Legislator Case Law & Legislation
582/2015 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal against tax authority's forced auction cancellation due to procedural non-compliance. The court upheld the lower court's decision rejecting the bank's objection. The court ruled that the bank failed to prove the tax authority's objection was invalid. The court found the bank's procedural arguments were unsupported by evidence. The court determined the tax authority acted within legal bounds. The court concluded the bank's appeal lacked merit. The court affirmed the lower court's judgment on the matter.

Case Number 582/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject the bank's objection to a tax authority's forced auction. The bank argued the tax authority failed to comply with specific notification requirements under the relevant law, while the tax authority contended the auction was valid and necessary for debt collection. The court held that the lower court correctly interpreted the law and found no grounds to overturn the auction's validity, thus rejecting the bank's appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 54 of the Law on Forced Auctions and 559(14) of the Civil and Commercial Procedure Code; The court must uphold the validity of forced auction proceedings if the public authority acted within legal bounds and the appellant fails to prove procedural defects warranting reversal.

Keywords

AI generated
forced auction validity public authority objection notification requirements civil procedure appeal tax debt collection

Cited Legislation

AI generated
Article 54 of the Law on Forced Auctions
Article 559(14) of the Civil and Commercial Procedure Code
Article 495(4)(e) of the Civil and Commercial Procedure Code
Articles 176 and 183 of the Civil and Commercial Procedure Code
Article 22(1) and (3) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Law on Court Costs
Article 5(12) of Law 1738/1987
Article 2 of Government Gazette 134423/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 582 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 582/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΤΡΑΠΕΖΑ ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΝΚ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ), πρώην με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ΙΣΤ' Αθηνών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/9/2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 3/10/2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2269/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1223/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/10/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 1/4/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17/10/2015 αίτησης περί αναίρεσης της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμό 1223/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμό 1223/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εκεί εφέσεις μεταξύ των οποίων και τη συνεκδικασθείσα με αυτές από 25-10-2010 και αρ. κατ. 8971/2010 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμό 2269/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία συνεκδίκασε τις εκεί ανακοπές, δέχθηκε την ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου και απέρριψε τις λοιπές ανακοπές, μεταξύ των οποίων και αυτή της αναιρεσείουσας, και στη συνέχεια ακύρωσε την υπ' αριθμό .../20-6-2007 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτων της Συμβ/φου Αθηνών Μαριάνθης Μαθιουδάκη, την υπ' αριθμό .../11-7-2007 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας ως άνω Συμβ/φου και τον υπ' αριθμό .../10-9-2007 πίνακα κατάταξης της ίδιας Συμβ/φου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 παρ. 2 ΚΠολΔ], είναι συνεπώς παραδεκτή [άρθρ. 577 παρ. 1, 569 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της [άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ].

ΙΙ] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 126 παρ. 1 εδ.

ε` του ΚΠολΔ η επίδοση για το δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο, κατά δε το άρθρο 5 του Κώδικα των νόμων για τις δίκες του Δημοσίου (Κ.Δ. 26-6/10.7.1944), μόνο οι κοινοποιήσεις προς τον Υπουργό των Οικονομικών οποιουδήποτε εγγράφου παράγουν έννομες συνέπειες. Τούτο ισχύει και όταν ακόμη το Δημόσιο εκπροσωπείται από άλλο Υπουργό ή από το Δ/ντή του Ταμείου ή από άλλο οποιοδήποτε κρατικό όργανο.

Στην περίπτωση όμως αυτή επιβάλλεται διπλή κοινοποίηση, δηλαδή μια προς τον Υπουργό των Οικονομικών και άλλη προς το όργανο που στη συγκεκριμένη περίπτωση εκπροσωπεί το Δημόσιο. Διαφορετικά, η επίδοση δεν είναι νόμιμη και δημιουργείται ακυρότητα, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 34/88 ΑΠ 432/2002, 1636/2002). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 999 παρ. 3-4 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το πρόγραμμα του πλειστηριασμού (ήδη η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης), που καταρτίζει ο αρμόδιος με την εκτέλεση δικαστικός επιμελητής, πρέπει να επιδίδεται στον οφειλέτη και στους ενυπόθηκους δανειστές μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την ημέρα της κατασχέσεως.

