Legislator Case Law & Legislation
582/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against Council ruling as procedural appeal is inadmissible under Criminal Procedure Code.

Case Number 582/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a Council of Appeal's ruling rejecting his objection to a summons. The appellant argued the Council's decision lacked proper reasoning and misapplied substantive criminal law, claiming the ruling was appealable under Article 482 of the Criminal Procedure Code. The court held that the appellant's appeal was inadmissible because the contested Council ruling did not fall under the specific categories of decisions subject to appeal provided in Article 482, Paragraph 1.

Legislator headnote

AI generated

Articles 313, 314, 315, 320, 321, 322, 432, 463, 476, 482, 583 of the Criminal Procedure Code; An appeal against a Council ruling rejecting an objection to a summons is inadmissible unless the ruling falls under the specific categories listed in Article 482, Paragraph 1.

Keywords

AI generated
Criminal Procedure Code inadmissible appeal Council of Appeal summons objection Article 482 procedural appeal criminal trial

Cited Legislation

AI generated
Article 313 of the Criminal Procedure Code
Article 314 of the Criminal Procedure Code
Article 315 of the Criminal Procedure Code
Article 320 of the Criminal Procedure Code
Article 321 of the Criminal Procedure Code
Article 432 of the Criminal Procedure Code
Article 463 of the Criminal Procedure Code
Article 476 of the Criminal Procedure Code
Article 482 of the Criminal Procedure Code
Article 583 of the Criminal Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Case 1251/1987
Case 2166/1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 582 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 582/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eυριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια και Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Ν. Μ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 383/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.

Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Απριλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 924/2005.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημοσθένης Κορδοπάτης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, με αριθμό 448/18-1-2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ’ άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ. την υπ’ αρ.15/25-4-2005 αίτηση αναίρεσης του Ν.

Μ. του Α., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αριθ.383/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής : Α) Το εν λόγω προσβαλλόμενο βούλευμα έχει μεν επιδοθεί με θυροκόλληση στον ίδιο την 11-4-2005, στην ίδια δε την αντίκλητό του δικηγόρο Ελένη Καλέση την 13-4-2005, οπότε έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, δηλαδή την 25-4-2005, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στην οποία επικαλείται ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όπως αναλυτικά εκτίθενται στη συνημμένη έκθεση, ενώ στηρίζει την τυπική παραδοχή και βασιμότητά της στην εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 482 Κ.Π.Δ.

Β)Στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος εκτίθενται τα εξής : Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 313, 314, 315, 320 , 321 και 322 παρ.3 του Κ.Π.Δ., σαφώς συνάγεται ότι στην περίπτωση που η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Α’ Βαθμού (Κακουργημάτων) με βούλευμα γίνει αμετάκλητη, η εισαγωγή της υποθέσεως στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου γίνεται με κλήση του αρμοδίου Εισαγγελέα Εφετών, που εκδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 320 και 321 Κ.Π.Δ. (ΕΑ 2166/1992, Υπερ.1993, 1128, 819/1983 Π.Χρ.

ΛΔ 961). Κατά της κλήσεως αυτής, δεν επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Κάτι τέτοιο προβλέπεται μόνο στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος κλητευθεί απευθείας στο ακροατήριο του Εφετείου, για πλημμέλημα με κλητήριο θέσπισμα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 111 παρ.7 του Κ.Π.Δ. και όχι και στην ανωτέρω αναφερομένη περίπτωση παραπομπής για κακούργημα, αν ασκηθεί δε προσφυγή στην περίπτωση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 1251/1987 Π.Χρ.

ΛΗ 68, ΕΑ 2166/1992 και 819/1983 ο.π.). Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος Ν. Μ. του Α. παραπέμφθηκε με το 1409/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Α’ Βαθμού (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης για να δικασθεί ως υπαίτιος άμεσης συνέργειας σε απόπειρα απάτης από κοινού, που τελέστηκε από άτομο που διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος άνω των 5.000.000 δραχ. (15.000 ευρώ), πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος από τα άρθρα 42 παρ.1, 46 παρ.1β και 386 παρ.1 και 3 Π.Κ.

Κατά του ανωτέρω βουλεύματος άσκησε έφεση η οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν με το 185/2003 βούλευμα του παρόντος Συμβουλίου. Όταν η παραπομπή στο ακροατήριο έγινε αμετάκλητη, ο Εισαγγελέας Εφετών προσδιόρισε την εκδίκαση της υποθέσεως στη δικάσιμο της 23-5-2005 και με την υπ’ αριθ.183/2003 κλήση του κλήτευσε τον κατηγορούμενο για την εν λόγω δικάσιμο.

