Legislator Case Law & Legislation
581/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding failure to propose claims in first instance.

Case Number 581/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court erred in rejecting their claim for reimbursement of expenses as vague and legally unfounded. The court ruled that since the claim was rejected as inadmissible rather than examined on the merits, the appeal was inadmissible under Article 562 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 2 KPolD; Art. 559 para. 19 KPolD: An appeal is inadmissible if based on a claim not lawfully proposed in the court of first instance, unless it concerns a public order issue, and the appeal must explicitly state the claim was proposed as it was in the lower court.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal failure to propose claim Article 562 KPolD legal costs reimbursement of expenses

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 para. 2 KPolD
Art. 559 para. 19 KPolD
Art. 495 para. 4 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD
Art. 789 - 790 A.K.
Art. 730 and 736 A.K.
Art. 904 para. 1 ed. a' AK
Art. 794 A.K.
Art. 1113 A.K.
Art. 1101-1107 A.K.
Art. 802 A.K.
Art. 904 ep. A.K.
Art. 325 ep. A.K.

Cited Case Law

AI generated
O.A.P.10/2011
O.A.P. 18/1998
O.A.P.44/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 581 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 581/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018 , με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Μ. Μ. του Ε. και 2)Ι. θυγ. Δ. Τ., συζ. Μ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια ο 1ος και μετά η 2η του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Διαμαντόπουλου.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Δ., κατοίκου ... η οποίοια εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Γκλαβίνη

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 63/2017 του Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-6-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (Ολ.Α.Π.10/2011, Ολ.

Α.Π. 18/1998). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και να παρατίθεται σ’ αυτό (αναιρετήριο), όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.

Α.Π. 43/1990). Ενόψει αυτών, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα κρίνοντας δέχθηκε ως νομικά ορισμένη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ενώ δεν ήταν, αρκούμενη σε λιγότερα στοιχεία σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο προς θεμελίωση της ασκούμενης μ’ αυτήν αξίωσης, διότι :

‘ ‘ 1) δεν αναφέρεται το ΚΑΕΚ του επίδικου ακινήτου, 2) δεν αναφέρεται τίποτε περί μεταγραφής της εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος σιωπηρής αποδοχής ποσοστού ... της κληρονομίας της κατά την 29-9-1994 αποβιωσάσης δικαιοπαρόχου του Σ. Ν. και δη του επικαλούμενου υπ’ αριθμ. .../4-11-2011 πιστοποιητικού του Πρωτοδικείου Τρικάλων περί μη αποποιήσεως κληρονομίας εκ μέρους του, ώστε να προκύπτει η συγκυριότητά του επί του επιδίκου και 3) όσον αφορά την καταβολή αποζημιώσεως χρήσεως ύψους 78.000 ευρώ, που αφορά ύψος μισθώματος σε αρκετά απώτερο περελθόντα χρόνο, δεν αναφέρει την εν τω μεταξύ αυξηθείσα αξία του ακινήτου καθώς επίσης και τιμαριθμικές ή νομισματικές διαφοροποιήσεις που μεσολάβησαν, ώστε να προσδιορισθεί το ποσό του μισθώματος με βάση τις διαφοροποιήσεις αυτές’ ‘ , πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν γίνεται από τους αναιρεσείοντες οποιαδήποτε αναφορά στο αναιρετήριο για το αν τον πιο πάνω ισχυρισμό περί αοριστίας του δικογράφου της ένδικης αγωγής, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

και στον οποίο στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, τον οποίο είχαν προτείνει με τις προτάσεις τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων ως εναγόμενοι, αμυνόμενοι κατά της αγωγής, τον επανέφεραν και με ποιο τρόπο ενώπιον του Εφετείου ως εφεσίβλητοι, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων ως εφεσίβλητων, πράγματι επανέφεραν στο Εφετείο το νομίμως προταθέντα και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυρισμό τους περί αοριστίας του δικογράφου της ένδικης αγωγής για τον προαναφερόμενο λόγο. Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός, όσον αφορά την αγωγή διανομής, ορθώς απορρίφθηκε ως αβάσιμος και κρίθηκε αυτή ορισμένη, καθόσον οι επικαλούμενες ελλείψεις της ιστορικής της βάσης δεν καθιστούν αόριστη την ένδικη αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας υπάρχει ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου και αναφέρεται η συγκυριότητα της ενάγουσας και η μεταξύ αυτής και του πρώτου εναγόμενου κοινωνία, χωρίς να είναι απαραίτητο να εκτίθεται σ’ αυτήν και ο τρόπος με τον οποίο αυτός έγινε συγκύριος του διανεμητέου πράγματος, εφόσον ο τελευταίος δεν ισχυρίζεται ότι αμφισβήτησε τη συγκυριότητά του επ’ αυτού.

