Supreme Court dismisses appeal for absent parties and remands case for retrial on specific grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the hearing invalid for several appellants who failed to appear, resulting in a remand for retrial. The court found that the lower court's assumption regarding salary evidence was not clearly supported by the record, making specific appeal arguments admissible. Consequently, the judgment was partially annulled for the affected parties while costs were awarded to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 260 and 573 of the Code of Civil Procedure; If all parties do not appear or do not participate normally in the hearing, the discussion is voided, and if specific appeal grounds are admissible despite procedural defects, the judgment is partially annulled and the case remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 581 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 581/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 2/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Ερατώ Κολέση και Βάια Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9η Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Λ. του Ε., κατοίκου …, 2) Μ. Κ. του Δ., κατοίκου …, 3) Δ. Μ. του Θ., κατοίκου …, 4) Δ. Π. του Ν., 5) Κ. Σ. του Α., 6) Α. Χ. του Δ., 7) Ι. Γ. του Ξ., 8) Δ. Σ. του Κ., 9) Γ. Μ. του Ι., 10) Γ. Μ. του Ε., κατοίκων …., 11) Π. Τ. του Θ., 12) Σ. Φ. του Α., 13) Σ. Α. του Κ., 14) Η. Κ. του Α., κατοίκων …., 15) Γ. Λ. του Κ., κατοίκου …. και 16) Σ. Μ. του Π., κατοίκου …, εκ των οποίων οι με α/α 4ος, 9ος, 10ος και 16ος παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας-Κωνσταντίνας Αποστολοπούλου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις. Όλοι οι λοιποί δεν παραστάθηκαν. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Η.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …. και παραστάθηκε ως προς τους με α/α 4ου,9ου,10ου και 16ου , δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Αλεξίου Βάγια, Αλεξίου Παπασταύρου και Χρήστου Θεοδώρου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν η 128/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 228/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-6-2019 αίτησή τους και τους από 1-9-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 260 ΚπολΔ, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικα εφαρμόζεται και επί της διαδικασίας της κατ' αναίρεση δίκης, εάν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος και δέκατος πέμπτος των αναιρεσειόντων δεν παρέστησαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε από την αρχική δικάσιμο της 1ης-11-2022 και γράφτηκε στο πινάκιο, ούτε έχει κατατεθεί κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 524 παρ. 1 ΚπολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, ενώ η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη ως προς αυτούς.
Ως εκ τούτου, η συζήτηση ανάμεσα στην αναιρεσίβλητη και στους ως άνω αναιρεσείοντες πρέπει να κηρυχθεί ματαιωμένη. Με την από 7-6-2019 (αρ.εκθ.καταθ. …/2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 228/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών.
Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ως προς τους προσηκόντως παριστάμενους, τέταρτο, ένατο, δέκατο και δέκατο έκτο των αναιρεσειόντων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), Επίσης παραδεκτοί είναι ως προς τους παρισταμένους προσηκόντως αναιρεσείοντες, οι από 1-9-2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στις 7-9-2022 (αριθμ.εκθ.καταθ.
…/7-9-2-22) και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (9-1-2024), που ορίστηκε για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (βλ. την υπ' αριθμ. …/20-9-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ.-Π.
Κ.).
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού είναι συναφείς, αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση (ΑΠ 304/2020, Απ 805/2020, ΑΠ 894/2018) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 20-7-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …/21-7-2015 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι προσελήφθησαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκείμενου να εργασθούν με τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότητες στο εργοστάσιο της τελευταίας στην ….
Ότι στις 26/3/2013 η αναιρεσίβλητη εντελώς αιφνιδιαστικά, κατόπιν προηγηθείσας απόφασης του Διοικητικού της Συμβουλίου της 25ης/3/2013, τους γνωστοποίησε ότι διακόπτει τη λειτουργία του ανωτέρω εργοστασίου και έκτοτε δεν τους απασχολεί. Ότι στο πλαίσιο υλοποίησης της απόφασής της περί απόλυσης διακοσίων είκοσι εννέα εργαζομένων του ανωτέρω εργοστασίου, κατήγγειλε τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των έξι (6) πρώτων εναγόντων στις 4-5-2015, στις 30-6-2015 τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των επόμενων έξι (6) εναγόντων και στις 1-7-2015 τις συμβάσεις εργασίας των υπολοίπων τεσσάρων (4) εναγόντων.
Ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρη διότι έλαβε χώρα: α) κατά παράβαση του Ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων, άλλως κατά καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου αυτού, β) κατά παράβαση των υποχρεώσεων έγκαιρης ενημέρωσης και διαβούλευσης που απορρέουν από το ΠΔ 240/2006, αλλά και από συναφείς συμφωνίες που έχουν καταρτισθεί μεταξύ της Διοίκησης της αναιρεσίβλητης και των εκπροσώπων των εργαζομένων, γεγονός που καθιστά άκυρες τις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 174 ΑΚ, άλλως του άρθρου 178 Α.Κ., άλλως του άρθρου 281 ΑΚ, άλλως γ) κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ διότι η αναιρεσίβλητη επιδεικνύοντας φανερά αντιφατική συμπεριφορά προέβη σε αιφνίδια και αδικαιολόγητη, δεδομένης της οικονομικής ευρωστίας και βιωσιμότητας αυτής, διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της και καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του συνόλου των εργαζομένων, προσβάλλοντας δυσανάλογα τα έννομα αγαθά των εναγόντων, παρά το γεγονός ότι η επιχειρηματική της δράση επέτρεπε ηπιότερες λύσεις και εξυπηρετείτο από αυτές, δ) κατά παράβαση των διατάξεων του Ν.1264/1982 περί προστασίας των συνδικαλιστικών στελεχών και ε) κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/55 λόγω μη καταβολής της προσήκουσας αποζημίωσης.
Με βάση τα προαναφερόμενα, ζήτησαν: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, β) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες τους με την απειλή χρηματικής ποινής, για την περίπτωση παραβίασης της εκδοθησόμενης απόφασης, γ) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας από την επομένη της άκυρης καταγγελίας της ατομικής σύμβασης εργασίας κάθε ενάγοντος μέχρι τις 12-11-2015, νομιμοτόκως, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αγωγή, επικουρικώς δε, για την περίπτωση της απόρριψης του κυρίου αιτήματος περί αναγνώρισης της ακυρότητας των καταγγελιών τους, να τους καταβάλει, επίσης νομιμοτόκως, τη διαφορά της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, όπως τα ποσά αυτά προσδιορίζονται λεπτομερώς στο αγωγικό δικόγραφο.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας) με την υπ' αριθμ. 128/2016 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά την κύρια βάση αυτής. Εναντίον της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας την από 29-12-2016 και με αρ. κατ. δικ. …/2016 έφεση. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την με αριθμό 228/2018 απόφασή του, αφού έκρινε κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης ότι η εκκληθείσα έσφαλε ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4 του ΠΔ 240/2006, δέχθηκε την έφεσή της, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και αφού εξέτασε την ουσία αυτής, απέρριψε την αγωγή ως προς όλους τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, πλην του δέκατου πέμπτου εξ αυτών, ως προς τον οποίο την έκανε δεκτή εν μέρει ως προς την επικουρική της βάση, με την οποία ζητούσε τη διαφορά της αποζημίωσης, και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει για την αιτία αυτή το ποσό των 5.980,92 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας.
ΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του προεδρικού διατάγματος 240/2006 (ΦΕΚ Α' 252/16.11.2006) "Περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων", το οποίο εκδόθηκε προκειμένου να προσαρμοσθεί ελληνική νομοθεσία προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ της 11.3.2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (E.E.L 80/23.3.2002), ορίζονται τα ακόλουθα: 1) Στο άρθρο 2 αυτού υπό τον τίτλο "Σκοπός και Αρχές" ότι "1.
Σκοπός του παρόντος προεδρικού διατάγματος είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2002 "περί Θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα" (EEL 80 της 23.3.2002), με στόχο τη θέσπιση ενός γενικού πλαισίου, που καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά το δικαίωμα για ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων στις επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις στην Ελληνική επικράτεια. 2.
Οι πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης καθορίζονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και τις εργασιακές πρακτικές, ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητά τους. 3. Κατά τον καθορισμό ή την εφαρμογή των πρακτικών λεπτομερειών ενημέρωσης και διαβούλευσης, ο εργοδότης και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων εργάζονται με πνεύμα συνεργασίας, σεβόμενοι αμοιβαία τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις και λαμβάνοντας υπόψη τους τόσο τα συμφέροντα της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, όσο και εκείνα των εργαζομένων", 4.
Οι διατάξεις του παρόντος δεν έχουν εφαρμογή στα πληρώματα των ποντοπόρων πλοίων", 2) Στο άρθρο 3 αυτού υπό τον τίτλο "Πεδίο εφαρμογής" ότι "Το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται: α) στις επιχειρήσεις που απασχολούν τουλάχιστον 50 εργαζόμενους και β) στις εγκαταστάσεις που απασχολούν τουλάχιστον 20 εργαζόμενους.
Τα κατώτατα όρια των απασχολουμένων εργαζομένων στην επιχείρηση ή εγκατάσταση καθορίζονται σύμφωνα με τον αριθμό των εργαζομένων στην αρχή του ημερολογιακού μήνα, κατά τον οποίο τίθεται θέμα εφαρμογής του παρόντος, ανεξάρτητα από τις τυχόν μεταγενέστερες μεταβολές του αριθμού των απασχολουμένων κατά το διάστημα του μήνα.", 3) Στο άρθρο 4 υπό τον τίτλο "Πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης": "1.
Σύμφωνα με τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 1 και με την επιφύλαξη των τυχόν υφιστάμενων ευνοϊκότερων για τους εργαζόμενους διατάξεων ή πρακτικών, οι πρακτικές λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης στο ανάλογο επίπεδο, καθορίζονται ως ακολούθως: 2. Η ενημέρωση και διαβούλευση καλύπτουν:
α) την ενημέρωση σχετικά με την πρόσφατη και την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, β) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με την κατάσταση, τη διάρθρωση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση ή εγκατάσταση, καθώς και τα μέτρα πρόληψης που ενδεχομένως προβλέπονται, σε περίπτωση ιδίως που η απασχόληση απειλείται, γ) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με αποφάσεις που μπορούν να επιφέρουν ουσιαστικές μεταβολές στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβάσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων όσων καλύπτονται από τις ισχύουσες διατάξεις του ν. 1387/1983 'Έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις" [ΦΕΚ110 Α') και του π.δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων, ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου" (ΦΕΚ 162 Α'), 3.
Η ενημέρωση πραγματοποιείται κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, ώστε να μπορούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να προβαίνουν στη δέουσα εξέταση και να προετοιμάζονται ενδεχομένως για διαβουλεύσεις, 4. Η διαβούλευση πραγματοποιείται: α) κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, β) στο ενδεδειγμένο επίπεδο διεύθυνσης και εκπροσώπησης ανάλογα με το θέμα που συζητείται, γ) βάσει των σχετικών πληροφοριών που παρέχει ο εργοδότης, σύμφωνα με το άρθρο 2 σημείο στ και της γνώμης που έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, δ) κατά τρόπον ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να μπορούν να συναντήσουν τον εργοδότη και να λαμβάνουν αιτιολογημένη απάντηση στη γνώμη που ενδεχομένως διατύπωσαν, ε) προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία όσον αφορά τις αποφάσεις που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του εργοδότη, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ' του άρθρου αυτού.", 4) Στο άρθρο 5 υπό τον τίτλο "Ενημέρωση και διαβούλευση βάσει συμφωνίας" ότι "Οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν, στο κατάλληλο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, να καθορίζουν ελεύθερα και οποτεδήποτε, μέσω συμφωνίας, τις πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων.
Οι συμφωνίες αυτές και οι συμφωνίες, που υφίστανται κατά την 23.3.2005, καθώς και οποιεσδήποτε μεταγενέστερες ανανεώσεις αυτών, μπορούν να προβλέπουν, τηρουμένων των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος διατάγματος και υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς της ισχύουσας νομοθεσίας, διατάξεις διαφορετικές από αυτές του άρθρου 4.", 5) Στο άρθρο 6 υπό τον τίτλο "Εμπιστευτικές πληροφορίες" ότι "1.
Υπό τις προϋποθέσεις και εντός των ορίων που θέτει η ισχύουσα νομοθεσία, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων και οι εμπειρογνώμονες που ενδεχομένως τους επικουρούν δεν επιτρέπεται να αποκαλύπτουν στους εργαζόμενους ή σε τρίτους πληροφορίες που τους ανακοινώθηκαν ρητά ως εμπιστευτικές χάριν προστασίας των νομίμων συμφερόντων της επιχείρησης ή της εγκατάστασης.
Η υποχρέωση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται οπουδήποτε και αν ευρίσκονται, ακόμη και μετά τη λήξη της θητείας τους. 2. Σε ειδικές περιπτώσεις και υπό τους όρους της ισχύουσας νομοθεσίας, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να ανακοινώσει πληροφορίες ή να προβεί σε διαβουλεύσεις, όταν η φύση τους είναι τέτοια που, αντικειμενικώς, θα εμπόδιζαν σοβαρά τη λειτουργία της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, ή θα έθιγαν αυτή.3.
Με την επιφύλαξη των υφισταμένων διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών, σε περίπτωση που ο εργοδότης απαιτεί εμπιστευτικότητα ή δεν παρέχει πληροφορίες σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να προσφύγουν με σχετική αίτησή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης, το οποίο κρίνει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Το δικαστήριο με την απόφασή του μπορεί να λάβει το κατά την κρίση του προσήκον μέτρο, είτε για την παροχή των πληροφοριών, είτε για τη διασφάλιση και την προστασία της εμπιστευτικότητάς τους.",6) Στο άρθρο 7 υπό τον τίτλο "Προστασία των εκπροσώπων των εργαζομένων" ότι "1. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων απολαύουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, της προβλεπόμενης από τις ισχύουσες διατάξεις προστασίας και των προβλεπόμενων εγγυήσεων και διευκολύνσεων, ώστε να μπορούν να επιτελούν απερίσπαστοι τα καθήκοντα, που τους έχουν ανατεθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5, 9 και 10 και του άρθρου 15 του ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" (ΦΕΚ 79 Α' και του άρθρου 9 παρ. 1 και 3 του ν. 1767/1988 "Συμβούλια εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις-Κύρωση της 135 διεθνούς σύμβασης εργασίας" [ΦΕΚ 63 Α2].
