος του νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού και της προσφερόμενης εκ μέρους του εργασίας. 4) Ο έλεγχος της εισπράξεως των κοινοχρήστων και άλλα.

Η αναιρεσίβλητη απασχολούσε κατά το επίδικο διάστημα (μέχρι το 2003) συνολικά 134 εργαζόμενους από τους οποίους 50-80 (ανάλογα με το αν ήταν η όχι περίοδος αιχμής) ήταν υπό την εποπτεία του αναιρεσείοντος, ο οποίος ως προς τους εργαζόμενους στο τμήμα του είχε τις προαναφερόμενες εξουσίες (ελέγχου, πρόσληψης, απόλυσης, εκπαίδευσης κ.λ.π.).

Επιπρόσθετα, ο αναιρεσείων είχε εξολοκλήρου την ευθύνη για την οργάνωση του τμήματος στο οποίο προϊστατο (προγραμματισμού για τα εξωτερικά συνεργεία), καθόριζε το πρόγραμμα, επέλεγε τα συνεργεία, έδινε εντολές στα τελευταία ως προς τον τόπο και τον τρόπο εργασίας και κατεύθυνε το τμήμα αυτό, ενώ, είχε ως προς όλα τα προαναφερόμενα ζητήματα τη δυνατότητα κινήσεων και πρωτοβουλιών.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι υπό τα περιστατικά αυτά, τα οποία αποδείχθηκαν, σε συνδυασμό με τον υπερδιπλάσιο σε σχέση με τους λοιπούς υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης και την αναλογία του μισθού του σε σχέση με τα ελάχιστα διευθυντικά στελέχη της αναιρεσίβλητης, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, αφού στο πρόσωπό του συγκεντρώνονταν πολλές από τις κρίσιμες για την καλή λειτουργία της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης αρμοδιότητες, τεχνικές και διοικητικές, ενώ οι κατευθύνσεις που έδινε και οι αποφάσεις που λάμβανε ήταν καθοριστικές για την πορεία της τελευταίας.

Δέχτηκε δε ακόμη το Εφετείο, ότι η ιδιότητα αυτή του αναιρεσείοντος ως διευθύνοντος υπαλλήλου δεν ανατρέπεται από το ότι αυτός ενημέρωνε τους ανωτέρους του στην ιεραρχία της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης και ελεγχόταν από αυτούς. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο αναιρεσείων εξαιρείτο από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεων για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία.

Ακολούθως δε, αφού δέχτηκε κατ΄ ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ΄ αριθ. 1845/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφάνισε την τελευταία αυτήν απόφαση, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 27-11-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος για καταβολή του χρηματικού ποσού των 41.171,18 ευρώ, φερόμενου ως οφειλόμενου σ΄ αυτόν για εργασία του καθ΄ υπέρβαση του νόμιμου ωραρίου του.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς : α) Δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του εδαφίου α΄του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσινγκτων, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, η οποία φέρεται, ότι παραβιάστηκε. Και αυτό γιατί, με βάση τις ως άνω παραδοχές του, πράγματι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, και ως εκ τούτου, αν και δεν έπαυε να είναι μισθωτός, εξαιρείτο από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία του, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την, (όπως δέχτηκε το Εφετείο), εξέχουσα θέση του και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε με την ένδικη σύμβαση εργασίας.

Η έννοια δε της διευθυντικής αυτής θέσεως προσδιορίστηκε από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των υπηρεσιών που παρέχονταν, που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την αναφερόμενη στην απόφαση αυτήν ιδιάζουσα σχέση του αναιρεσείοντος τόσο προς την εργοδότριά του αναιρεσίβλητη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους στην τελευταία.

β) Δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στην αμέσως πιο πάνω ουσιαστική διάταξη, καθώς και σε εκείνη του άρθρου 200 του ΑΚ, που αφορά την ερμηνεία των συμβάσεων. Και τούτο γιατί με βάση τα εν γένει πραγματικά περιστατικά, που, κατά τα παραπάνω, δέχτηκε, πράγματι ο αναιρεσείων κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης.

Και γ) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως διευθύνοντος υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, κατά την ως άνω έννοια, δηλαδή αναφορικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ οι αιτιολογίες αυτές είναι επαρκείς και σαφείς και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της προαναφερόμενης ουσιαστικής διατάξεως του εδαφίου α΄ του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσινγκτων, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920.

Ενόψει αυτών : 1) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά τα από τα άρθρα 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρη του, με τα οποία προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως αφενός του άρθρου 2 εδ. α΄ της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσινγκτων, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920 και αφετέρου των διδαγμάτων της κοινής πείρας που αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στην αμέσως πιο πάνω ουσιαστική διάταξη, καθώς και σε εκείνη του άρθρου 200 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.

Και 2) ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως κατά τα από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μέρη του, με τα οποία προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγω ελλείψεως αιτιολογιών, άλλως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο γ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

στο σύνολό του. Β) Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις". Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας αποφάσεως, χωρίς να αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.

Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά άλλα μέρη του), λόγο αναιρέσεως, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείo με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια:

Αφενός διότι περιέχονται στην απόφασή του αυτήν αντιφατικές διατάξεις, αφού έγινε δεκτό "ότι οι απαιτήσεις..... (του αναιρεσείοντος) για την υπερωριακή του απασχόληση καλύπτονταν από τις υπέρτερες των νομίμων αποδοχές που του καταβάλλονταν, όταν τούτο..... δεν συνέβαινε και οι αποδοχές του μετά την προαγωγή του σε σχέση με την προ της προαγωγής του κατάσταση μειούνταν".

