Supreme Court dismisses appeal against insurance liquidation court decision due to lack of legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece declared the appeal inadmissible because the appellant insurance company lacked legal interest in challenging the final judgment. The case involved a dispute over insurance claims following the company's liquidation, where the court noted that individual lawsuits are suspended during liquidation proceedings. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the first respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577(1)-(2) and 556(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest, which is absent when the appellant is an insurance company under liquidation as individual enforcement and appeals are suspended.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 581 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 581/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τεθείσας υπό ασφαλιστική εκκαθάριση Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "INTERNATIONAL LIFE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Φρουδάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γ. - Κ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και με διακριτικό τίτλο "ΞΥΛΙΝΟ ΧΩΡΙΟ", που εδρεύει στην Χρυσομιλιά Τρικάλων και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παρασκευά Ατλαμάζογλου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2016 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 30/12/2016 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3772/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6477/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/7/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά πρώτα και μάλιστα αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι λόγοι του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης και ακολούθως, αν κρίνει αυτή παραδεκτή και νόμιμη, προχωρεί στην έρευνα του βάσιμου των λόγων της αναίρεσης. Κύρια θετική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης είναι και το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναίρεσης του διαδίκου που επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης.
Για την άσκηση αναίρεσης νομιμοποιείται γενικά κατά το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, μόνον ο ηττηθείς κατά κανόνα διάδικος. Ηττηθείς δε είναι ο διάδικος που βλάπτεται από το περιεχόμενο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του.
Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, ο εναγόμενος βλάπτεται και συνεπώς έχει έννομο συμφέρον για άσκηση αναίρεσης ώστε να μεταβάλει υπέρ αυτού την απόφαση και να αποτραπεί η επιβλαβής γι' αυτόν συνέπεια, κατ' αρχήν, όταν γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του ενάγοντος.
Εξαίρεση του γενικού αυτού κανόνα, θεσπίζει η παράγραφος 2 του άρθρου 556 ΚΠολΔ, που επιτρέπει την άσκηση αναίρεσης και από το διάδικο που νίκησε, εφόσον αυτός έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68, πρέπει δε τούτο να αναφέρεται στο αναιρετήριο για τη νομιμοποίησή του.
Το έννομο συμφέρον, που πρέπει να είναι ατομικό και άμεσο, εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς, για το νικήσαντα διάδικο, συνέπειες (ΑΠ 109/2022, ΑΠ 1278/2021, ΑΠ 41/2016, ΑΠ 1244/2013, ΑΠ 1234/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η κυρίως ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Γ.-Κ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και τον διακριτικό τίτλο "Ξύλινο Χωριό", με την από 30-9-2016 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία να της καταβάλει το ποσό των 250.305,78 ευρώ, ως ασφάλισμα από τη μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου.
Στη δίκη αυτή η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε" άσκησε κύρια παρέμβαση ενωμένη με παρεμπίπτουσα αγωγή, ισχυριζόμενη ότι αυτή είναι δικαιούχος του ασφαλίσματος ως εκδοχέας της απαίτησης και προσημειούχος ενυπόθηκη δανείστρια της ασφαλισμένης.
Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3772/2017 απόφαση του άνω δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι δικαιούχος του ασφαλίσματος είναι η κυρίως παρεμβαίνουσα-παρεμπιπτόντως ενάγουσα και κατόπιν τούτου απορρίφθηκε η κύρια αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη και έγινε δεκτή η κύρια παρέμβαση και η σωρευόμενη μ' αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία να της καταβάλει το ποσό των 186.201,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της παρεμπίπτουσας αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Κατά της απόφασης αυτής, η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή, άσκησε έφεση, με την οποία ζήτησε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθούν οι ως άνω συνεκδικαζόμενες κύρια και παρεμπίπτουσα αγωγές και η κύρια παρέμβαση. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη, αναφορικά με την πρώτη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολογικό ότι η κύρια αγωγή που άσκησε αυτή σε βάρος της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε χωρίς να περιέχεται στην απόφαση διάταξη ή αιτιολογία υπέρ της παραπάνω αναιρεσίβλητης που να βλάπτει την αναιρεσείουσα.