Επίσης στους εκπροσώπους των εργαζομένων χορηγείται άδεια με αποδοχές για το χρόνο που απαιτείται να εκπληρώνουν τα καθήκοντα, που απορρέουν από το παρόν Προεδρικό Διάταγμα. 3. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων οφείλουν να ασκούν τα καθήκοντά τους με τρόπο που να μην εμποδίζεται η ομαλή λειτουργία της επιχείρησης και ο εργοδότης υποχρεούται να παρέχει σ' αυτούς κάθε δυνατή διευκόλυνση για την άσκηση των καθηκόντων τους.",7) Τέλος, στο άρθρο 8 υπό τον τίτλο "Προστασία των δικαιωμάτων" ότι "1.
Απαγορεύεται στους εργοδότες ή σε πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους ή σε οποιοδήποτε τρίτο να προβαίνουν σε πράξεις ή παραλείψεις με σκοπό να παρακωλύουν την άσκηση των δικαιωμάτων των εκπροσώπων των εργαζομένων, που απορρέουν από το παρόν διάταγμα. 2. α) Η μη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 6 του παρόντος διατάγματος συνεπάγεται την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 205 Α'), όπως ισχύει, β) Η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 7 και της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, συνεπάγεται την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 2639/1998, όπως ισχύει.".
Περαιτέρω, στο άρθρο 8 της παραπάνω Οδηγίας, για την ενσωμάτωση της οποίας στο εθνικό δίκαιο εκδόθηκε το ανωτέρω ΠΔ, υπό τον τίτλο "Προστασία των δικαιωμάτων", ορίζεται ότι "1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν τα δέοντα μέτρα για τις περιπτώσεις μη τήρησης της παρούσας οδηγίας από τον εργοδότη ή από τους εκπροσώπους των εργαζομένων ιδιαίτερα, φροντίζουν να υπάρχουν κατάλληλες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες που να επιβάλλουν την εκπλήρωση των εκ της παρούσας οδηγίας υποχρεώσεων. 2.
Τα κράτη μέλη προβλέπουν τις κατάλληλες επιβλητέες κυρώσεις, όταν ο εργοδότης ή οι εκπρόσωποι των εργαζομένων παραβαίνουν την παρούσα οδηγία. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές.". Οι λοιπές διατάξεις της Οδηγίας συνιστούν ακριβή διατύπωση των παραπάνω διατάξεων του ΠΔ 240/2006, γι' αυτό και δεν επαναλαμβάνονται εν προκειμένω.
Ακολούθως, στο άρθρο 174 ΑΚ ορίζεται ότι "η δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δε συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη", ενώ στο άρθρο180 ΑΚ ορίζεται ότι "Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε." Από την ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι η επιβολή προστίμου ως κύρωση για την μη τήρηση των διατάξεων του π.δ. 240/2006 είναι σύμφωνη με την διάταξη του άρθρου 8 της οδηγίας 2002/14/ΕΚ, η οποία υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να επιβάλουν την εφαρμογή της οδηγίας καθιερώνοντας διαζευκτικώς και κατ' επιλογήν της νομοθετικής εξουσίας είτε διοικητικές είτε δικαστικές κυρώσεις.
Επομένως η διαβούλευση δεν έχει ταχθεί ως όρος του κύρους των εργοδοτικών αποφάσεων, όπως προκύπτει από την διατύπωση του συνόλου των διατάξεων του π.δ. 260/2006, γι' αυτό και δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις των άρθρων 174 και 180 Α.Κ. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι όποτε ο νομοθέτης θέλησε να επέλθει ακυρότητα απολύσεως λόγω παραβιάσεως διατάξεως νόμου, το προέβλεψε ρητώς, όπως π.χ.
με άρθρ. 3, 6 §1 ν. 1387/83 (ΑΠ 510/2020, 511/2020, 512/2020). Ακολούθως ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 4 και 8 του Π.Δ. 240/2006, 174 και 180 ΑΚ κύρια βάση της αγωγής παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Επ' αυτού με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "....στις διατάξεις του π.δ. 240/2006 και, πιο συγκεκριμένα, στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 περ. α' αυτού προβλέπεται, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την κρίσιμη για την ένδικη διαφορά διάταξη του άρθρου 4 του ως άνω π.δ., μόνον η επιβολή διοικητικών κυρώσεων σύμφωνα με το άρθρου 16 του Ν.2639/1998 και, μετά την κατάργηση του άρθρου αυτού με το άρθρο 33 παρ. 14 του Ν.3996/2011, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του Ν.3996/2011.
Ενόψει δε της σαφούς και μονοσήμαντης γραμματικής διατύπωσης της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 2 περιπτ. Α" του ΠΔ 240/2006, το οποίο συμφωνεί απολύτως με το αντίστοιχο αρθ 8 της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση σύγκρουσης εθνικού και κοινοτικού δικαίου και συνακόλουθα, ερμηνείας του πρώτου σύμφωνης με το περιεχόμενο και τους σκοπούς του δεύτερου.
Ειδικότερα, δεν διαπιστώνεται αντίθεση μεταξύ των παραπάνω διατάξεων, αφού η επιλογή του εθνικού νομοθέτη για επιβολή διοικητικών κυρώσεων από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας είναι εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας, την οποία το άρθρο 8 της Οδηγίας καταλείπει στα κράτη μέλη, στα οποία επιβάλει την υποχρέωση να φροντίζουν, ώστε να υπάρχουν οι κατάλληλες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες που να επιβάλλουν την εκπλήρωση των εκ της οδηγίας υποχρεώσεων (παρ. 1) και να προβλέπουν τις κατάλληλες επιβλητέες κυρώσεις, όταν ο εργοδότης ή οι εκπρόσωποι των εργαζομένων παραβαίνουν αυτή, οι οποίες πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές (παρ. 2).
Επομένως, κατά την κοινοτική νομοθεσία η επιβολή διοικητικής κύρωσης, μέσω διοικητικής διαδικασίας, θεωρείται το ίδιο αποτελεσματική, ανάλογη και αποτρεπτική με οποιαδήποτε δικαστική κύρωση και διαδικασία, γι' αυτό και στο κείμενο του άρθρου 8 της παραπάνω Οδηγίας τα δύο αυτά είδη κυρώσεων και διαδικασιών προβλέπονται διαζευκτικά και γι' αυτό υφίσταται συμφωνία της παραπάνω εθνικής και κοινοτικής διάταξης.
Επιπροσθέτως, η ως άνω διατύπωση της διάταξης του άρθρου 8 της παραπάνω Οδηγίας όσον αφορά τις θεσπιζόμενες διαδικασίες και τις επιβλητέες κυρώσεις επί μη συμμόρφωσης των εργοδοτών για ενημέρωση και διαβούλευση, δεν μπορεί να έχει άμεση εφαρμογή, καθόσον το περιεχόμενό της δεν θεωρείται επαρκώς σαφές και ορισμένο, με την έννοια ότι δεν θεσπίζει υποχρέωση των κρατών μελών για να λάβουν συγκεκριμένου είδους, περιεχομένου, ορίων και έκτασης μέτρα προς διασφάλιση της εφαρμογής των διατάξεων της Οδηγίας, κατ' αποκλεισμό άλλων.
