Legislator Case Law & Legislation
583/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second-instance decision rejecting retrial request based on new evidence.

Case Number 583/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to retry the criminal proceedings following a final conviction. The appellant presented new evidence claiming innocence, but the lower court found these facts irrelevant to the original fraud charge. The Court upheld the lower decision because the new evidence did not prove the appellant committed the crime or that the original conviction was unjust.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473, 474, 484, 525, 528, 386 of the Code of Criminal Procedure; The retrial of a final criminal judgment is permitted only if new undiscovered facts or evidence prove the accused is innocent or guilty of a heavier crime, and the new evidence must be capable of overturning the original conviction.

Keywords

AI generated
retrial of final judgment new evidence requirement innocence proof standard Code of Criminal Procedure appellate review scope fraud conviction dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 473, 474 of the Code of Criminal Procedure
Article 484, paragraph 1, items b and d of the Code of Criminal Procedure
Article 525, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 528, paragraph 1, last clause of the Code of Criminal Procedure
Article 386 of the Penal Code
Article 583, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision No. 15224/14-2-2000 of the Pluralist Court of Athens
Decision No. 70925/27-11-1998 of the Pluralist Court of Athens

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 583 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 583/2006

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου

ΣΤ’ Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια και Κωνσταντίνο Κούκλη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 967/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουνίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1257/2005.

‘ Επειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημοσθένης Κορδοπάτης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα, με αριθμό πρωτ. 437/17-10-2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την υπ’ αριθμ. 68/3-6-2005 αίτηση αναιρέσεως του Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αριθμ. 967/17-5-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 473 παρ. 1 και 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), από δικαιούμενο σε άσκηση αναιρέσεως πρόσωπο (άρθρο 528 παρ. 1 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ.) και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, ήτοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ. 1 περ. β’ και δ’ Κ.Π.Δ.).

Συνεπώς, είναι αυτή τυπικά παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Περαιτέρω, ως προς το κατ’ ουσίαν παραδεκτό ή μη αυτής, πρέπει να λεχθούν τα εξής: σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1)........... 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπ’ όψιν του δικαστηρίου, ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που στην πραγματικότητα διέπραξε.

Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ’ όψιν τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 355/2003 ΠΧ ΝΓ’ σελ. 1077).

Στην υπό κρίση περίπτωση, ο αναιρεσείων Ε. Μ. και ο συγκατηγορούμενός του Ε. Β. καταδικάστηκαν, με την υπ’ αριθμ. 70925/25-11-1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, μετατραπείσα προς 1.500 δραχμές ημερησίως, ο καθένας, για την τέλεση του αξιοποίνου αδικήματος της απάτης κατά συναυτουργία (άρθρα 45 και 386 παρ. 1α’ Π.Κ.), το οποίο συνίστατο στο ότι, την 21-3-1994, στην Αθήνα, από κοινού, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν την περιουσία του Α.

Γ. του Δ., κατοίκου ..., πείθοντας αυτόν, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, σε πράξη, συγκεκριμένως δε, γνωρίζοντας την ανάγκη εξευρέσεως χρημάτων από την εταιρεία "Β.Γ. - Π. Γ. - Α.- Γ. Ο.Ε.Ε.", της οποίας αυτός ήταν διαχειριστής, του παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς ότι είχαν τη δυνατότητα να του δώσουν αυθημερόν σε μετρητά δάνειο ύψους 400.000 δραχμών και έτσι τον έπεισαν να τους παραδώσει, για την εξασφάλιση του δανείου αυτού, το οποίο ποτέ δεν έλαβε, γιατί αμέσως μετά την παραλαβή της επιταγής αυτοί εξαφανίσθηκαν, την υπ’ αριθμ. ...

επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, ποσού 500.000 δραχμών, με φερομένη χρονολογία εκδόσεως την 30-5-1994, ενέργεια στην οποία ποτέ δεν θα προέβαινε αυτός αν γνώριζε την αλήθεια, η οποία ήταν ότι δεν είχαν αυτοί τη δυνατότητα παροχής του δανείου, ευρίσκοντο και οι ίδιοι σε δυσχερή οικονομική θέση και ενδιαφέρονταν για την εξεύρεση χρημάτων, με αποτέλεσμα των ανωτέρω ενεργειών τους να ζημιωθεί ο Α.

