Appeal dismissed because the lower court properly considered arguments and facts present in the original appeal submissions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Athens' decision regarding a debt dispute. The appellant argued that the lower court erred by failing to consider specific evidence and legal characterizations, but the Court found these arguments were already fully addressed in the original appeal submissions. The Court ruled that since the lower court had examined the factual circumstances and rejected the claim based on the respondent's explicit refusal to acknowledge the debt, no grounds for annulment existed under the relevant procedural code.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559, No. 11, Item b of the Code of Civil Procedure; A ground for annulment is established only if the court of first instance considers evidence not submitted, which includes arguments and factual circumstances already presented in the appeal submissions, not merely the legal characterization provided by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 582 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αναιρετικοί λόγοι. Δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ της ΚΠολΔ 559 αρ. 11 περ. β' όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπ’ όψη έγγραφο, περί του οποίου, ασχέτως προς το αν γίνεται πανηγυρική επίκληση στις προτάσεις, υφίσταται αναφορά και επιχειρηματολογία στο κύριο μέρος αυτών, συνιστώσα νόμιμη επίκλησή του. Για τη νόμιμη επαναφορά ισχυρισμού στο Εφετείο κρίσιμη είναι η παράθεση των πραγματικών περιστατικών που τον στοιχειοθετούν και όχι ο νομικός χαρακτηρισμός αυτού, που δίδεται από το δικαστήριο. Απορρίπτει την αίτηση.
Αριθμός 582/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 31η Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ε. Ν. του Ο., δικηγόρου Αθηνών, ο οποίος, λόγω της ιδιότητάς του, παραστάθηκε δια δηλώσεως του ιδίου (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Μ.-Γ. Λ.-Σ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοφάνη Στρατουδάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα δια των προτάσεων ανταγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 246/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7926/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως από τον ενάγοντα, εκδόθηκε η 1586/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο. Μετ' αναίρεση, εκδόθηκε η 1401/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί και πάλι ο ενάγων με την από 30-12-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 18-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία συνάγεται από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ.1, 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση, με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (ΟλΑΠ 23/2008, 30/1997, ΑΠ 27/2011). Η επίκληση, που δεν απαιτείται να είναι πανηγυρική, θεωρείται σαφής και ορισμένη όταν από αυτήν προκύπτει χωρίς αμφιβολία η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου και η βούληση του διαδίκου να χρησιμοποιηθεί αυτό στη συγκεκριμένη πολιτική δίκη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως προβάλλεται η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, έλαβε υπ' όψη και αξιολόγησε κατά κύριο λόγο την από 26-9-2005 επιστολή του αναιρεσιβλήτου προς τον αναιρεσείοντα, παρά το γεγονός ότι δεν είχε γίνει προσήκουσα επίκληση αυτής στις προτάσεις, τις οποίες ο αναιρεσίβλητος είχε καταθέσει ενώπιον του Εφετείου, δεδομένου του ότι (όπως ιστορεί ο αναιρεσείων στην ένδικη αίτηση αναιρέσεως) γινόταν μεν επίκληση στις προτάσεις προηγουμένης συζητήσεως, πλην, όμως, οι προτάσεις εκείνες είχαν ενσωματωθεί στις προτάσεις που είχαν κατατεθεί κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως χωρίς παραπομπή στη σελίδα, όπου είχε γίνει η επίκληση του συγκεκριμένου εγγράφου.
Από την επισκόπηση, όμως, των εν προκειμένω κρισίμων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν αντιθέτων εφέσεων αμφοτέρων των διαδίκων. Ο αναιρεσίβλητος (εναγόμενος, πελάτης), τόσο στην έφεσή του όσο και στο κύριο σώμα των προτάσεων που κατέθεσε κατά τη συζήτηση στο Εφετείο, αναφέρθηκε ρητώς και εκτενώς στην από 26-9-2005 επιστολή αυτού προς τον αναιρεσείοντα (ενάγοντα, δικηγόρο), η οποία είχε αποσταλεί ως απάντηση επί του από 5-8-2005 λογαριασμού, τον οποίο ο αναιρεσείων είχε αποστείλει προς τον αναιρεσίβλητο περί των εξόδων και αμοιβών τις οποίες (κατά τους ισχυρισμούς του) είχε λαμβάνειν εκ μέρους του τελευταίου από την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών και επί των οποίων είχε καταλογίσει χρήματα, τα οποία είχε εισπράξει για λογαριασμό του αντιδίκου πελάτη του.