Η μη τήρηση της διατύπωσης αυτής, που τάσσεται με ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού, επάγεται την ακυρότητα αυτού προτεινόμενη και χωρίς το στοιχείο της βλάβης (159 αριθ. 1 ΚΠολΔ) με λόγο ανακοπής μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. γ` του ΚΠολΔ (ΑΠ1655-6/2001). Τέλος, από μεν τη διάταξη του άρθρου 54 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, η οποία αποβλέπει στην εξασφάλιση και προστασία των συμφερόντων του Δημοσίου, σαφώς προκύπτει, ότι ο τρίτος που επισπεύδει πλειστηριασμό είναι υποχρεωμένος να κοινοποιήσει αντίγραφο του προγράμματος πλειστηριασμού πριν από 10 ή 20 ημέρες από το χρόνο του πλειστηριασμού, αναλόγως, αν πρόκειται για εκπλειστηριαζόμενο κινητό ή ακίνητο, στους διευθυντές των Δημοσίων Ταμείων, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκεται η κατά το χρόνο σύνταξης του οικείου προγράμματος η κατοικία και το κατάστημα του καθού επισπεύδεται ο πλειστηριασμός οφειλέτη και ότι σε περίπτωση παράλειψης αυτής της υποχρέωσης ο πλειστηριασμός, αν διενεργηθεί, θα είναι άκυρος (ΑΠ 133/93, 1031/96, 1474/91), κατά δε το άρθρο 55 παρ. 1 του ίδιου ως άνω Κώδικα, "ο Διευθυντής οιουδήποτε Δημοσίου Ταμείου λαβών γνώσιν, είτε εκ κοινοποιήσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, είτε καθ` οιονδήποτε άλλον τρόπον, επισπευδομένου πλειστηριασμού, υποχρεούται να αναγγείλη το Δημόσιον διά τα βεβαιωμένα εις το Ταμείον του χρέη του καθ` ου ο Πλειστηριασμός, δι` αναγγελίας κοινοποιουμένης μόνον εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και συνοδευομένης υπό πίνακος εμφαίνοντος τα ως άνω χρέη.

Ο πίναξ ούτος περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον του οφειλέτου, το είδος, το ποσόν των χρεών, το οικονομικό έτος εις ο ανήκουν ως και την χρονολογίαν βεβαιώσεως τούτων, προς δε και μνείαν της δι` έκαστον των χρεών τούτων τυχόν υπαρχούσης ασφαλείας.". Είναι πρόδηλο ότι στην περίπτωση κατά την οποία και η κατοικία και το κατάστημα του οφειλέτη βρίσκονται στην περιφέρεια του ίδιου Δημόσιου Ταμείου, αρκεί μια και μόνο κοινοποίηση στο Διευθυντή του Δημόσιου αυτού Ταμείου του προγράμματος πλειστηριασμού, όπως αρκεί μια κοινοποίηση προς ένα Δημόσιο Ταμείο της γενικής αρμοδιότητας και όταν ειδικώς για ορισμένο είδος χρέους προς το Δημόσιο είναι αρμόδιο για την είσπραξη άλλο ειδικό Δημόσιο Ταμείο (ΑΠ 133/93).

Από αυτά παρέπεται ότι, όταν το Δημόσιο έχει βεβαιωμένες απαιτήσεις εις βάρος του οφειλέτη του πλειστηριαζόμενου ακινήτου και επισπεύδεται ο πλειστηριασμός από τρίτο, πρέπει ο επισπεύδων για την εγκυρότητα του πλειστηριασμού να προβεί σε δύο κοινοποιήσεις, μια προς τον Υπουργό των Οικονομικών, λόγω της ιδιότητας του δημοσίου ως δανειστή και μια άλλη προς το διευθυντή του δημόσιου ταμείου της περιφέρειας της κατοικίας και του τόπου άσκησης του επαγγέλματος του καθού η εκτέλεση οφειλέτη βάσει του ΚΕΔΕ.

Στη προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Με επίσπευση των Σ.

και Θ. Σ. και με εκτελεστό τίτλο τις υπ' αριθμούς ... και .../2006 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατασχέθηκε αναγκαστικά το λεπτομερώς περιγραφόμενο στην 1046/21.09.2006 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Μ. ακίνητο της οφειλέτιδάς τους Φ. - Σ.

χήρας Ν. Σ. το γένος Μ. Ο. προς ικανοποίηση επιταχθέντος ποσού 22.470,81 ευρώ. Η εν λόγω κατασχεθείσα ακίνητη περιουσία εκτέθηκε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό με την 89/26.04.2007 περίληψη της πιο πάνω κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Β. ενώπιον της επί πλειστηριασμού υπαλλήλου συμβολαιογράφου Αθηνών Μαριάνθης Μαθιουδάκη - Τσαπαρέλη στις 20.06.2007.

