Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding employment contract and wage disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute. The appellant argued that the lower court failed to properly cite facts and ignore evidence regarding unpaid wages and severance pay. The court found the lower court's reasoning sufficient and confirmed that it had considered all relevant evidence, including bank transfer records.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) KPolD; Art. 561(1) KPolD: An appeal is inadmissible if the lower court's decision lacks a legal basis due to insufficient factual reasoning, but admissible if the omission concerns only the parties' arguments or the court's unreviewable evidence assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 582 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 582/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διαμαντή Σταματίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1533/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6607/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-2-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, διάβασε την από 23-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί αυτό να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Η αναιρεσίβλητη προσελήφθη από τον αναιρεσείοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 15-7-1991, προκειμένου να εργαστεί με την ιδιότητα της τεχνίτριας πάγκου στο επί της οδού ....., εργαστήριο αργυροχρυσοχοϊας και πολυτίμων λίθων με συμφωνημένο μεικτό ημερομίσθιο 5573 δραχμές και με ωράριο από 09.00 έως 17.00 καθημερινά (πλην Σαββάτου και Κυριακής).
Με την ιδιότητα αυτή του εργατοτεχνίτη, αφού παρείχε κατά κύριο λόγο σωματική εργασία και συγκεκριμένα χειρωνακτική, η αναιρεσίβλητη προσέφερε τις ως άνω υπηρεσίες της μέχρι τις αρχές 1995, που ο αναιρεσείων μετέφερε το εργαστήριό του από ... στο ..., εξακολουθώντας και μετά τη μεταφορά αυτή να προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες.
Τον Οκτώβριο 1995 ο αναιρεσείων στο νέο εργαστήριο διαμόρφωσε ένα ξεχωριστό από το εργαστήριο χώρο και τον μετέτρεψε σε κατάστημα λιανικής πωλήσεως των παραπάνω προϊόντων και πρότεινε στην αναιρεσίβλητη να αναλάβει, εκτός από την παραπάνω απασχόλησή της και του νομίμου γι' αυτήν ωραρίου και το τμήμα λιανικής πώλησης, ως πωλήτρια.
Πράγματι, με νέα αυτοτελή και ανεξάρτητη από την πρώτη σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκε να απασχολείται η αναιρεσίβλητη και ως πωλήτρια κατά τις απογευματινές ώρες των εργασίμων ημερών της εβδομάδας και ειδικότερα κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Παρασκευή από ώρα 17.00 μέχρι 21.00 και τα Σάββατα από 09.00 έως 14.30. Για την αυτοτελή και ανεξάρτητη αυτή συμβατική εργασιακή σχέση συμφωνήθηκε μηνιαίος μισθός 264,12 ευρώ και έτσι οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσίβλητης, μαζί με τις μηνιαίες αποδοχές της από την πρώτη σύμβαση, που τον Οκτώβριο 1995 ανέρχονται σε 498,90 ευρώ, διαμορφώθηκαν στο ποσό των 763,02 ευρώ.
Έκτοτε και μέχρι την απόλυσή της (13-5-2003), η αναιρεσίβλητη προσέφερε τις υπηρεσίες της στον αναιρεσείοντα, ο οποίος εν τω μεταξύ από τον Μάρτιο 2001 μετέφερε το κατάστημα σε άλλη οδό ... με τις δύο αυτοτελείς και ανεξάρτητες συμβάσεις εργασίας και με τις ιδιότητες της τεχνίτριας πάγκου και πωλήτριας αντίστοιχα, οι δε αποδοχές της είχαν διαμορφωθεί σε 704,33 και 352,16 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά στο ποσό των 1056,49 ευρώ.
Παρόλο όμως που η αναιρεσίβλητη προσέφερε τις συμφωνημένες υπηρεσίες της, ορισμένους μήνες ο αναιρεσείων της κατέβαλε μέρος των αποδοχών της, με αποτέλεσμα να προκύψουν οι αναφερόμενες στην απόφαση για το επίδικο διάστημα διαφορές. Επίσης ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε κανένα ποσό για δώρα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) κατά τα έτη 1999 και μέχρι τη λύση των εργασιακών σχέσεων και περαιτέρω αποδεικνύεται ότι όλα τα παραπάνω χρόνια (1999-2003) η αναιρεσίβλητη δεν έλαβε τη δικαιούμενη κατά τα έτη αυτά άδεια αναψυχής και το επίδομα άδειας και έτσι δικαιούται ως αποζημίωση τις κατ' έτος αποδοχές αδείας και επίδομα άδειας.
Στις 13-5-2003, η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων, με την προϋπόθεση να λάβει τη σχετική αποζημίωσή της, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 3101 ευρώ, έναντι του οποίου καταβλήθηκαν 2300 ευρώ και οφείλεται το υπόλοιπο (801 ευρώ) Βεβαιώθηκε σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως η απασχόληση της αναιρεσίβλητης με τις δύο αυτοτελείς και ανεξάρτητες εργασιακές σχέσεις καθώς και το ύψος των αποδοχών της, το οποίο άλλωστε προκύπτει και από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες αναλυτικές καταστάσεις κίνησης λογαριασμού, σχετικές με τη μισθοδοσία της τελευταίας, ενώ από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει η εξόφληση των παραπάνω οφειλών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, επιδικάσθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση στην αναιρεσίβλητη οι διαφορές των αποδοχών της, τα επιδόματα εορτών, οι αποδοχές και τα επιδόματα αδείας και η διαφορά της αποζημίωσης απολύσεως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις επιδικασθείσες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης και την ένσταση εξοφλήσεως του αναιρεσείοντος, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθεισών διατάξεων των άρθρων 648, 655, 416 ΑΚ, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980, 10 παρ.1 της Υ.Α. 19040/1981, 3 και 5 παρ. 4 του Α.Ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκαν με τα άρθρα 1 παρ. 3 του Ν.Δ. 4547/1968 και 3 παρ. 15 του Ν.Δ. 4504/1966, 1 του Ν. 1346/1983 και 5 παρ.1,3 του Ν 3198/1955, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, για την απόδειξη του ισχυρισμού του για εξόφληση των ένδικων απαιτήσεων, α) τις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών 9840, 9841 και 9842/2-6-2004 ένορκες βεβαιώσεις και β) συναλλαγματικές εξόφλησης των απαιτήσεων αυτών.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσεώς του, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις καθώς και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Όπως προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, με τις οποίες αντιμετωπίζονται διεξοδικά τα επίδικα ζητήματα, προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι το Εφετείο έλαβε πράγματι υπόψη και ασχολήθηκε με τα αποδεικτικά αυτά μέσα.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 138/3-2-2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της 6607/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