Και επί του αρνητικού, ως προς τις απόψεις του αναιρεσείοντος, περιεχομένου της επιστολής αυτής, ο αναιρεσίβλητος επιχειρηματολογούσε τόσο στην έφεση όσο και στις προτάσεις του προκειμένου να καταρρίψει τον ισχυρισμό του αντιδίκου δικηγόρου περί του ότι είχε εγκρίνει τον αποσταλέντα λογαριασμό και είχε (δήθεν) αναγνωρίσει, ρητώς ή, άλλως, σιωπηρώς, τις εξ αυτού απαιτήσεις του αναιρεσείοντος.
Κατά συνέπεια, ασχέτως προς το αν είχε γίνει ή όχι πανηγυρική επίκληση του εν λόγω εγγράφου στις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, από το κύριο περιεχόμενο αυτών, αλλά και από το δικόγραφο της εφέσεώς του, προέκυπτε σαφώς ότι ο τελευταίος επικαλούνταν προς αξιολόγηση το συγκεκριμένο έγγραφο ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, προς ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού του αναιρεσείοντος.
Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπ' όψη έγγραφο, του οποίου είχε γίνει νόμιμη επίκληση και ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως προβάλλεται η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, έλαβε υπ' όψη και έκανε δεκτό τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί συμψηφισμού ανταπαιτήσεως αυτού (ως εναγομένου, πελάτη) έναντι του αναιρεσείοντος (ως ενάγοντος, δικηγόρου), παρά το γεγονός ότι ο ισχυρισμός αυτός, που είχε γίνει εν μέρει δεκτός από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν είχε επαναφερθεί νομίμως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Από την επισκόπηση, όμως, των εν προκειμένω κρισίμων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων, με την ένδικη, από 16-5-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του, είχε ζητήσει την επιδίκαση αμοιβών και εξόδων συνολικού ποσού 15.411,95 ευρώ, για δικηγορικές υπηρεσίες, τις οποίες είχε προσφέρει στον αναιρεσίβλητο κατά το χρονικό διάστημα από 15-9-2005 μέχρι την κατάθεση της αγωγής.
Ο αναιρεσίβλητος, αμυνόμενος κατά της αγωγής, είχε ισχυρισθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ότι ο αναιρεσείων είχε εισπράξει για λογαριασμό του τα ποσά των 15.000 ευρώ, των 4.875 ευρώ και των 788 ευρώ, τα οποία δεν του είχε αποδώσει. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό αυτό, ο αναιρεσίβλητος είχε ζητήσει την απόρριψη της αγωγής, διότι δια του αθροίσματος των ως άνω ποσών η ένδικη απαίτηση του αναιρεσείοντος είχε εξοφληθεί ή, άλλως, μπορούσε να συμψηφισθεί.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την τότε εκκαλουμένη 246/2006 απόφασή του, χαρακτήρισε και έκανε εν μέρει δεκτό τον εν λόγω ισχυρισμό ως ένσταση συμψηφισμού και επιδίκασε στον αναιρεσείοντα μόνο μέρος των ενδίκων απαιτήσεών του, ύψους 2.198,93 ευρώ. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως άσκησαν αντίθετες εφέσεις αμφότεροι οι διάδικοι.