Για τη διενέργεια του πλειστηριασμού αυτού, στον οποίο αναδείχθηκε υπερθεματίστρια η καθ' ης η ανακοπή ήδη εκκαλούσα Γ. συζ. Δ. Ο. το γένος Δ. Κ., συντάχθηκε η 599/20.06.2007 έκθεση καθώς και η .../11.07.2007 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της πιο πάνω συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Παλαιού Φαλήρου στις 24.07.2007.

Ενώπιον της επί πλειστηριασμού υπαλλήλου - συμβολαιογράφου αναγγέλθηκαν, για τη συμμετοχή τους στο πλειστηρίασμα, οι δανείστριες της καθ' ης η εκτέλεση α) Τράπεζα Γιούρομπανκ με την από 28.06.2007 αναγγελία της για ποσό 185.020 ευρώ, β) Τράπεζα Κύπρου με την από 23.06.2007 αναγγελία της για ποσό 90.036,19 ευρώ, γ) Τράπεζα Πειραιώς με την από 03.07.2007 αναγγελία της για 37.498,36 ευρώ, δ) Εθνική Τράπεζα με την από 02.07.2007 αναγγελία της για 17.737,05 ευρώ και ε) Ελληνικό Δημόσιο δια του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

ΙΣΤ' Αθηνών με την υπ' αριθ. 10284/11.07.2007 αναγγελία του για προνομιακές ληξιπρόθεσμες βεβαιωθείσες ταμειακά στην εν λόγω Δ.Ο.Υ. απαιτήσεις 61.940.57 ευρώ. Στη συνέχεια η συμβολαιογράφος συνέταξε προς διανομή του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος τον .../10.09.2007 πίνακα κατάταξης δανειστών, στον οποίο, μετά την προαφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, κατέταξε στο απομένον προς διανομή ποσό των 116.199,85 ευρώ, με κύρια κατάταξη α) το Ελληνικό Δημόσιο δια του Προϊστάμενου της Δ.Ο.Υ.

ΙΣΤ' Αθηνών οριστικά και προνομιακά στο 1/3 αυτού για ποσό 38.773,28 ευρώ και β) την τράπεζα ΕFG Εurobank Ergasias Α.Ε. προνομιακά και τυχαία για ποσό 77.466,57 ευρώ, και με επικουρική κατάταξη σε περίπτωση μη τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης της πιο πάνω τράπεζας στο πλειστηρίασμα των 116.199,85 ευρώ α) το Ελληνικό Δημόσιο δια του ως άνω προϊσταμένου για το ποσό των 61.940,57 ευρώ, β) στο υπόλοιπο ποσό των 54.259,28 ευρώ συμμέτρως ως εγχειρόγραφους δανειστές τους Σ.

και Θ. Σ., την Τράπεζα Κύπρου, την Τράπεζα Πειραιώς και την Εθνική Τράπεζα κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτόν. Η πιο πάνω αναγγελία του Δημοσίου δια του Προϊσταμένου της ΙΣΤ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών επιδόθηκε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού στις 12.07.2007, όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Ε.

Κ. στο προσκομιζόμενο από το Δημόσιο επικυρωμένο αντίγραφό της. Η επίδοση αυτή του αναγγελτηρίου του Δημοσίου έγινε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την παρέλευση της τασσόμενης από το άρθρο 972 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ δεκαπενθήμερης προθεσμίας αρχομένης από την επομένη της διενέργειας του πλειστηριασμού, που έλαβε χώρα κατά τα ανωτέρω στις 20.06.2007.

Συνέπεια της γενομένης εκπρόθεσμα αναγγελίας είναι η έκπτωση του Δημοσίου από το δικαίωμα της συμμετοχής του στη διανομή του πλειστηριάσματος και της κατάταξής του στον πιο πάνω συνταγέντα πίνακα για την ικανοποίηση της απαίτησής του κατά της καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτριάς του, το ανυπόστατο δε αυτό της αναγγελίας προβαλλόμενο με ανακοπή από οποιονδήποτε δικαιούμενο έχει ως συνέπεια την αποβολή του Δημοσίου από τον πίνακα κατάταξης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι οι επισπεύδοντες την εκτέλεση Σ. και Θ. Σ. ήδη εκκαλούντες δεν κοινοποίησαν αντίγραφο της ως άνω 89/2007 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, βάσει της οποίας διενεργήθηκε ο επίδικος πλειστηριασμός, στην πιο πάνω Δ.Ο.Υ. ΙΣΤ' Αθηνών, που είναι αυτή της περιφέρειας άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας της καθ' ης η εκτέλεση - οφειλέτριας, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 54 του ν.δ.356/1974, αλλά κοινοποίησαν αντίγραφο της περίληψης αυτής (κατασχετήριας έκθεσης) μόνο στη Δ.Ο.Υ.

