Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding judicial confession admissibility and weight. Appeal rejected for procedural error and misapplication of evidence rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's labor judgment. The appellant argued the court failed to give full evidentiary weight to the defendant's judicial confession, violating specific procedural codes. The court ruled that under labor dispute procedures, judges have free discretion to assess evidence weight and are not bound by rigid statutory definitions of evidentiary force, thus rejecting the appeal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339, 352 para. 1, 559 no. 12, 670, 671 para. 1, 674 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Judicial confession constitutes full proof when made before the trial court, but appeals based on failure to grant it full weight are inadmissible in labor disputes where judges freely assess evidence weight.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 582 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 582/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ - ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Α.Ε." και με το διακριτικό τίτλο "MEDICENTER", που εδρεύει στην Κόρινθο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τριάντο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Τσακούλια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1257/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 2665/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 21-1-2004 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1409/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2665/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 6219/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-5-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 5-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Επειδή, κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 παρ.1 ΚΠολΔ, η δικαστική ομολογία αποτελεί αποδεικτικό μέσο που όταν γίνει ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Όταν δε το δικαστήριο, μολονότι τη δικαστική αυτήν ομολογία επικαλέστηκε ο ωφελούμενος διάδικος, εν τούτοις δεν την έλαβε υπόψη και έτσι κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από αυτή δημιουργείται ο από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η αναφερόμενη γνήσια αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελούσε η ένδικη από 10-6-1997 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διετούς διάρκειας, που είχε καταρτιστεί μεταξύ της αναιρεσείουσας αφενός, ως εργοδότριας και της αναιρεσίβλητης αφετέρου, ως μισθωτής, πληρώθηκε πλασματικά από το τέλος του μήνα Φεβρουαρίου του έτους 1998, επειδή η πλήρωσή της εμποδίστηκε αντίθετα προς την καλή πίστη από την αναιρεσείουσα, η οποία θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της, κατά τα ειδικότερα στην ως άνω απόφασή του σχετικώς αναφερόμενα.
Ακολούθως δε δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα κατάγγειλε σιωπηρώς την προαναφερόμενη σύμβαση εργασίας στις 26-4-1998, με αποτέλεσμα να περιέλθει έκτοτε και μέχρι τις 23-7-1998 σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης ως πυρηνικής ιατρού και έτσι να οφείλει στην τελευταία ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικά διάστημα από 28-4-1998 έως και 23-7-1998 το συνολικό ποσό των 3.625.000 δραχμών ή 10.638,30 ευρώ.
Ήδη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την ως άνω απόφασή του δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, την οποία η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί με τις προτάσεις που αυτή υπέβαλε κατά τη συζήτηση της εφέσεως της αντιδίκου της, μετά την οποία συζήτηση εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και η οποία ομολογία προέκυπτε από τα δικόγραφά της ένδικης αγωγής και της εν λόγω εφέσεως αναφορικά με το ότι η αναιρεσίβλητη τουλάχιστον από το τέλος του μήνα Μαρτίου του έτους 1998 γνώριζε ότι η μεταξύ αμφοτέρων σύμβαση εργασίας είχε σιωπηρώς καταγγελθεί εκ μέρους της αναιρεσείουσας, γεγονός που είχε ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης, αφού δημιουργούσε απαράδεκτο της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης λόγω παρόδου της τρίμηνης αποσβεστικής (ανατρεπτικής) προθεσμίας που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3198/1955 από τη λύση της σχέσεως εργασίας, γεγονός που είχε προταθεί κατ' ένσταση από την αναιρεσείουσα.
Τα γεγονότα όμως που κατά το λόγο αναιρέσεως, δέχτηκε η αναιρεσίβλητη με την ένδικη αγωγή και την έφεσή της αφορούν απλά και μόνο ομολογία για γνώση της τελευταίας για το ότι από το τέλος του μήνα Μαρτίου του έτους 1998 εξαιτίας της "αντισυμβατικής συμπεριφοράς" της αντιδίκου της (αναιρεσείουσας), κατά τα στα εν λόγω δικόγραφα (αγωγής-εφέσεως) αναφερόμενα, η πλήρωση της ως άνω αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η σύμβαση εργασίας, εμποδίστηκε από την αναιρεσείουσα αντίθετα προς την καλή πίστη, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η αίρεση αυτή πληρώθηκε (άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ), όχι όμως και για γνώση αυτής (αναιρεσίβλητης) για το ότι έκτοτε η με την αντίδικό της υφιστάμενη σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε, σιωπηρώς, από την τελευταία.
Επομένως το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη ότι για το τελευταίο γεγονός υφίστατο δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚπολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου, δηλαδή δικαστικής ομολογίας της αναιρεσίβλητης αναφορικά με γνώση αυτής από το τέλος του μήνα Μαρτίου του έτους 1998 για έκτοτε σιωπηρή καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσείουσας της μεταξύ αμφοτέρων υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας, που η τελευταία είχε επικαλεστεί και γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.- 2.-Επειδή, κατά τις διατάξεις του α' εδαφίου του άρθρου 670 και του α' εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 671 του περί εργατικών διαφορών κεφαλαίου του ΚπολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 674 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη, αφενός "οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα" (εδ.
α' άρθρου 670) και αφετέρου "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου" (εδ. α' της παρ. 1 άρθρου 671). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚπολΔ), μπορεί να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε αποδεικτικά μέσα και όταν ακόμη αυτά δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, γιατί δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ αυτών.
Από αυτά συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚπολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων" και εξαιτίας της παραβιάσεως αυτής προσέδωσε σε ένα από αυτά μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν αυτό εκτιμά ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚπολΔ και του αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από εκείνη που του αποδίδει ο αναιρεσείων, δεν συμβιβάζεται προς το πνεύμα και την οικονομία της διαγραφόμενης από τις πιο πάνω διατάξεις ειδικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, γιατί "δεν απέδωσε στην (ως άνω, στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενη και με αμφότερους τους λόγους αναιρέσεως προβαλλόμενη ως γενόμενη) δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης την αυξημένη αποδεικτική ισχύ που της αναγνωρίζει το άρθρο 352 ΚπολΔ, αλλά την εκτίμησε με την αυτή αποδεικτική δύναμη που είχαν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα...".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚπολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρήθηκε η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.ΚπολΔ), με αποτέλεσμα να μη ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του ίδιου Κώδικα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Μαΐου 2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Α.Ε." και με το διακριτικό τίτλο "MEDICENTER" για αναίρεση της υπ' αριθ. 6219/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