Σε κάθε δε περίπτωση, δεν είναι δυνατή η επίκληση των διατάξεων της Οδηγίας αυτής μεταξύ ιδιωτών.... Ενόψει των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση της που ερείδεται στην επικαλούμενη παράβαση απ' την εναγομένη των διατάξεων των άρθρων 4 και 8 παρ. 1 του ΠΔ 240/2006 σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 174, 180 ΑΚ και κατά σύμφωνη αυτών ερμηνεία με τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/14/ΕΚ....έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου..." Ακολούθως, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την ως άνω κύρια βάση της αγωγής.
Έτσι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και συνακόλουθα ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2, 3 παρ. 1 και 6 παρ. 1 του Ν. 1387/1983, με τον οποίον έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 75/129 του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 1975 "περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών-μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις", όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 1 έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 74 παρ. 1 Ν. 3863/2010, ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Ομαδικές απολύσεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζόμενους για λόγους που δεν αφορούν το πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τα όρια της επόμενης παραγράφου" (άρθρ.1 παρ. 1), "Τα όρια πέρα από τα οποία οι απολύσεις θεωρούνται ομαδικές καθορίζονται από τον αριθμό του προσωπικού που απασχολείται στην αρχή του μήνα και είναι τα εξής:
α) Μέχρι έξι (6) εργαζόμενους για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν είκοσι (20) έως εκατόν πενήντα (150) εργαζόμενους, β) Ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) του προσωπικού και μέχρι τριάντα (30) εργαζόμενους για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, που απασχολούν πάνω από εκατόν πενήντα (150) εργαζόμενους. Το ποσοστό αυτό καθορίζεται για κάθε ημερολογιακό εξάμηνο και ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς εργασίας με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως" (άρθρ.1 παρ. 2), "Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στο προσωπικό που απασχολείται με σχέση εργασίας σε όλες τις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις του ιδιωτικού τομέα καθώς και του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, που ασκούνται σύμφωνα με τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας.
Ως σχέση εργασίας νοείται εκείνη που δημιουργείται από την πραγματική απασχόληση του εργαζόμενος ανεξάρτητα από το κύρος της σύμβασης εργασίας" (άρθρ.2 παρ. 1). "Ο εργοδότης, πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις, οφείλει να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων με σκοπό να ερευνηθεί η δυνατότητα αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους" (άρθρ.3 παρ. 1) και "Ομαδικές απολύσεις, που γίνονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού είναι άκυρες" (άρθρ.6 παρ. 1).
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 1387/1983 συνάγεται ότι κρίσιμο χρονικό σημείο, βάσει του οποίου καθορίζεται το ως άνω όριο, καθ' υπέρβαση του οποίου οι απολύσεις των επί σχέσει εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένων, τις οποίες επιχειρεί ο εργοδότης στα πλαίσια οικονομοτεχνικών μεταβολών, κατά την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητος, θεωρούνται ομαδικές, είναι η αρχή του μηνός, κατά τον οποίον ο εργοδότης εξωτερικεύει την πρόθεσή του να προβεί σε απολύσεις και όχι του μηνός, κατά τον οποίον θα υλοποιηθούν τελικώς οι απολύσεις και θα λυθούν οι καταγγελθείσες συμβάσεις εργασίας.
Η εξωτερίκευση της βουλήσεως του εργοδότη γίνεται είτε όταν προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων σχετικώς με τις σχεδιαζόμενες απολύσεις, είτε, εάν δεν προέλθει προηγουμένως σε διαπραγματεύσεις, όταν περιέλθουν στους εργαζομένους τα καταγγελτήρια των συμβάσεων τους εργασίας, τούτο δε ισχύει και εάν οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας γίνονται υπό προειδοποίηση συμφώνως προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 1 εδ.
α' Ν. 2112/1920, αφού η κοινοποίηση στον εργαζόμενο της καταγγελίας της συμβάσεως του εργασίας αποτελεί την έκφραση της αποφάσεως περί διακοπής της σχέσεως εργασίας, η δε εν τοις πράγμασι λήξη της εν λόγω σχέσεως κατά την παρέλευση της προθεσμίας προειδοποιήσεως, συνιστά απλώς και μόνον το αποτέλεσμα της εν λόγω αποφάσεως.
Η ανωτέρω ερμηνεία προκύπτει σαφώς και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 1387/1983, στην οποία, κεφ. Β' αρ. 4, διαλαμβάνονται τα εξής: "τα όρια πέρα από τα οποία οι απολύσεις χαρακτηρίζονται ομαδικές προσδιορίζονται κάθε φορά σε σχέση με τον αριθμό του προσωπικού που απασχολείται στην αρχή του μήνα, κατά τον οποίον ο εργοδότης εκδηλώνει τη βούλησή του να πραγματοποιήσει ομαδικές απολύσεις", και από την γραμματική διατύπωση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 1 Ν. 1387/1983 "Ο εργοδότης πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις οφείλει να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων..." θεσπίζουσα υποχρέωση του εργοδότη να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, προτού προβεί σε καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας, είναι δε συμβατή και προς την Οδηγία 98/59, με την οποία έχουν κωδικοποιηθεί οι διατάξεις της προαναφερομένης Οδηγίας 75/129 ως και της μεταγενεστέρως εκδοθείσης Οδηγίας 92/56, όπως προκύπτει από την απόφαση ΔΕΕ C-188/03, με την οποία έγινε δεκτό "ότι τα άρθρα 2 και 4 της Οδηγίας έχουν την έννοια ότι το γεγονός, το οποίο συνιστά απόλυση έγκειται στη δήλωση βουλήσεως περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας" (ΑΠ 510/2020, 512/2020).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 669 παρ. 2 ΑΚ, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί δικαίωμα που ασκείται με μονομερή, απευθυντέα δήλωση, η οποία, εφ' όσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, είναι αναιτιώδης. Εν τούτοις, η άσκηση της καταγγελίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει, ως καταχρηστική, την άσκηση κάθε δικαιώματος, όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστή ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού.
Υπέρβαση των ορίων αυτών ενέχει η καταγγελία που υπαγορεύθηκε από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης προς το πρόσωπο του μισθωτού εξ αιτίας συμπεριφοράς αυτού μη αρεστής στον εργοδότη ή, όταν αυτός είναι νομικό πρόσωπο, στο νόμιμο εκπρόσωπο ή στα μέλη της διοίκησής του και, γενικά, από λόγο που ανάγεται στο πρόσωπο του εργοδότη και δεν συνδέεται με το καλώς εννοούμενο (αντικειμενικό) συμφέρον της επιχείρησής του.
Τέτοιος λόγος υπάρχει και όταν ο μισθωτός προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας ή στο δικαστήριο για να διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, έστω και αν η ασκηθείσα προσφυγή ή αγωγή ελέγχθηκε, τελικώς, αβάσιμη ή όταν ο μισθωτός ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση, εφ' όσον από αυτή δεν επηρεάζεται η προσήκουσα παροχή της εργασίας ή η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης.