Επομένως, η αναιρεσείουσα που είναι νικήσασα διάδικος ως προς την κύρια αγωγή, αφού αυτή απορρίφθηκε, δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που αφορά στην κυρίως ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, εφόσον δεν βλάπτεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν περιέχει διάταξη υπέρ της αντιδίκου της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη η αναίρεση πρέπει, κατά παραδοχή και του σχετικού υποβαλλόμενου με τις προτάσεις της αιτήματος της τελευταίας, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί η αναρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΙΙ. Περαιτέρω, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 6477/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 3772/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 186.201,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επόμενη ημέρα της παρεμπίπτουσας αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Η αίτηση αναίρεσης, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 235 του Ν. 4364/ 2016 (ΦΕΚ Α` 13, 5.2.2016): "1. Η Εποπτική Αρχή είναι η μόνη αρμόδια να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης του άρθρου 220 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης, εκτός αν άλλως ορίζεται στην απόφαση... 2... 3.
Στην περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα και επί ζητημάτων, που δεν ρυθμίζονται από τον Πτωχευτικό Κώδικα, οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και του ΚΠολΔ. Παράβαση των διατάξεων αυτών επιφέρει τις ίδιες κυρώσεις και πρόστιμα στο πρόσωπο του ασφαλιστικού εκκαθαριστή όπως στην περίπτωση του Διοικητικού Συμβουλίου." Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 239 παρ. 3-6 του ιδίου νόμου: "3.
Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της για ασφαλίσεις αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης. 4.
Αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών εισάγονται και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. 5. Εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται, με κλήση οποιουδήποτε νομιμοποιουμένου, στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης ανεξάρτητα από το ποσό. 6.
Κατάσχεση ή δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης στα χέρια της ιδίας ή τρίτου δεν επιτρέπεται κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση". Kατά τις διατάξεις δε του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/ 2007) "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους.
Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ενδίκων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι αν ανακληθεί η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης (με απόφαση της αρμόδιας Εποπτικής Αρχής), ακολουθεί, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην απόφαση, το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, συνιστά συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσης, που κινείται από την Εποπτική Αρχή (και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών), οδηγεί δε στη ρευστοποίηση της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης, με σκοπό την ικανοποίηση, αποκλειστικά με τη ρευστοποίηση της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης, των πιστωτών, ανάλογα με το ύψος των κατά της τελευταίας υφισταμένων απαιτήσεών τους.
Επί της εκκαθάρισης αυτής είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική, εφαρμογή εκείνων μόνον των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, οι οποίες δεν αντίκεινται στον επιδιωκόμενο με την ως άνω εκκαθάριση σκοπό. Μεταξύ των εφαρμοστέων διατάξεων περιλαμβάνεται και εκείνη του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα, η οποία προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή, από την κήρυξη της πτώχευσης, όλων των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς εκπλήρωση ή ικανοποίηση των πτωχευτικών απαιτήσεών τους (έναρξη, συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης, άσκηση, εκδίκαση ενδίκων μέσων κ.λπ.), όσες δε πράξεις ενεργηθούν κατά παράβαση της αναστολής αυτής είναι απολύτως άκυρες.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, θα πρέπει - αναφορικά με τα, κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης, ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα - να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, επέρχονται ειδικότερα οι ακόλουθες έννομες συνέπειες: Η συζήτηση κάθε είδους, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού χαρακτήρα, αγωγών, που ασκήθηκαν από πιστωτές της εκκαθάρισης κηρύσσεται απαράδεκτη.
Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης, ακόμη κι αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται.
Η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκων μέσων επί αποφάσεων, που εκδόθηκαν κατόπιν αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος από πιστωτές της εκκαθάρισης, απαγορεύεται, ενώ η έναρξη ή συνέχιση διαδικασιών εκτέλεσης εκ μέρους του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ εις βάρος της ασφαλιστικής επιχείρησης αναστέλλονται ομοίως.
