Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, ruling two-month period for jurisdictional appeals is constitutional.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting a claim for interest. The company argued that a prior administrative suit filed in 1997 should have triggered interest accrual, but the Court found the new suit was filed two months after the administrative decision's service, missing the statutory deadline. The Court held that Article 9(4) of Law 1649/1986, which sets this two-month limit, does not violate the Constitution's right to judicial protection.
Legislator headnote
AI generatedArt. 9(4) of Law 1649/1986; Art. 20(1) of the Constitution: The two-month period for filing a jurisdictional appeal following the rejection of a suit due to lack of jurisdiction is a valid legal condition that does not violate the constitutional right to judicial protection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 581 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 581/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα -Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... A.E." (... Α.Ε.), που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Καστρήσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 694/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 784/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-1-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, ασκηθείσα στις 26-1-2017, αίτηση αναίρεσης κατά της δημοσιευθείσας (και μη επιδοθείσας) στις 6-2- 2014,784/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, ήτοι εντός της ισχύ ου σας, στ η ν προκειμένη περίπτωση, προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 563παρ.4ΚΠολΔ(πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του νόμου4335/2015)τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας (Ολ. ΑΠ 10/2018).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9παρ.4 του νόμου 1649/1986," Αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, ενόψει των ρυθμίσεων του ν. 1406/1983, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών, από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε...".
Η προβλεπόμενη με την ανωτέρω διάταξη ανατρεπτική προθεσμία εντός της οποίας και μόνο η άσκηση της αγωγής ενώπιον του μη έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, διατηρεί τις έννομες συνέπειές της, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, η διάταξη αυτή, που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει", δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις για την παροχή προστασίας από τα δικαστήρια και την πρόοδο της δίκης.
Οι σχετικές, όμως, ρυθμίσεις πρέπει, αφενός, να συνάπτονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, αφετέρου, να μην συνεπάγονται κατάλυση ή υπέρμετρο περιορισμό που να θίγουν τον πυρήνα του εν λόγω δικαιώματος. Η θέσπιση επομένως της ανωτέρω ανατρεπτικής προθεσμίας, που αποτελεί πάγια ρύθμιση (επαναλήφθηκε και με τη διάταξη του άρθρου 41 του νόμου3659/2008 ) και η οποία, κατά την αιτιολογική της έκθεση, αποβλέπει στην προστασία εκείνων που κατά λάθος απευθύνθηκαν στο στερούμενο δικαιοδοσίας δικαστήριο, συνάπτεται με την ανάγκη απονομής αποτελεσματικής δικαιοσύνης, δεν θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος για δικαστική προστασία και συνεπώς δεν αντίκειται στην ανωτέρω συνταγματική διάταξη (σχ.Ολ.ΣΤΕ761/2014,3845/1997, ΣΤΕ77/2003).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολΑΠ7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση (αρθρ.561παρ.2ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ασκηθείσα από 15-11-2004 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, εκθέτει, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία:
Ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο (Ελληνικό Δημόσιο) της όφειλε για την ηλεκτρική ενέργεια που του παρείχε κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 1994 έως και τον Ιούνιο του 1997,το συνολικό συμφωνημένο τίμημα των 1.100.988.312 δραχμών, το οποίο έπρεπε (κατά τη μεταξύ τους σύμβαση) να της καταβάλει τμηματικά σε ορισμένες συμφωνηθείσες ημερομηνίες.
Ότι, μέχρι την 20-4-1999, με τμηματικές καταβολές εξόφλησε το ανωτέρω κεφάλαιο, εξακολουθεί όμως να της οφείλει τους τόκους υπερημερίας επί του ποσού αυτού, οι οποίοι γεννήθηκαν από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μερικότερου ποσού, μέχρι την εξόφλησή του, συνολικού ύψους 1.387.252 ευρώ. 'Οτι, για την καταβολή του προαναφερθέντος κεφαλαίου (του 1.100.988.312 δραχμών) είχε ασκήσει κατά του αναιρεσίβλητου την από 3- 11-1997 αγωγή της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε την καταβολή του εν λόγω ποσού, νομιμοτόκως από τότε που ήταν καταβλητέο το κάθε επιμέρους κονδύλιο, άλλως από την επίδοσή της.