Γ. κατά το ποσό των 500.000 δραχμών, κατά το οποίο και ωφελήθηκαν παρανόμως οι ίδιοι. Η απόφαση αυτή κατέστη ήδη αμετάκλητη, δεδομένου ότι, με την υπ’ αριθμ. 3205/2-3-2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, απερρίφθη ως ανυποστήρικτη η έφεση που είχε ασκήσει αυτός κατ’ αυτής, ενώ στη συνέχεια, με την υπ’ αριθμ. 2567/30-12-2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, απερρίφθη ως απαράδεκτη η αναίρεση που είχε ασκήσει αυτός κατά της ως άνω υπ’ αριθμ. 3205/20-3-2002 αποφάσεως.

Μετά το αμετάκλητο της καταδίκης του, υπέβαλε αυτός την από 7-1-2005 αίτηση για επανάληψη προς όφελός του της ποινικής διαδικασίας που είχε περατωθεί με την ως άνω υπ’ αριθμ. 70925/27-11-1998 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αίτηση ισχυριζόταν ότι, μετά την καταδίκη του, αποκαλύφθηκε ένα νέο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο, όπως ισχυριζόταν, καταδεικνύονταν ότι δεν είχε τελέσει αυτός το προαναφερθέν αδίκημα της απάτης και, συνεπώς, ότι αδίκως είχε καταδικασθεί για το αδίκημα αυτό.

Το νέο αυτό, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδεικτικό στοιχείο είναι ότι, μετά τη δική του καταδίκη με την ως άνω υπ’ αριθμ. 70925/28-11-1998 απόφαση, ο επίσης με την απόφαση αυτή καταδικασθείς ως συμμέτοχος (συναυτουργός) στην τέλεση του ίδιου αδικήματος της απάτης Ε. Β., αθωώθηκε, για το αδίκημα αυτό, με την υπ’ αριθμ. 15224/14-2-2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά από ακύρωση, ως προς αυτόν, της υπ’ αριθμ. 70925/28-11-1998 καταδικαστικής αποφάσεως.

Τον ισχυρισμό του ότι, από την τελευταία αυτή απόφαση (υπ’ αριθμ. 15224/14-2-2000), αποδεικνύεται και η δική του αθωότητα, στηρίζει ο ήδη αναιρεσείων Ε. Μ. στο ότι, σύμφωνα με το σκεπτικό αυτής, ο Ε. Β. αθωώθηκε με την εξής, επί λέξει, αιτιολογία: "δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, καθ’ όσον δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος συνηλλάγη ποτέ με το μηνυτή, αλλά ότι αντιθέτως τυγχάνει κομιστής εξ οπισθογραφήσεως της επίδικης επιταγής από τρίτο πρόσωπο ονόματι Τ., στον οποίο πούλησε ένα αυτοκίνητο και έλαβε την εν λόγω επιταγή χάριν καταβολής του τιμήματος και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί αθώος", από την οποία αιτιολογία και, όπως υποστηρίζει, σαφώς προκύπτει ότι δεν ετελέσθη και από αυτόν το προαναφερθέν αδίκημα της απάτης.

Όμως, όπως με το προσβαλλόμενο υπ’ αριθμ. 967/17-5-2005 βούλευμά του δέχεται το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ’ αυτό Εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 234/2003 ΠΧ ΝΓ’ σελ. 930), οι σκέψεις της υπ’ αριθμ 15224/14-2-2000 αποφάσεως και η δυνάμει αυτής αθώωση του Ε. Β., στηρίζονται στη μη συμμετοχή αυτού στην όλη συναλλαγή και όχι στο ότι ποτέ δεν ετελέσθη το προαναφερθέν αδίκημα της απάτης σε βάρος του Α.

Γ. Κατά συνέπεια, συνεχίζει το προσβαλλόμενο βούλευμα, πρόκειται για λόγους απαλλαγής αρρήκτως συνδεδεμένους με το πρόσωπο του Ε. Β., τα νέα δε στοιχεία που προέκυψαν αφορούν αποκλειστικώς και μόνον αυτόν και δεν μπορούν να επεκταθούν και σε άλλο πρόσωπο και, συγκεκριμένως, στον αιτούντα την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας Ε.