Παλαιού Φαλήρου, που ήταν η Δ.Ο.Υ. της κατοικίας της οφειλέτριας. Όμως η οφειλέτρια ασκούσε επαγγελματική δραστηριότητα με αντικείμενο την κατασκευή επεξεργασμένου χαρτιού (κύριο αντικείμενο), κατασκευή πτυσσόμενων χάρτινων κυτίων και εκτύπωση έντυπου υλικού (δευτερεύον αντικείμενο), από 29.09.1999 έως και το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού στο Βοτανικό Αττικής με έδρα στην οδό Πύδνας αρ. 7, που υπάγεται στη χωρική αρμοδιότητα της Δ.Ο.Υ.

ΙΣΤ' Αθηνών. Το γεγονός αυτό γνώριζαν οι επισπεύδοντες καθώς το ακίνητο στο οποίο στεγαζόταν η επιχείρησή της αυτή και βρισκόταν η πιο πάνω έδρα της επί της οδού Πύδνας αρ. 7 οι ίδιοι, ως ψιλός κύριος και επικαρπώτρια, αντίστοιχα, της το είχαν εκμισθώσει με το από 21.09.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης με διάρκεια από 01.10.1999 έως 30.09.2008 για να το χρησιμοποιήσει ως κυτιοποιείο - τυπογραφείο.

Επιπλέον οι εκτελεστοί τίτλοι με τους οποίους επισπεύσθηκε η ένδικη εκτέλεση έχουν εκδοθεί για οφειλόμενα προς αυτούς από την καθ' ης η εκτέλεση μισθώματα του πιο πάνω μισθίου - ακινήτου. Το γεγονός ότι κατά το χρόνο επίδοσης της πιο πάνω περίληψης με επιμέλεια των προαναφερόμενων εκμισθωτών είχε αποβληθεί η καθ' ης η εκτέλεση από το άνω μίσθιο - επαγγελματική της στέγη δυνάμει της 1052/10.11.2006 έκθεσης αποβολής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.

Μ., ουδεμία ασκεί επιρροή στην πιο πάνω υποχρέωση κοινοποίησης της περίληψης στην ως άνω Δ.Ο.Υ. της επαγγελματικής δραστηριότητας της οφειλέτριας, το μεν διότι δεν προκύπτει, ότι από το χρόνο αυτό η οφειλέτρια διέκοψε την επαγγελματική της δραστηριότητα, το δε διότι η Δ.Ο.Υ. αυτή εξακολουθούσε να είναι η τοιαύτη της επαγγελματικής της δραστηριότητας, και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες είναι αβάσιμα.

Αν η οφειλέτιδα κατά τον πιο πάνω χρόνο δεν είχε και δεν ασκούσε επάγγελμα δεν θα αξιούτο αντίστοιχη κοινοποίηση, η περίπτωση όμως αυτή δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθώς όπως προελέχθη η τελευταία (η καθ' ης η εκτέλεση - οφειλέτρια) εξακολουθούσε να έχει και να ασκεί την πιο πάνω επαγγελματική της δραστηριότητα, χωρίς να έχει λάβει χώρα δήλωσή της για διακοπή της ή για μεταβολή της έδρας της (διεύθυνση άσκησης της), και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες είναι αβάσιμα.

Επίσης, η γενόμενη κοινοποίηση στη Δ.Ο.Υ. της κατοικίας της οφειλέτριας θα αρκούσε μόνο στην περίπτωση, που η κατοικία της ήταν και ο τόπος της επαγγελματικής της δραστηριότητας ή αν η κατοικία και ο τόπος της επαγγελματικής της δραστηριότητας βρισκόταν στην περιφέρεια της ίδιας Δ.Ο.Υ., περίπτωση, όμως, που επίσης δεν συντρέχει εν προκειμένω κατά τα ανωτέρω.