Ότι η αγωγή αυτή απορρίφθηκε τελεσίδικα με την 4856/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, η οποία της επιδόθηκε στις 31-8-2004.Με βάση τα ανωτέρω, ζητεί να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να της καταβάλει: α) το ποσό του 1.387.252 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε ποσό ήταν απαιτητό, άλλως από την επίδοση της προηγούμενης από 3-11-1997 αγωγής της ενώπιον του μη έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου και β) ποσό 1.165.525 ευρώ, που προέρχεται από την κεφαλαιοποίηση των ανωτέρω τόκων υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής του.
Την ανωτέρω αγωγή, κατά τα προεκτεθέντα αιτήματα, το Εφετείο, έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως μη νόμιμη, δεχόμενο, ότι οι προαναφερθείσες αξιώσεις της αναιρεσείουσας για καταβολή νομίμων τόκων, οι οποίες θεμελιώνονται στην υπερημερία του αναιρεσίβλητου λόγω της παρέλευσης της δήλης ημέρας της εκπλήρωσης της κύριας οφειλής, άλλως στην εξώδικη όχλησή του, αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 21 του κ.ν.
της 26/6-10/7/1944 "περί δικών του Δημοσίου", που έχει εφαρμογή λόγω του χρόνου σύναψης της σύμβασης, σύμφωνα με την οποία, ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου αρχίζει μόνο από την επίδοση της αγωγής. Την κρίση αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης η αναιρεσείουσα δεν πλήττει με αναιρετικό λόγο.
Στη συνέχεια το Εφετείο, δέχθηκε και ότι "δεν δύναται να θεμελιωθεί η υπερημερία του εναγομένου ήδη αναιρεσίβλητου) στην άσκηση της προγενέστερης από 3-11-1997 σχετικής αγωγής ενώπιον του μη έχοντος δικαιοδοσία διοικητικού δικαστηρίου, με την οποία η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ζήτησε την καταβολή από το εναγόμενο του πιο πάνω ληξιπρόθεσμου κεφαλαίου και των μετά την επίδοση της αγωγής αυτής τόκων επιδικίας, η οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας, ώστε από το χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής εκείνης (5-11-1997) η μη εξοφληθείσα μέχρι τότε κύρια οφειλή να γεννά νόμιμους τόκους επιδικίας......
Και τούτο διότι...... στην προκειμένη ...περίπτωση σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής η υπ'αριθ.4856/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, τελεσιδίκως, ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας η από 3-11-1997 αρχική αγωγή της ... κατά του Δημοσίου επιδόθηκε στην ενάγουσα ...
στις 31-8- 2004,ενώ η κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε στις 25-11-2004 και επιδόθηκε στο εναγόμενο Δημόσιο στις 26-11-2004,ήτοι μετά τη πάροδο της θεσπιζόμενης από την πιο πάνω διάταξη (του άρθρου 9 παρ.4 του ν.1649/1986) προθεσμίας των δύο μηνών. Έτσι, δεν ήταν δυνατόν να γεννηθούν οι επίδικες εκ τόκων αξιώσεις της ενάγουσας με την επίδοση της αρχικής αγωγής.....
Συνακολούθως μη νόμιμη είναι η κρινόμενη αγωγή και για τις ένδικες αξιώσεις καταβολής τόκων εξ ανατοκισμού των πιο πάνω αιτουμένων νόμιμων τόκων υπερημερίας, αφού δεν υφίσταται τοιαύτη νόμιμη εκ τόκων αξίωση... ώστε εξ ανατοκισμού της να γεννηθούν οι αιτούμενοι τόκοι.. ".Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την από 1-2-2012 έφεση της αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την 694/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως παραγεγραμμένη, την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Έτσι που έκρινε και με αυτό που δέχθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή προϋπόθεση της διατήρησης των εννόμων συνεπειών, όπως η έναρξη τοκοφορίας ,από την άσκηση της προηγούμενης ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα αγωγής ενώπιον του μη έχοντος δικαιοδοσία διοικητικού δικαστηρίου, ήταν η άσκηση της κρινόμενης αγωγής εντός δίμηνης προθεσμίας από την επίδοση σε αυτή της τελεσίδικης απόφασης του ανωτέρω δικαστηρίου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9παρ.4 του ν.1649/1986 ,που δεν αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 20 του Συντάγματος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον μόνο από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ λόγο της κρινόμενης αίτησής της είναι αβάσιμα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο(αρθρ.495παρ.3ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η τελευταία ,λόγω της ήττας της ,στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176,183ΚΠολΔ),μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 του ν.3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Ιανουαρίου 2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." για αναίρεση τα 784/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