Με την από 16-1-2007 έφεσή του, ο αναιρεσίβλητος παραπονέθηκε (μεταξύ άλλων και) για τη μερική παραδοχή της ενστάσεώς του περί εξοφλήσεως των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος και για την εκ του λόγου αυτού έστω εν μέρει παραδοχή της αγωγής σε βάρος του. Κατόπιν αυτού, το Εφετείο ερεύνησε και πάλι τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί χρηματικών ποσών τα οποία είχε εισπράξει ο αναιρεσείων για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου και δεν είχε αποδώσει, προσέδωσε σ' αυτόν, στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του λειτουργίας, το νομικό χαρακτηρισμό της ενστάσεως συμψηφισμού, τον έκανε κατ' ουσία δεκτό στο ύψος των 15.788 ευρώ και απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της.
Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη ισχυρισμό που είχε προταθεί νομίμως και ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) είναι δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και από το έτος 2003, κατ' εντολή του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου) είχε αναλάβει τη διενέργεια διαφόρων δικαστικών και εξώδικων νομικών πράξεων για την υπεράσπιση των συμφερόντων του.
Ότι από τα μέσα Σεπτεμβρίου 2005 και επέκεινα (μέχρι την κατάθεση της ένδικης αγωγής), ο ενάγων είχε προβεί στις ενέργειες που λεπτομερώς περιγράφονται στην προσβαλλομένη απόφαση υπό στοιχεία Α' έως Ζ', για τις οποίες οφείλονταν αμοιβές και έξοδα συνολικού ποσού 8.096,19 ευρώ. Ότι για προηγούμενες ενέργειές του, ο ενάγων είχε αποστείλει προς τον εναγόμενο την από 5-8-2005 επιστολή που περιλάμβανε λογαριασμό αμοιβών και εξόδων, συνολικού ποσού 17.330 ευρώ, εκ των οποίων ο ενάγων αφαιρούσε ποσό 2.000 ευρώ, το οποίο του είχε αποστείλει ο εναγόμενος την 21-12-2004 και ποσό 15.000 ευρώ, το οποίο είχε εισπράξει για λογαριασμό του εναγομένου σύμφωνα με την 2129/2005 προσωρινώς εκτελεστή απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ότι το εναπομένον ποσό των 330 ευρώ, το οποίο ο ενάγων ζητούσε επικαλούμενος αναγνώριση του χρέους εκ του ως άνω λογαριασμού εκ μέρους του εναγομένου, χωρίς να προσδιορίζει ειδικότερα την αιτία της απαιτήσεώς του, αβασίμως το ζητούσε, διότι ουδόλως είχε αποδειχθεί ρητή ή σιωπηρή συμφωνία του εναγομένου επί του περιεχομένου της από 5-8-2005 επιστολής του ενάγοντος.
Ότι, αντιθέτως, είχε αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος, δια της από 26-9-2005 απαντητικής επιστολής του προς τον ενάγοντα, αφ' ενός είχε διαφωνήσει ως προς το ύψος των αμοιβών αυτού και αφ' ετέρου είχε διαμαρτυρηθεί ως προς τον άνευ δικαιώματος καταλογισμό του εισπραχθέντος ποσού των 15.000 ευρώ στις οφειλόμενες αμοιβές και τα έξοδα.
Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε, ως αβάσιμο, το συγκεκριμένο κονδύλιο της ένδικης αγωγής. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας α) έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του ότι το κονδύλιο των 330 ευρώ ζητείτο δυνάμει συμβάσεως αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους, αλλά τον απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμο και β) διέλαβε πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία κατά τη νομική και ουσιαστική διερεύνηση του εν λόγω ισχυρισμού, αφού από τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν προκύπτει ευθέως και χωρίς αμφιβολία ότι η δι' επιστολής ρητή άρνηση του αναιρεσιβλήτου να αποδεχθεί τον αποσταλέντα λογαριασμό απέκλειε την κατάρτιση οποιασδήποτε συμφωνίας, ρητής ή σιωπηρής, περί αναγνωρίσεως οφειλής αυτού έναντι του αναιρεσείοντος.
Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-12-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 1401/ 2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε την 28η Φεβρουαρίου 2012 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε δημόσια συνεδρίαση, στην Αθήνα, την 3η Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