Μ.. Η άποψη αυτή, κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, ενισχύεται και από το γεγονός ότι, στην κατάθεση που έδωσε ο παθών Α. Γ. στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 70925/27-11-1998 απόφαση, με σαφήνεια αναφέρει αυτός ότι και από τους δύο τότε κατηγορουμένους (Ε. Μ. και Ε. Β.) προήλθε η ψευδής διαβεβαίωση ότι έχουν τη δυνατότητα να του παράσχουν το δάνειο, ενώ στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 15224/14-2-2000 απόφαση, ο Α.

Γ. αναμειγνύει και κάποιον άλλον, ονόματι Β. Τ., ο οποίος, όπως φαίνεται από το συνολικό περιεχόμενο των πρακτικών, λειτούργησε ως μεσάζων για τη λήψη του δανείου. Πάντως, όπως τονίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, στην τελευταία αυτή δίκη δεν αναφέρθηκε το όνομα του αιτούντος την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας Ε.

Μ., ούτε προέκυψε, έστω και έμμεσα, κάποιο στοιχείο, το οποίο να ανατρέπει την αρχική κατάθεση του μηνυτή και παθόντος Α. Γ. και να δημιουργεί έτσι νέο αποδεικτικό περιβάλλον, που να ωφελεί τον αιτούντα. Επομένως, καταλήγει το προσβαλλόμενο βούλευμα, το προσκομιζόμενο από αυτόν νέο αποδεικτικό υλικό, δεν είναι ικανό να ανατρέψει την αποδεικτική δύναμη των στοιχείων στα οποία στήριξε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών την καταδικαστική του κρίση και, για το λόγο αυτό, απέρριψε την αίτησή του για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας.

Από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι, καθώς και ότι τα στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων δεν καθιστούν φανερή την αθωότητα αυτού.

Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αυτού ως αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Για τους ανωτέρω λόγους Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) να απορριφθεί η υπ’ αριθμ. 68/3-6-2005 αίτηση αναιρέσεως του Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αριθμ. 967/17-5-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος ως άνω Ε.

Μ. Αθήναι, 13 Οκτωβρίου 2005 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Τσίμας".

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, να μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που έχουν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι εκείνος που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε.

Νέες αποδείξεις κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που έχουν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε ή, ότι από τα νέα αυτά στοιχεία προκύπτει ότι συνέτρεχε λόγος άρσεως ή εξαλείψεως του αξιοποίνου ή ακόμη και λόγος αναστολής της διαδικασίας.

Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους επαναλήψεως της διαδικασίας, γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ’ αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ’ αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατ’ αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία που προσκομίζει ο αναιρεσείων αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την 70925/27-11-1998 απόφαση του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων και ο τότε συγκατηγορούμενός του Ε. Β., καταδικάσθηκαν σαν να είναι παρόντες, σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών ο καθένας, μετατραπείσα προς 15000 δρχ.

ημερησίως για απάτη κατά συναυτουργία. Ειδικότερα η κατηγορία συνίστατο εις το ότι οι Ε. Μ. (αναιρεσείων) και Ε. Β., στην Αθήνα, στις 21-3-1994, εξαπάτησαν τον μηνυτή Α. Γ., παριστάνοντάς του ψευδώς, ότι είχαν χρήματα και μπορούσαν να τον δανειοδοτήσουν αυθημερόν με το ποσό των 400.000 δρχ. και έτσι τον έπεισαν να συμφωνήσει μαζί τους την λήψη του δανείου και προς εξασφάλιση των χρημάτων τους να τους παραδώσει την υπ’ αριθμ. ...

επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας Καλαμάτας, ποσού 500.000 δραχμών, εκδόσεως 30-5-1994 της εταιρείας με την επωνυμία "Β.Γ.-Π.Γ. Ο.Ε." και στη συνέχεια, αντί να παραδώσουν το υποσχεθέν ποσό του δανείου, παρέλαβαν την επιταγή και εξαφανίστηκαν. Κατά της πιο πάνω καταδικαστικής αποφάσεως, ασκήθηκε έφεση, η οποία, με την 3205/2-3-2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών απερρίφθη ως ανυποστήρικτη, ενώ η κατ’ αυτής ασκηθείσα αναίρεση, απερρίφθη, με την 2567/30-12-2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως απαράδεκτη.