Και αφετέρου διότι στην εν λόγω απόφαση περιέχονται αντιφατικές αιτιολογίες κατά την έννoια του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού έγινε δεκτό ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων αποφάσιζε επί καθοριστικής σημασίας θεμάτων (χωρίς να αναφέρεται ποια είναι αυτά, Καθώς και ότι έλεγχαν αυτόν οι ανώτεροι του, χωρίς μάλιστα να αναφέρονται και να προσδιορίζονται αυτοί, καθώς και η θέση τους στην αναιρεσίβλητη.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, οι, κατά τον αναιρεσείοντα, αντιφάσεις εντοπίζονται στο αιτιολογικό και όχι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τα παραπάνω, να μην ιδρύεται ο από την αμέσως πιο πάνω διάταξη αναιρετικός λόγος.

Γ) Επειδή, οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με το υπόλοιπο μέρος του ίδιου πιο πάνω (πρώτου) λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι αυτές αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).- 2.- Επειδή ως "πράγματα" που προτάθηκαν από τους διαδίκους, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β΄ ΚΠολΔ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεώς του, νοούνται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοί τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση (Ολ. ΑΠ 469/1984, 1044/1992). Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο (και τελευταίο), κατά ένα μέρος του, λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα αναφερόμενα στο λόγο αυτόν αναιρέσεως έγγραφα, καθώς και το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, από τα οποία προέκυπτε ότι ο αναιρεσείων δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, δεδομένου μάλιστα ότι από τα πέντε πρώτα από τα έγγραφα αυτά προέκυπτε εξώδικη σχετική ομολογία της αναιρεσίβλητης, και τα οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η εν λόγω προσβαλλόμενη απόφαση και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως τέτοιος από την τελευταία διάταξη, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί στο σύνολό του ως απαράδεκτος, διότι η επίκληση των ως άνω αποδεικτικών μέσων (εγγράφων) και του περιεχομένου τους δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, με αποτέλεσμα, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) και το περιεχόμενό τους δεν λήφθηκαν υπόψη, να μην ιδρύεται ο από την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος.- 3.- Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, εκτός των μνημονευόμενων ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων, ένορκων βεβαιώσεων και ομολογιών των διαδίκων, και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία νόμιμα με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Από τη βεβαίωση αυτήν και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και όλα τα αναφερόμενα στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως έγγραφα, δηλαδή α) το έγγραφο με το χαρακτηρισμό "Γνωστοποίηση ΄Ορων Ατομικής Σύμβασης Εργασίας", β) δύο αποδείξεις πληρωμής με χρονολογία 5-6-2000 και 7-2-2003, αντίστοιχα, γ) το για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος έγγραφο με χρονολογία 21-3-2003, δ) την από 30-9-2003 βεβαίωση της αναιρεσείουσας, ε) δύο "Δελτία Παρουσίας Προσωπικού" και στ) τον πίνακα μισθοδοσίας προσωπικού, τα οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων, έστω και αν, εκτός από τις ως άνω υπό το στοιχείο β΄ δύο αποδείξεις πληρωμής, τις οποίες ρητώς αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του και τις αξιολογεί, τα λοιπά από τα εν λόγω έγγραφα δεν τα μνημονεύει στην απόφασή του ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά και παρά το ότι, αντιθέτως, στην απόφασή του αυτήν κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση άλλων αποδεικτικών στοιχείων, επειδή τους αποδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα ως προς ορισμένα από τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.

Επομένως, ο πιο πάνω (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως κατά τα από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ μέρη του, με τα οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των παραπάνω εγγράφων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.-

4.- Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις στις αιτιολογίες της, οι οποίες ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς (Ολ. ΑΠ 861/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά άλλα μέρη του, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, επειδή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες αναφορικά με το περιεχόμενο των αναφερόμενων στο λόγο αυτόν εγγράφων (για τα οποία ήδη έγινε λόγος) και γενικά δεν περιέχεται στην απόφαση αξιολόγηση των εγγράφων αυτών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί στο σύνολό του ως απαράδεκτος, γιατί οι σχετικώς ως πλημμέλειες της αποφάσεως προβαλλόμενες αφορούν αποκλειστικά και μόνο ελλείψεις στην αιτιολογία της αποφάσεως κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και στη δικαιολόγηση του σαφούς πορίσματος που από αυτές εξήγαγε το Εφετείο και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνουν τον από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο.

5.- Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το υπόλοιπο μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, υπό στοιχεία α΄ έως και δ΄, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από όσα διαλαμβάνουν τα έγγραφα αυτά.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, στο σχετικό αποδεικτικό πόρισμά του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των ειδικώς μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων (ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, ένορκων βεβαιώσεων, ομολογιών των διαδίκων και εγγράφων, που προσκομίστηκαν με επίκληση).

Ενόψει αυτών, ο προαναφερόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω υπόλοιπο μέρος του πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως γιατί με αυτόν δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, δηλαδή απόδοση σ΄ αυτά περιεχομένου διαφορετικού από το αληθινό, αλλ΄ απλώς σφάλμα ως προς την αξιολόγηση του περιεχόμενου τους.

Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει ν΄ απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-5-2006 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 6292/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