Δεν είναι, όμως, καταχρηστική η καταγγελία, όταν επιβάλλεται από την ανάγκη οργανωτικών ή διαρθρωτικών αλλαγών στην επιχείρηση, αφού, με το καθεστώς της ελεύθερης οικονομίας που αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ισχύουσας συνταγματικής τάξης, η επιλογή των κατάλληλων μέσων ή τρόπων για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού της επιχείρησης ανήκει στην ελεύθερη εκτίμηση του εργοδότη και δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Ελέγχεται, μόνο, το αν η επιλογή αυτή έγινε βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ. Πιο συγκεκριμένα, για την επιλογή του απολυτέου, μεταξύ αυτών που απασχολούνται στην επιχείρηση και ανήκουν στην ίδια επαγγελματική κατηγορία ή ειδικότητα, θα πρέπει να ληφθούν υπ' όψη, ιδίως, η απόδοση, η αρχαιότητα, η ηλικία, τα οικογενειακά βάση ή η οικονομική κατάσταση του κάθε εργαζόμενου και η δυνατότητα εξεύρεσης νέας απασχόλησης (ΑΠ 845/2020, 581/2011).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής τους περί ακυρότητας των καταγγελιών λόγω παράβασης των διατάξεων του Ν.1387/1983, καθώς επίσης και την επικουρική της βάση από το άρθρο 281 Α.Κ., με την οποία ισχυρίστηκαν ότι οι επίδικες καταγγελίες έλαβαν χώρα με σκοπό καταστρατήγησης των διατάξεων του ως άνω Ν.1387/1983, υπό την έννοια ότι η αναιρεσίβλητη κατένειμε σκοπίμως τον αριθμό των απολύσεών τους σε διαδοχικές περιόδους αναφοράς κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αποφύγει την εφαρμογή των δυσμενών για τα συμφέροντά της αναγκαστικών κανόνων του ν. 1387/1983, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 1, 5 και 6 της Οδηγίας 98/59/ΕΚ, ως και των άρθρων 1, 3, 4, 5 και 6 του Ν.1387/1983 και τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.
Επ'αυτού με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα εξής: "....Οι ενάγοντες, με τον πρώτο λόγο της κύριας βάσης της ανωτέρω αγωγής τους, επικαλούνται ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους επειδή η εναγομένη παραβίασε τις διατάξεις του Ν.1387/1983 με το ακόλουθο ιστορικό: 'Ότι στις 25-3-2013 η εναγόμενη έλαβε αιφνιδιαστικά την απόφαση για διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της στη ….
χωρίς να προηγηθεί ενημέρωση των εργαζομένων και διαβούλευση μαζί τους ενώ την απόφαση αυτή ανακοίνωσε στους τελευταίους στις 26-3-2013 με επιστολή που απέστειλε στο σωματείο των εργαζομένων καλώντας τους ταυτόχρονα για ενημέρωση σχετικά με τους λόγους της ήδη ειλημμένης απόφασης και για διαβούλευση αναφορικά με την εφαρμογή του νόμου περί ομαδικών απολύσεων και ότι υπέβαλε αίτημα για έγκριση 229 απολύσεων προς τον Υπουργό Εργασίας, το οποίο ο τελευταίος απέρριψε στις 26-4-2013 κατόπιν γνώμης του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας αλλά παρά την απορριπτική αυτή απόφαση η εναγόμενη προέβη σε σταδιακή υλοποίηση του σχεδίου της για ομαδικές απολύσεις απολύοντας σε χρονικό διάστημα είκοσι οκτώ μηνών 212 εργαζόμενους μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν και οι ενάγοντες εκ των οποίων:
α) οι 6 πρώτοι απολύθηκαν στις 4-5-2015, β) οι έτεροι 6 απολύθηκαν στις 30-6-2015 και γ) οι 4 τελευταίοι απολύθηκαν την 1-7-2015. 'Ότι ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι οι απολύσεις τους δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ομαδικές κατά την έννοια του ως άνω νόμου επειδή η εναγόμενη κατένειμε τελικά τις απολύσεις κατά τέτοιο τρόπο ώστε ανά περίοδο αναφοράς να μην υπερβαίνουν το 5% που ορίζεται στο νόμο, εντούτοις οι απολύσεις αυτές έγιναν κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της εναγομένης και προς το σκοπό καταστρατήγησης των σχετικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.
Με το παραπάνω περιεχόμενο η κύρια βάση της αγωγής, κατά το μέρος της με το οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί στον ως άνω επικαλούμενο λόγο ακυρότητας των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, τυγχάνει μη νόμιμη και γι' αυτό απορριπτέα επειδή η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπουν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 1387/1983 είναι αναγκαία προκειμένου να θεωρηθούν έγκυρες και νόμιμες οι ομαδικές απολύσεις και δεν αφορά στην επιχειρηματική απόφαση του εργοδότη βάσει της οποίας αυτές σχεδιάζονται, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες με το δικόγραφο της αγωγής τους, με συνέπεια να μην χρειάζεται να τηρηθεί η παραπάνω διαδικασία κατά το προγενέστερο των απολύσεων χρονικό διάστημα, δηλαδή κατά το στάδιο λήψης της απόφασης του εργοδότη για τη διενέργεια των απολύσεων.
Εξάλλου, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, η εναγόμενη την ημέρα (26-3-2013) που γνωστοποίησε στους εργαζόμενους την απόφασή της για οριστική διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της, κάλεσε το σωματείο τους για ενημέρωση και διαβούλευση, και, παράλληλα, υπέβαλε αίτημα προς τον Υπουργό Εργασίας για έγκριση ομαδικών απολύσεων 229 εκ του συνόλου των 236 εργαζομένων αλλά τούτο απορρίφθηκε στις 26-4-2013 και ως εκ τούτου τηρήθηκαν οι σχετικές προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος.