Καταστάσης αμετακλήτου της καταδίκης του, ο αναιρεσείων, με την από 7-1-2005 αίτησή του προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, εζήτησε την, προς όφελός του, επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, ισχυρισθείς ειδικότερα, ότι μετά την καταδίκη του αποκαλύφθηκε ένα νέο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο καταδεικνύεται φανερά ότι δεν έχει τελέσει αυτός το αδίκημα της απάτης και συνεπώς αδίκως έχει καταδικασθεί γι’ αυτό.

Το νέο αυτό αποδεικτικό στοιχείο είναι ότι, μετά την καταδίκη αυτού και του συγκατηγορουμένου του με την προαναφερθείσα απόφαση, ο τελευταίος αθωώθηκε με την υπ’ αριθμ. 15224/14-2-2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση ακυρώσεως εκ μέρους του της καταδικαστικής πιο πάνω αποφάσεως.

Η ακυρώσασα απόφαση αιτιολογεί ως εξής την αθώωση του Ε. Β....... "δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος συνηλλάγη ποτέ με τον μηνυτή, αλλ’ ότι αντιθέτως τυγχάνει κομιστής εξ οπισθογραφήσεως της επίδικης επιταγής από τρίτο πρόσωπο ονόματι Τ., στον οποίο πούλησε ένα αυτοκίνητο και έλαβε την εν λόγω επιταγή χάριν καταβολής του τιμήματος και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί αθώος".

Την αιτιολογία αυτή επικαλούμενος ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι δεν ετελέσθη και απ’ αυτόν η προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη της απάτης. Το προσβαλλόμενο, όμως, υπ’ αριθμ. 967/17-5-2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δέχεται, αναφερόμενο καθ’ ολοκληρία, επιτρεπτώς, στην ενσωματωμένη σ’ αυτό Εισαγγελική πρόταση, ότι οι σκέψεις της αθωωτικής υπ’ αριθμ. 15224/14-2-2000 αποφάσεως του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και η δυνάμει αυτής αθώωση του Ε.

Β. στηρίζεται στη μη συμμετοχή του στην όλη συναλλαγή και όχι στο ότι ποτέ δεν ετελέσθη το προαναφερθέν έγκλημα της απάτης εις βάρος του Α. Γ. και άρα πρόκειται για λόγους απαλλαγής αρρήκτως συνεδεμένους με το πρόσωπο του Ε. Β., τα δε νέα στοιχεία που προέκυψαν αφορούν μόνον αυτόν αποκλειστικώς και δεν μπορούν να επεκταθούν στον αιτούντα-αναιρεσείοντα.

Προσθέτως, το προσβαλλόμενο βούλευμα, θέλοντας να ενισχύσει την, κατά τα άνω, εξενεχθείσα κρίση του, αναφέρεται και στην κατάθεση που έδωσε ο παθών Α. Γ. στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η καταδικαστική υπ’ αριθμ. 70925/27-11-1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εις την οποία αναφέρει ότι και από τους δύο τότε κατηγορουμένους προήλθε η ψευδής διαβεβαίωση ότι έχουν τη δυνατότητα να του παράσχουν το δάνειο ενώ στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 15224/14-2-2000 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου αναμειγνύει και κάποιον άλλο με το όνομα Β.

Τ., ο οποίος φαίνεται ότι λειτούργησε ως μεσάζων για τη λήψη του δανείου. Περαιτέρω δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι δεν προέκυψε, έστω και έμμεσα, κάποιο στοιχείο, το οποίο να ανατρέπει την αρχική κατάθεση του μηνυτή Α. Γ. και να δημιουργεί έτσι νέο αποδεικτικό περιβάλλον που να ωφελεί τον αιτούντα και ως εκ τούτου, το προσκομιζόμενο απ’ αυτόν νέο αποδεικτικό υλικό, δεν είναι ικανό να ανατρέψει την αποδεικτική δύναμη των στοιχείων, στα οποία στήριξε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών την καταδικαστική του κρίση και ακολούθως απέρριψε την αίτηση (του αιτούντος) για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας.

Με αυτά που εδέχθη το προσβαλλόμενο βούλευμα, αφ’ ενός μεν διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφ’ ετέρου δε ορθώς την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ εφήρμοσε και ερμήνευσε και αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. δ’ και β’ , ΚΠΔ, αντιστοίχως, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, η δε αίτηση (πρέπει να απορριφθεί) στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα 9άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3 Ιουνίου 2005 αίτηση του Ε. Μ. του Κ. για αναίρεση του υπ’ αριθμ. 967/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2006. Και,

Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