Σε περίπτωση δε που, παρά την ανωτέρω απαγόρευση, ασκηθούν αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται αυτών, οφείλει και αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 239 παρ. 3 εδ. τελ. του ν. 4364/2016, να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 36/2022, ΑΠ 643/2020, ΑΠ 1413/2019, ΑΠ 1254/2019, ΑΠ 1218/2019). Η, κατά τα ανωτέρω, απαγόρευση άσκησης και εκδίκασης ενδίκων μέσων επί αποφάσεων, που εκδόθηκαν, κατόπιν αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος από πιστωτές της εκκαθάρισης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αφορά τόσο αυτά, που στρέφονται κατά της επιχείρησης, όσο και αυτά, που στρέφονται σε βάρος των ασφαλισμένων της, για ασφαλίσεις αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση (εννοείται για τις αξιώσεις των ζημιωθέντων τρίτων), έτσι ώστε να προστατεύονται και οι δύο από τις αξιώσεις τρίτων.
Επομένως, υπό το καθεστώς του νέου νόμου 4364/2016 για εκκαθαρίσεις, που έλαβαν χώρα από 1.1.2016 και μετά, όταν μία ασφαλιστική εταιρία τίθεται υπό ασφαλιστική εκκαθάριση και για όσο διάστημα διαρκεί αυτή, αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις κατά της εταιρίας όλων όσων έχουν απαίτηση από ασφάλιση κατά αυτής. Η αναστολή των ατομικών διώξεων περιλαμβάνει και την άσκηση ενδίκων μέσων κατά οριστικών αποφάσεων για τις παραπάνω διαφορές, είτε από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή, είτε από τον τρίτο ζημιωθέντα.
Με την παραπάνω διαδικασία, που ομοιάζει με την πτωχευτική διαδικασία, κατά το χρόνο της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης, προστατεύεται και η ασφαλιστική εταιρία από τη διατήρηση των ενεργητικών στοιχείων της περιουσίας της, αλλά και οι ασφαλισμένοι από τις ατομικές διώξεις των ζημιωθέντων τρίτων, εφόσον η ασφαλιστική τους εταιρία προέκυψε αφερέγγυα, όλα δε αυτά ισχύουν, όπως αναφέρθηκε, για τις νέες ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις, που άρχισαν μετά την 1.1.2016 (ΑΠ 1161/2023, ΑΠ 208/2023, ΑΠ 36/2022, ΑΠ 643/2020, ΑΠ 672/2019, ΑΠ 1254/2019, ΑΠ 1413/2019, ΑΠ 1218/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι με την υπ` αρ. 230/2/15-5-2017 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β` 1665/15-5-2017), ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας και αυτή τέθηκε υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 109, 110, 114, 226 και 235 του Ν. 4364/2016, ενώ με τη με αριθμό ...-2017 (ΦΕΚ ...-2017) απόφαση της ίδιας ως άνω Επιτροπής, διορίσθηκε ασφαλιστικός εκκαθαριστής.
Σύμφωνα, λοιπόν, με την προηγούμενη νομική σκέψη, εφόσον η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται υπό ασφαλιστική εκκαθάριση με συνέπεια να αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις και κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και η αναστολή αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ενδίκων μέσων κατά οριστικών αποφάσεων για τις παραπάνω διαφορές, είτε από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή, είτε από τον τρίτο ζημιωθέντα, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης που απευθύνεται κατά της υπ` αριθ. 6477/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 14-12-2017 έφεση κατά της υπ' αριθ. 3772/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 30-12-2016 κύριας παρέμβασης και της σωρευθείσας μ' αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής που άσκησε η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη με αντικείμενo την καταψήφιση ασφαλιστικού ποσού, ως δικαιούχος αυτού, κατόπιν εκχώρησης του δικαιώματος της ασφαλιστικής απαίτησης από την ασφαλισμένη πρώτη αναιρεσίβλητη, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, που κάλυπτε η ως άνω ασφαλιστική εταιρία, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο τούτο.
Τέλος, διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης δεν πρέπει να περιληφθεί στην παρούσα απόφαση, διότι αυτή δεν είναι οριστική, εφόσον δεν τέμνει ολοκληρωτικά τη διαφορά της δίκης μεταξύ των άνω διαδίκων (ΟλΑΠ 4/2013).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-7-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθμ. 6477/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 14-7-2020 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ` αριθμ. 6477/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