Περαιτέρω, όπως αναφέρουν οι ενάγοντες στο δικόγραφο της αγωγής, ο αριθμός των απολύσεων που πραγματοποίησε η εναγομένη δεν υπερέβαινε το τιθέμενο από το νόμο ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοτικό όριο απολύσεων, αφού, όπως ισχυρίζονται, η κατανομή των απολύσεων σε χρονικό διάστημα είκοσι οκτώ μηνών περίπου έγινε κατά τρόπο που να μην υπερβαίνει τα προβλεπόμενα από το νόμο ποσοτικά όρια, επικαλούμενοι, όμως, ότι αυτό έγινε καταχρηστικά και προκειμένου να παρακαμφθεί η σχετική απορριπτική απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ισχυρισμός που τυγχάνει μη νόμιμος και απορριπτέος αφού, όπως προεκτέθηκε, ο αριθμός των απολυθέντων δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο στο νόμο όριο ενώ οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι η απόλυσή τους πραγματοποιήθηκε από λόγους που αφορούν στο πρόσωπό τους ή χωρίς την τήρηση αντικειμενικών κριτηρίων ώστε να τίθεται ζήτημα ελέγχου των συγκεκριμένων απολύσεων." Μ' αυτά που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΙV. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη για την από το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι αυτό άφησε αδίκαστη την επικουρική βάση της αγωγής σύμφωνα με την οποία οι ένδικες καταγγελίες των συμβάσεών τους, που έλαβαν χώρα συνεπεία της διακοπής λειτουργίας μιας εκμετάλλευσης χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου και συγκεκριμένα στο άρθρο 4 του Π.Δ. 240/2006 και ως εκ τούτου είναι άκυρες σύμφωνα με τα άρθρα 178 και 184 ΑΚ. Ενόψει όμως των προαναφερθεισών παραδοχών της προσβαλλομένης και συγκεκριμένα ότι δεν είναι απαραίτητη η προηγούμενη διαβούλευση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ΠΔ 240/2006, προκειμένου ο εργοδότης να προχωρήσει στις επίδικες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, δεν γεννάται θέμα ακυρότητας των ενδίκων καταγγελιών, ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν τα ως άνω άρθρα, γιατί η διάταξη του του άρθρου 4 του ΠΔ 240/2006 δεν είναι απαγορευτική και η μη τήρησή της δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη (ΑΠ 510/2020). Επομένως, το εφετείο δεν ήταν απαραίτητο να αποφανθεί επί του ανωτέρω αιτήματος και ορθώς το απέρριψε σιωπηρά.
Συνεπώς ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
V. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 παρ. 2, 281 και 288 ΑΚ, τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 και 106 παρ. 2, 22 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και τις διατάξεις των άρθρων 1 και 4 του ΠΔ 240/2006, κρίνοντας ότι τα επικαλούμενα από αυτούς περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να προβεί στις ένδικες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, ήτοι αιτιώνται την προσβαλλόμενη για την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., πλημμέλεια.
Σχετικά με τον λόγο αυτό οι παραδοχές της προσβαλλομένης έχουν ως εξής: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι ενάγοντες με τον τρίτο λόγο της κύριας βάσης της ανωτέρω αγωγής τους επικαλούνται ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ισχυριζόμενοι ότι η απόφαση της εναγομένης για διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της στη ….
λήφθηκε αιφνιδιαστικά και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των εργαζομένων και διαβούλευση μαζί τους και αφού τους είχε δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση, βάσει σχετικών έγγραφων συμφωνιών που είχαν καταρτιστεί από το έτος 1985 μεταξύ της εναγομένης και του σωματείου των εργαζομένων, όταν δεν θα κινδύνευαν από αιφνιδιαστικές οργανωτικές αλλαγές χωρίς προηγούμενη διαβούλευση ώστε να ληφθούν υπόψη και τα συμφέροντά τους.
Ότι οι απολύσεις τους έγιναν σε περίοδο κατά την οποία η οικονομική κατάσταση της εναγομένης ήταν βελτιωμένη σε σχέση με το παρελθόν και ότι δεν υπήρχε δικαιολογητικός λόγος διακοπής της λειτουργίας του εργοστασίου το οποίο, κατόπιν σχετικών μεθοδεύσεων και αποφάσεων της εναγομένης, χαρακτηρίστηκε ως "υπολειτουργούσα μονάδα" ώστε να αποφασισθεί η διακοπή λειτουργίας του.
Ότι η ως άνω απόφαση της εναγόμενης συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς για τους ίδιους συνέπειες και λήφθηκε χωρίς την τήρηαη της αρχής της αναλογικότητας καθόσον η εναγόμενη προσέφυγε στο μέτρο της οριστικής διακοπής της λειτουργίας του εργοστασίου της στη …. και της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων χωρίς προηγουμένως να διερευνήσει το ενδεχόμενο να κατσνείμει ισομερώς και ορθολογικά την παραγωγή της στα τρία εργοστάσια που διατηρεί προκειμένου να αποφευχθεί η οριστική διακοπή της λειτουργίας του ως άνω εργοστασίου της ή να διερευνήσει τη δυνατότητα μεταβίβασης σε τρίτους του συγκεκριμένου εργοστασίου ώστε να καταστεί δυνατή η εξακολούθηση της λειτουργίας του.
Με το παραπάνω περιεχόμενο η κύρια βάση της αγωγής, κατά το μέρος της με το οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί στον ως άνω επικαλούμενο λόγο ακυρότητας των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα επειδή τα πραγματικά περιστατικά που προτείνονται για τη θεμελίωσή της, ακόμη και αν υποτεθούν αληθινά, δεν μπορούν να στηρίξουν την αξίωση των εναγόντων για αναγνώριση της ακυρότητας των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους αφού τα ανωτέρω περιστατικά κατατείνουν κατ' ουσίαν στον έλεγχο της σκοπιμότητας και της αναγκαιότητας λήψης της επιχειρηματικής απόφασης της εναγόμενης να διακόψει οριστικά τη λειτουργία του παραπάνω εργοστασίου της για οικονομικοτεχνικούς λόγους, απόφαση η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί από το δικαστήριο σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται έλλειψη αντικειμενικών κριτηρίων αναφορικά με τον τρόπο επιλογής των απολυθέντων και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ως άνω απόφασης της εναγόμενης και των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους, γεγονός που, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να καταστήσει εφικτό τον έλεγχο των ένδικων απολύσεων κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.".
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές, που συμπυκνώνονται στο γεγονός ότι η επιχειρηματική συμπεριφορά της εργοδότριας να διακόψει τη λειτουργία του εργοστασίου της στη …. για οικονομοτεχνικούς λόγους, όταν εκδηλώνεται στα ως άνω πλαίσια, δεν ελέγχεται ως καταχρηστική, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και συνακόλουθα ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
VI. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων κλπ., ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997), και όχι και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει, ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν στοιχειοθετείται, όμως, σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ. αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ' ουσίαν (ΑΠ 512/2020, 1721/2012).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του κατά την απόρριψη ως μη νόμιμου του ως άνω ισχυρισμού των εναγόντων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει τις ένδικες συμβάσεις εργασίας τους εξής πραγματικούς ισχυρισμούς:
α) Ότι η αναιρεσίβλητη 7 μήνες πριν από τις ως άνω καταγγελίες τους μείωσε το μετοχικό της κεφάλαιο κατά 70 εκατ. ευρώ με σκοπό την επιστροφή του ποσού αυτού στους μετόχους, ενώ ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής διαβεβαίωνε τους μετόχους ότι μετά τη μείωση αυτή θα διασφαλιζόταν η απρόσκοπτη λειτουργία της εταιρίας.
β) Ότι η αναιρεσίβλητη τρεις μήνες, πριν το κλείσιμο του εργοστασίου, επέβαλε σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης με την μορφή της μίας μόνο ημέρας λιγότερης ανά εβδομάδα, διαβεβαιώνοντας τους αναιρεσείοντες ότι με το μέτρο αυτό διασφαλίζεται η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του εργοστασίου, ενώ την ίδια περίοδο απασχολούσε υπερεντατικά τους εργαζομένους της στα άλλα δύο εργοστάσιά της.