Ακόμα, είναι αληθές, ότι στην περίπτωση, που η καθ' ης η εκτέλεση είχε περισσότερους προηγουμένως κατά καιρούς τόπους κατοικίας ή τόπους επαγγελματικής δραστηριότητας, θα αρκούσε η κοινοποίηση στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. της περιφέρειας της τελευταίας κατοικίας καθώς και της Δ.Ο.Υ. της περιφέρειας του τελευταίου τόπου ασκήσεως του επαγγέλματος, και δεν απαιτείτο η κοινοποίηση σε κάθε Δ.Ο.Υ.

στην περιφέρεια της οποίας είχε ασκήσει κάποτε στο παρελθόν κάποιο επάγγελμα .... , περίπτωση όμως που δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού η ΙΣΤ' Δ.Ο.Υ. είναι αυτή στην περιφέρεια της οποίας βρισκόταν συνεχώς από το 1999 ο τόπος ασκήσεως του επαγγέλματος της οφειλέτριας κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες περί εξάντλησης της υποχρέωσης κάθε άλλης κοινοποίησης πλην αυτής στην Δ.Ο.Υ.

όπου εμπίπτει η αναγραφόμενη στην περίληψη μοναδική διεύθυνση της κατοικίας της οφειλέτριας είναι αβάσιμα. Επομένως, οι επισπεύδοντες όφειλαν να κοινοποιήσουν την πιο πάνω έκθεση για τη διενέργεια του πλειστηριασμού και στην Δ.Ο.Υ. ΙΣΤ' Αθηνών, ως Δ.Ο.Υ. της περιφέρειας του τόπου ασκήσεως του επαγγέλματος της καθ' ης η εκτέλεση.

Η επικαλούμενη από τους προαναφερόμενους κοινοποίηση της περίληψης στον Υπουργό Οικονομικών ως νόμιμο εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου δεν δύναται να αναπληρώσει την επιβαλλόμενη από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 54 ΚΕΔΕ κοινοποίηση στον προϊστάμενο της άνω Δ.Ο.Υ., διότι η διάταξη αυτή επιτάσσει ρητά την τοιαύτη κοινοποίηση, η οποία αποσκοπεί, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, στην από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ.

γνώση του διενεργούμενου πλειστηριασμού, ώστε να καθίσταται δυνατή η εμπρόθεσμη από αυτόν αναγγελία απαιτήσεων του Δημοσίου κατά των οφειλετών του για τα βεβαιωμένα σ' αυτήν χρέη τους, ο σκοπός δε αυτός που επιδιώχθηκε με τη θέσπισή της προφανώς δεν εξυπηρετείται με την κοινοποίηση στον Υπουργό των Οικονομικών .... .

Μάλιστα με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 54 του ΚΕΔΕ, που προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 9 του ν. 4038/2012, ορίζεται ρητά, ότι αντίγραφο της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης ή του προγράμματος του πλειστηριασμού δεν κοινοποιείται στον Υπουργό Οικονομικών. Επίσης ουδεμία ασκεί επιρροή στην πιο πάνω υποχρέωση η μεταξύ της οφειλέτριας - μισθώτριας και των επισπευδόντων την εκτέλεση - εκμισθωτών συμφωνία, ότι η κοινοποίηση οποιουδήποτε εγγράφου θα γίνεται στην διεύθυνση κατοικίας της, καθώς αυτή η συμφωνία έγινε στα πλαίσια της μισθωτικής σχέσης και αφορά μόνο στις μεταξύ τους σχέσεις και δεν δύναται ασφαλώς να αναιρέσει την επιβαλλόμενη από την πιο πάνω διάταξη υποχρέωση, η οποία αποβλέπει στην εξασφάλιση και προστασία των συμφερόντων του Δημοσίου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι λόγω της πιο πάνω παράλειψης κοινοποίησης δεν γνωστοποιήθηκε στον προϊστάμενο της ΙΣΤ' Δ.Ο.Υ. η διενέργεια του επίδικου πλειστηριασμού για να του δώσει τη δυνατότητα να αναγγείλει, εμπρόθεσμα, την πιο πάνω απαίτηση του Δημοσίου, ο τελευταίος δε ανυπαίτια δεν έλαβε γνώση της διενέργειάς του, με αποτέλεσμα το ανακόπτον - εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, αν και είχε κατά το χρόνο του πλειστηριασμού τις πιο πάνω βεβαιωμένες απαιτήσεις σε βάρος της καθής η εκτέλεση οφειλέτριας ποσού 61.940,57 ευρώ στη ΔΟΥ ΙΣΤ Αθηνών, δεν τις ανήγγειλε εμπρόθεσμα, δια του προϊστάμενου της τελευταίας κατά το άρθρο 55 ΚΕΔΕ, στη διαδικασία του πλειστηριασμού.