Κατά της κλήσεως αυτής άσκησε ο κατηγορούμενος την κρινομένη προσφυγή, η οποία για τους αναφερομένους στη μείζονα σκέψη και στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία και το Συμβούλιο αναφέρεται, λόγους πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Γ)Εξάλλου, κατ’ άρθρ.463 εδ.α’ Κ.Π.Δ., ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατ’ άρθρ.476§1 ιδίου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει η εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, κηρύσσεται αυτό απαράδεκτο.

Επίσης, το άρθρο 482 ορίζει : "1. Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, όταν : α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του (όπως αντικατ.

από το άρθρ.41§1 του Ν.3160/2003). 2. Η διάταξη του άρθρ.478§2 εφαρμόζεται αναλόγως και στην αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου. 3. Αν το συμβούλιο εφετών επιλήφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 317, κατά του βουλεύματος που εκδίδεται από αυτό μπορεί να ασκηθεί αναίρεση μόνο στις περιπτώσεις της παρ.1" Δ) Είναι φανερό λοιπόν ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, διότι δεν εμπίπτει σε καμία από τις περιπτώσεις του άρθρ.482 Κ.Π.Δ.

Εδώ πρέπει να επισημανθεί, όπως εύστοχα τονίζεται και στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι η προσφυγή του κατηγορουμένου στρεφόταν κατά της υπ’ αριθ.183/2003 κλήσης του, που δεν προβλέπεται από το άρθρ.322, καθόσον τούτο ρητώς αναφέρεται σε παραπομπή με κλητήριο θέσπισμα.

Ανεξαρτήτως όμως αυτού, αναίρεση κατά βουλεύματος απορρίπτοντος έφεση ως απαράδεκτη επιτρέπεται μόνο για το λόγο αυτό και όχι για την ουσία της υπόθεσης (έτσι ΑΠ 1040/2004, Π.Χ. ΝΕ/433), όπως εν προκειμένω, που οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης αναφέρονται στην ουσία και όχι στο απαράδεκτο. Για τους παραπάνω λόγους Προτείνω: 1) Ν’ απορριφθεί η υπ’ αρ.15/25-4-2005 αίτηση αναίρεσης του Ν.

Μ. του Α., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αριθ.383/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα, 23 Ιουνίου 2005

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης.

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ότι ειδοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τον Κ.Π.Δ., ο κατηγορούμενος επιτρέπεται να παραπεμφθεί στο ακροατήριο είτε με απ’ ευθείας κλήση είτε με βούλευμα. Η με βούλευμα παραπομπή είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση την προβλεπομένη από το άρθρο 313 ΚΠΔ και όταν αυτή (παραπομπή) καταστεί αμετάκλητη. Η, εις την τελευταία αυτή περίπτωση εισαγωγή της υποθέσεως στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, γίνεται με κλήση του αρμόδιου Εισαγγελέα που εκτίθεται σύμφωνα με τα άρθρα 320 και 321 ΚΠΔ. Κατά της κλήσεως αυτής δεν επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Τέτοια προσφυγή επιτρέπεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4322 ΚΠΔ μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία ο κατηγορούμενος κλητευθεί απ’ ευθείας στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου με κλητήριο θέσπισμα.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε με το 1409/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης προκειμένου να δικασθεί για άμεση συνέργεια σε απόπειρα απάτης από κοινού, που τελέστηκε από άτομο που διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος άνω των 5.000.000 δρχ. (15000 ευρώ).

Κατά του ανωτέρω βουλεύματος άσκησε έφεση, η οποία, με το 185/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης απερρίφθη κατ’ ουσίαν. Όταν η παραπομπή στο ακροατήριο έγινε αμετάκλητη, ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης προσδιόρισε την εκδίκαση της υποθέσεως στην δικάσιμο της 23-5-2005 και κάλεσε τον κατηγορούμενο να παραστεί στην παραπάνω δικάσιμο με την 183/2003 κλήση.

Κατά της κλήσεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης προσφυγή, η οποία με το 383/2005 βούλευμα του απερρίφθη, ως απαράδεκτη. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και βάλλει κατ’ αυτού (βουλεύματος) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.

Η προκείμενη αίτηση είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 463 α και 476 παρ. 1 ΚΠΔ, απορριπτέα ως απαράδεκτη γιατί το προκείμενο βούλευμα, ως μη εμπίπτον σε μια από τις κατηγορίες που προβλέπει το άρθρο 482 παρ. 1, 3 ΚΠΔ, δεν υπόκειται σε αναίρεση.

Απορριπτομένης της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 15/25-4-2005 αίτηση του Μ. Ν. του Α. για αναίρεση του 383/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2006. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα την 14 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