γ) Ότι η αναιρεσίβλητη είχε τη δυνατότητα να τους απασχολήσει σε άλλες θέσεις, δεδομένου ότι μετά τις απολύσεις τους προχώρησε σε προσλήψεις εργαζομένων, ειδικότερα δε, συγχρόνως με την επίδοση των απολύσεων των τελευταίων τεσσάρων αναιρεσειόντων, την 1-7-2015, κάλεσε επτά άλλους εργαζομένους, τους οποίους είχε απολύσει προγενέστερα, προκειμένου να επανέλθουν στο εργοστάσιο και να αναλάβουν καθήκοντα φυλάκων των εγκαταστάσεων.
Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως δεν αποτελούν "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων κλπ., ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αλλά επιχειρήματα των εναγόντων υπέρ των απόψεών τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας που δεν μπορούν να στηρίξουν αυτοτελώς την ως άνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
Σημειώνεται ότι, ειδικότερα ο ισχυρισμός περί της προσκλήσεως ενός μικρού αριθμού εργαζομένων για να εργασθούν ως φύλακες των εγκαταστάσεων του κλειστού εργοστασίου-πέραν του ότι αφ' εαυτού αποδεικνύει την αδυναμία απασχόλησης όλων των εργαζομένων, με τις ειδικότητες μάλιστα που κατείχαν-δεν περιλαμβάνει και άλλα στοιχεία, από τα οποία να συνάγεται ενδεχόμενη καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εργοδότριας.
Ως εκ τούτου ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
VII. Κατά το άρθρο 14 παρ. 5 του Ν.1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 88 Ν.4808/2021, είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας: α) των μελών της Διοικήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 92 του ΑΚ, της Συνδικαλιστικής Οργανώσεως, β) των μελών της προσωρινής, σύμφωνα με το άρθρο 79 του ΑΚ, Συνδικαλιστικής Διοικήσεως που διορίζει το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 69 το ΑΚ και γ) των μελών της Διοικήσεως που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση Συνδικαλιστικής Οργανώσεως.
Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας και ένα χρόνο μετά την λήξη της, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15. Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες θεσπίσθηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ` αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που, περιοριστικώς, αναφέρονται στην παρ. 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά τη διαδικασία που όριζε το άρθρο 15 του ιδίου νόμου.
Εάν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί, κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας με το συνδικαλιστικό στέλεχος συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 του Α.Κ.) και ο εργοδότης, αρνούμενος μετά την άκυρη αυτή καταγγελία να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού (συνδικαλιστικού στελέχους) περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας.
Για την προστασία αυτή απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις, οι οποίες αποτελούν και ουσιώδη στοιχεία της αγωγής, που πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της: α) Έγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. β) Ο μισθωτός να είναι νόμιμα εκλεγμένο μέλος της διοικήσεως νομίμως συσταθέντος συνδικαλιστικού σωματείου, ή νόμιμα διορισμένο μέλος της προσωρινής διοικήσεώς του ή μέλος της προσωρινώς εκλεγείσας διοικήσεως υπό ίδρυση σωματείου.
γ) Ο εργοδότης να τελεί σε γνώση της ιδιότητας αυτής του μισθωτού του και δ) Δυνατότητα απασχολήσεως του συνδικαλιστικού στελέχους στην επιχείρηση του εργοδότη (ΑΠ 182/2019, 90/2018, 84/2010). Έτσι, αναγκαία προϋπόθεση για την ανωτέρω προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών αποτελεί η διατήρηση της επιχείρησης σε λειτουργία, ώστε να υφίσταται δυνατότητα απασχόλησης του συνδικαλιστικού στελέχους στην επιχείρηση του εργοδότη που αποτελεί προϋπόθεση της προστασίας του (ΟλΑΠ 206/1999, ΑΠ 182/2019, 424/2016).
Σε περίπτωση όμως διαλύσεως τμήματός της στο οποίο απασχολούνται τα στελέχη αυτά, δεν αίρεται η παρεχόμενη προστασία και ο εργοδότης οφείλει να απασχολήσει τον προστατευόμενο σε άλλο τμήμα, εκτός αν λόγω της ιδιομορφίας της εργασίας είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη η απασχόληση σε άλλο τμήμα. Εφόσον η καταγγελία λαμβάνει χώρα λόγω οριστικής διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης ή τμήματος αυτής, ή αναδιοργάνωσης της επιχειρήσεως ή τμήματος αυτής, για οικονομοτεχνικούς λόγους, δεν απαιτείται η προσφυγή στην επιτροπή προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών (ΑΠ 499/2023, 666/2015, 706/2006).
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι oι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρες, επειδή είναι όλοι τους εκλεγμένα στελέχη της διοίκησης των συνδικαλιστικών οργανώσεων που αναφέρονται στην αγωγή και επομένως ισχυρίζονται ότι θα έπρεπε να είχε τηρηθεί η ειδική διαδικασία, που ισχύει για την απόλυση εργαζομένων των εν λόγω κατηγοριών, πλην όμως το Εφετείο απέρριψε αυτή την αγωγική βάση κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 14 παρ. 5 του Ν. 1264/1982 και 3 παρ. 9 του Ν. 1568/1985.
Σχετικά με τον λόγο αυτό το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής τους, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έκαστος εξ αυτών τυγχάνει εκλεγμένο συνδικαλιστικό στέλεχος της διοίκησης των λεπτομερώς αναφερόμενων στο δικόγραφο της αγωγής συνδικαλιστικών οργανώσεων, γεγονός που γνώριζε η εναγόμενη αλλά παρά ταύτα προέβη στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους χωρίς να συντρέχουν οι λόγοι που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 14 του Ν.1264/1982 και χωρίς να τηρήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 15 του ανωτέρω νόμου και ως εκ τούτου οι γενόμενες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρες.
Ωστόσο, η κύρια βάση της αγωγής, κατά το σκέλος της με το οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί στον ως άνω επικαλούμενο λόγο ακυρότητας, τυγχάνει μη νόμιμη και γι' αυτό απορριπτέα επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, η εναγομένη διέκοψε οριστικά και στο σύνολό της τη λειτουργία του εργοστασίου που διατηρούσε στη ….
και επομένως, δεν υπήρχε η δυνατότητα απασχόλησης των εναγόντων σε άλλη θέση (γεγονός που δεν επικαλούνται και οι ενάγοντες) με συνέπεια οι τελευταίοι να μην εμπίπτουν στις προστατευτικές διατάξεις του Ν.1264/1982 και να είναι επιτρεπτή η απόλυσή τους χωρίς τη συνδρομή των λόγων που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 10 του ανωτέρω νόμου και χωρίς την τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 15 του ίδιου νόμου.....".
Με την κρίση του αυτή ορθά το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, μετά από την διαπίστωση ότι λείπει από την αγωγή η ως άνω προαναφερθείσα προϋπόθεση, ήτοι η δυνατότητα πραγματικής απασχόλησης των ανωτέρω αναιρεσειόντων. Τονίζεται εν προκειμένω, ότι οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες αναφέρουν επανειλημμένα στο δικόγραφο της αγωγής ότι η εναγομένη εργοδότρια προέβη σε οριστική διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της στη …, όπου αυτοί παρείχαν την εργασία τους με τις ειδικότητες που αναφέρουν στην αγωγή τους.