Τα αρμόδια όργανα της Δ.Ο.Υ. και ο προϊστάμενος αυτής έλαβαν γνώση της διενέργειας του πλειστηριασμού αυτού το πρώτον στις 10-7-2007 ύστερα από την υπ' αριθ. πρωτ. 10227/10-7-2007 έγγραφη αναφορά προς αυτήν της καθ' ης η εκτέλεση-οφειλέτριας Φ. Σ. και μετά ταύτα προέβησαν στην ως άνω εκπρόθεσμη αναγγελία, ουδόλως δε απεδείχθη, ότι είχε περιέλθει σε γνώση τους καθ' οιονδήποτε τρόπο η διενέργειά του σε προγενέστερο χρόνο.

Συνέπεια δε της γενόμενης αυτής εκπρόθεσμα αναγγελίας είναι η έκπτωση του Δημοσίου από το δικαίωμα της συμμετοχής του στη διανομή του πλειστηριάσματος και της κατάταξής του στον πιο πάνω συνταγέντα πίνακα για την ικανοποίηση της απαίτησής του κατά της καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτριάς του, το ανυπόστατο δε αυτό της αναγγελίας προβαλλόμενο με ανακοπή από οποιονδήποτε δικαιούμενο έχει συνέπεια την αποβολή του Δημοσίου από τον πίνακα κατάταξης, όπως προελέχθη.

Μάλιστα εκ των αναγγελθέντων στον πιο πάνω πίνακα δανειστών η τράπεζα Εurobank Ergasias AE ήδη εκκαλούσα καθώς και η Εθνική Τράπεζα με ανακοπές που άσκησαν ζήτησαν την αποβολή του Δημοσίου από τον πίνακα λόγω εκπρόθεσμης επίδοσης της αναγγελίας του για να καταταγούν αυτές για τις προαναφερθείσες αναγγελθείσες απαιτήσεις του.".

Με τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε, ότι ο επίδικος πλειστηριασμός είχε διενεργηθεί παρά την ανυπαρξία της προαναφερθείσας διατύπωσης, που επιβαλλόταν από το άρθρο 54 του ΚΕΔΕ και συνεπώς ήταν άκυρος και το αναιρεσίβλητο [Δημόσιο] είχε έννομο συμφέρον να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός αυτός, ώστε μετά τήρηση των προβλεπόμενων στο άρθρο 54 ΚΕΔΕ διατυπώσεων να αναγγείλει νομοτύπως και εμπροθέσμως επί του επιτευχθησομένου πλειστηριάσματος τις βεβαιωμένες στη Δ.Ο.Υ.

ΙΣΤ' απαιτήσεις του, χωρίς τον κίνδυνο αμφισβήτησης της κατάταξής του και συνακόλουθα της αποβολής του. Στη συνέχεια έκρινε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου και απορρίψει την ανακοπή της αναιρεσείουσας Τράπεζας, Eurobank Ergasias ΑΕ, και επιπλέον είχε ακυρώσει την υπ' αριθμό .../20-6-2007 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτων της Συμβ/φου Αθηνών Μαριάνθης Μαθιουδάκη, την υπ' αριθμό .../11-7-2007 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας ως άνω Συμβ/φου και τον υπ' αριθμό .../10-9-2007 πίνακα κατάταξης της ίδιας Συμβολαιογράφου, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και απέρριψε κατ' ουσίαν, μεταξύ άλλων, και την έφεση της αναιρεσείουσας.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια, αφού δεν παρέκαμψε τη λογική του νομοθέτη, που απαιτεί τη συμπόρευση της διασφάλισης του συμφέροντος του Δημοσίου με την ασφάλεια της αναγκαστικής εκτέλεσης και των συναλλαγών και δεν παραβίασε, αλλά ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσεις διατάξεις του ΚΕΔΕ και δεν κήρυξε παρά το νόμο ως άκυρες τις παραπάνω πραγματοποιηθείσες στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης πράξεις και συνεπώς ο μόνος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην πληρωμή μειωμένων δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, 2 της ΚΥΑ 134423/1992), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-10-2014 αίτηση περί αναίρεσης της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμό 1223/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