Η επιχειρούμενη, με παραπομπή σε αποδεικτικά έγγραφα και στις προτάσεις, θεμελίωση της πιο πάνω προϋπόθεσης, δεν αρκεί για να συμπληρώσει το ελλείπον ως άνω στοιχείο της αγωγής.
Συνεπώς ο ως άνω λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. VIII. Συναφώς προς τον ανωτέρω, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ομοίως με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο της, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, εξετάζοντας τη νομική βασιμότητα του ίδιου λόγου ακυρότητας των καταγγελιών (περί παραβίασης του άρθρου 14 του Ν.1264/82), απέρριψε την ως άνω αγωγική βάση ως μη νόμιμη λόγω της οριστικής διακοπής της λειτουργίας του εργοστασίου της αναιρεσίβλητης, ένεκα της οποίας δεν υπήρχε δυνατότητα απασχόλησης των εναγόντων σε άλλη θέση, διαλαμβάνοντας ότι το γεγονός αυτό (της δυνατότητας δηλαδή απασχόλησης) δεν επικαλούνται και οι ενάγοντες, ενώ οι ίδιοι είχαν προτείνει τον ως άνω ισχυρισμό με την αγωγή τους "εκτιμώμενη ως ενιαίο σύνολο" και λεπτομερώς με την προσθήκη των προτάσεών τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου. 'Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του δικογράφου της αγωγής, σε αυτή κατ' επανάληψη αναφέρεται η διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου της αναιρεσίβλητης στη …., ενώ δεν περιέχεται οποιαδήποτε ρητή αναφορά περί της δυνατότητας πραγματικής απασχόλησης των αναιρεσειόντων σ' αυτό, στοιχείο που αποτελεί προϋπόθεση της προστασίας τους, ως συνδικαλιστικών στελεχών και αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής τους.
Συνεπώς και οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι.
IX. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ΟλΑΠ 1190/1982).
Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ., οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό δύναται να χρησιμεύσει ως βάση για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1535/2006), όπως οι δικαστικές αποφάσεις πολιτικού δικαστηρίου που έχουν εκδοθεί σε άλλη δίκη (ΑΠ 1943/2014, 1605/2012, 25/2011, 2060/2007) μεταξύ των αυτών ή άλλων διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δέκατο τέταρτο λόγο αναιρέσεως και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αυτής, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τις εξής δικαστικές αποφάσεις:
την με αριθμό 739/2013 του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, την με αριθμό 255/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (Τμήμα Εφέσεων) τις με αριθμούς 427/2015, 428/2015, 429/2015, 436/2015, 18/2018, 19/2018 και 774/2013 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, καθώς και τις με αριθμούς 143/2017 και 144/2017, 224/2017, 225/2017, 290/2018 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (Τμήμα Εφέσεων). 'Ότι οι αποφάσεις αυτές, ως διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, συνιστούσαν αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη πραγματικών γεγονότων στα οποία στηρίζεται η αγωγή (εν προκειμένω του ύψους των αποδοχών των εναγόντων), ως προς τα οποία μάλιστα έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη (άρθρα 312 και 440 ΚΠολΔ) και ότι εξαιτίας του ανωτέρω σφάλματος, το δικαστήριο της ουσίας, κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα και διατακτικό απορρίπτοντας την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσειόντων στα δικαστήρια της ουσίας, προκύπτει ότι αυτοί είχαν επικαλεστεί τις προμνησθείσες αποφάσεις, οι οποίες είχαν εκδοθεί μεταξύ της αναιρεσίβλητης και εργαζομένων της, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονταν, σε κάθε δίκη, και ορισμένοι εκ των προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων, και που αφορούσαν είτε το ύψος των μηνιαίων αποδοχών τους καθαυτό για το διάστημα 2013-2015 (έτσι η 19/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, που αφορά και τους τέσσερις ως άνω αναιρεσείοντες), είτε την καταβολή δώρου Χριστουγέννων και επιδόματος αδείας έτους 2012 (έτσι οι 427/2015, 428/2015 και 436/2015 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, εκ των οποίων η πρώτη αφορά τους 10ο και 16ο εξ αυτών, η δεύτερη τον 9ο εξ αυτών και η τρίτη τον 4ο εξ αυτών, που επικυρώθηκαν με τις αντίστοιχες 143/2017, 144/2017 και 225/2017 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας), που υπολογίστηκαν με βάση τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους στα συγκεκριμένα χρονικά σημεία, είτε τις διαφορές επιδομάτων για τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 2012 (έτσι η 255/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που αφορά άπαντες τους παρισταμένους αναιρεσείοντες και που επικύρωσε την 739/2013 απόφαση του ίδιου Ειρηνοδικείου, η οποία ωστόσο αναιρέθηκε εν μέρει με την 395/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου ως προς τέσσερα εκ των επιδομάτων), είτε, τέλος, αναφορικά με τον 10ο αναιρεσείοντα, την καταβολή επιδόματος υπευθυνότητας (έτσι η 773/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, που επικυρώθηκε με την 290/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας).
Από την επισκόπηση, εξάλλου, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι βεβαιώνεται σ' αυτή ότι για την εξαγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Ωστόσο το Εφετείο, ακολούθως, διατυπώνει την παραδοχή ότι "για την εξεύρεση των τακτικών μηνιαίων αποδοχών των εναγόντων λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές που έκαστος εξ αυτών λάμβανε κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την απόλυσή του όπως τα αντίστοιχα ποσά προκύπτουν από τις σχετικές αποδείξεις πληρωμής...χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα υπέρτερα ποσά που οι ενάγοντες αναφέρουν στο δικόγραφο της αγωγής τους...", ποσά τα οποία, ωστόσο, συμπίπτουν με τις αποδοχές που φέρονται να δέχονται οι επικληθείσες ως άνω δικαστικές αποφάσεις.
Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθησαν υπόψη και οι ως άνω αποφάσεις, και συνεπώς είναι βάσιμος ο δέκατος τέταρτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αυτής, ενώ παρέλκει η εξέταση του δεκάτου τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και του τρίτου προσθέτου λόγου αυτής, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω.
ΧΙ. Κατ' ακολουθία των ως άνω, και δεδομένου ότι οι όγδοος, ένατος, δέκατος, ενδέκατος και δωδέκατος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, ως και οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αυτής, ως αφορώντες τον δέκατο πέμπτο αναιρεσείοντα, ως προς τον οποίο η συζήτηση ματαιώθηκε, δεν εξετάζονται, θα πρέπει, κατά παραδοχή του δεκάτου τετάρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και του τετάρτου εκ των προσθέτων λόγων, που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αντίστοιχο ως άνω κεφάλαιό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΜΑΤΑΙΩΜΕΝΗ τη συζήτηση ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ενδέκατο, δωδέκατο, δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο και δέκατο πέμπτο των αναιρεσειόντων.
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 7-6-2019 (αρ.εκθ.καταθ. …/2019) αίτηση αναίρεσης και τους από 7-9-2022 (αριθμ.εκθ.καταθ. …./7-9-2-22) πρόσθετους λόγους αυτής ως προς τους τέταρτο, ένατο, δέκατο και δέκατο έκτο των αναιρεσειόντων. ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 228/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο, ως προς τους ως άνω αναιρεσείοντες.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παραστάντων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