Όσον αφορά την αγωγή αποζημίωσης λόγω της αποκλειστικής χρήσης του επιδίκου από τους αναιρεσείοντες - εναγομένους, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής μετά την απόρριψή της, γιατί εξέλειπε το έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων, το οποίο θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο ηττημένος διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 1, 8, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έπρεπε να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η ένδικη αγωγή διανομής, γιατί επισπεύδεται ενιαία εκπλειστηρίαση κτηρίου στο οποίο υφίστανται περισσότερες της μιας οριζόντιες ιδιοκτησίες.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί από την επισκόπηση των προτάσεων των εναγομένων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τέτοιος ισχυρισμός, περί νομικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής, δεν προτάθηκε από τους αναιρεσείοντες ως τότε εναγόμενους, αλλά ούτε και υπό την ιδιότητά τους ως εφεσίβλητων στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.- Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.Α.Π.17/1995).

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη όμως η αδράνεια επί μακρόν χρόνο του δικαιούχου και όταν ακόμα δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί πλέον αυτό, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως η συμπεριφορά του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου, ενόψει των οποίων καθώς και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε από τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με το άρθρο 281 Α.Κ. (Ολ.Α.Π.8/2001, Ολ.

Α.Π. 19/1998). Εξάλλου, η ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος μπορεί να προβληθεί και κατά της αγωγής διανομής κοινού πράγματος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της (Ολ. Α.Π. 7/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτόν αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία.

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (Ολ.

Α.Π. 12/2016, Ολ. Α.Π. 7/2006). Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 12/2016, Ολ.ΑΠ.1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

Α.Π. 9/2016). Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.

Α.Π. 12/1995, Ολ. Α.Π. 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την παραδεκτώς προβληθείσα από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες ένσταση, περί καταχρηστικής άσκησης, κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., της κρινόμενης αγωγής διανομής του επίκοινου ακινήτου, που άσκησε η ήδη αναιρεσίβλητη, δέχτηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Οι εφεσίβλητοι παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πρόβαλαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής διανομής επικαλούμενοι προς θεμελίωσή της ότι οι δύο αδελφοί - εκκαλούσα και πρώτος εφεσίβλητος - σεβόμενοι και την εν ζωή εκφρασθείσα επιθυμία των γονέων τους, συμφώνησαν και διένειμαν ατύπως την περιουσία αυτών, με βάση την οποία στον μεν πρώτο εφεσίβλητο περιήλθε, μεταξύ άλλων, το επίδικο ακίνητο, στη δε εκκαλούσα, πέραν του σημαντικής αξίας ακινήτου - καταστήματος, με το οποίο την προικοδότησε ο πατέρας της, περιήλθαν σ’ αυτή τα λοιπά αναφερόμενα αστικά ακίνητα.

Ότι στον πρώτο εφεσίβλητο, βάσει της ανωτέρω συμφωνίας άτυπης διανομής, είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι η εκκαλούσα ουδέποτε θα προβάλλει οιαδήποτε αξίωση επ’ αυτού, λόγος για τον οποίο και δαπάνησε σημαντικά ποσά για τις εργασίες επισκευής και συντήρησής του, στις οποίες άλλως δεν θα προέβαινε και ότι η μετά από 18 περίπου έτη άσκηση της ένδικης αγωγής διανομής του επικοίνου και δη η δια πλειστηριασμού πώληση αυτού, που αποτελεί τη μόνιμη κατοικία τους, θα επιφέρει δυσβάστακτες σ’ αυτούς συνέπειες.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ως βάσιμη κατ’ ουσίαν την ένσταση αυτή και απέρριψε την αγωγή διανομής, καθώς και την αντικειμενικά σ’ αυτή σωρευόμενη αξίωση αποζημίωσης εξαιτίας της αποκλειστικής χρήσης του κοινού από τους εφεσιβλήτους. Από την επανεκτίμηση, όμως, του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων, που τα διάδικα μέρη επικαλούνται και παραδεκτώς προσκομίζουν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι γονείς της εκκαλούσας και του πρώτου εφεσιβλήτου, όσο ζούσαν και ιδία η μητέρα αυτών, που ήταν συγκύρια κατά το μεγαλύτερο ποσοστό του επιδίκου, είχαν εκφράσει την βούληση να περιέλθει το επίδικο ακίνητο στο γιο τους, κατά τα κρατούντα, ως συνεχιστή της οικογένειας Μ., δεν προκύπτει ότι η εκκαλούσα, εφόσον η μητέρα τους απεβίωσε αδιάθετη, ήλθε ποτέ σε ανάλογη συμφωνία με τον αδελφό της.

Η ίδια (εκκαλούσα) ουδέποτε απεμπόλησε τα δικαιώματά της επί του ως άνω σημαντικής αξίας περιουσιακού στοιχείου, που περιήλθε σ’ αυτή εκ της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της μητέρας της. Αμέσως μετά το θάνατο της τελευταίας αμφότεροι οι αδελφοί υπέβαλαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ τη σχετική δήλωση φόρου κληρονομιάς ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής και κατ’ ισομοιρία συγκύριοι αφενός του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου;

μετά του αναλογούντος σ’ αυτό 50/100 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και αφετέρου του ιδανικού μεριδίου της μητέρας τους (4/36 εξ αδιαιρέτου) επί του διαμερίσματος του ισογείου, μετά του αναλογούντος σ’ αυτό υπολοίπου 50/100 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και η εκκαλούσα, όπως και ο εφεσίβλητος, κατέβαλε τον αναλογούντα σ’ αυτή για το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο φόρο κληρονομίας.

Αμφότεροι, επίσης, αποδέχθηκαν την κατά τον ως άνω τρόπο επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομία της μητέρας τους και δη η μεν εκκαλούσα το έτος 2005, συνταγείσης προς τούτο της υπ’ αριθμ. .../25.10.2005 δήλωσης αποδοχής της συμβολαιογράφου Τρικάλων Ε. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ ο πρώτος εφεσίβλητος ήδη από το έτος 2000 είχε προβεί σε ανάλογη συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής της κληρονομίας αυτής (βλ.

τη νομίμως μεταγεγραμμένη υπ’ αριθμ. .../2000 δήλωση αποδοχής της συμβολαιογράφου Τρικάλων Μ. Φ.). Ο τελευταίος ήδη διατείνεται ότι το έτος 2000 προέβη εσπευσμένα στην κατά τα ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομίας, εφόσον κατ’ άλλον τρόπο δεν θα μπορούσε να αποκτήσει τίτλο που να τον νομιμοποιεί στην υποβολή αίτησης για άμεση έκδοση άδειας αντικατάστασης της στέγης του επιδίκου, λόγω προβλημάτων που δημιουργήθηκαν σ’ αυτή, συνεπεία της έντονης τότε πρόσφατης βροχόπτωσης.

Αποδεικνύεται, όμως, ότι κατά το δεδομένο χρόνο δεν υπήρχε αδήριτη ανάγκη άμεσης έκδοσης της εν λόγω οικοδομικής άδειας, αφού εν τέλει οι εργασίες για την αντικατάσταση αυτής με βάση την ανωτέρω εκδοθείσα άδεια έγιναν πολύ αργότερα το έτος 2003 κατά την έναρξη των εργασιών της επισκευής, συντήρησης και ανακαίνισης της όλης οικοδομής.

Γεγονός είναι ότι η εκκαλούσα ουδέποτε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής αξίωσε από τον εφεσίβλητο αδελφό της τη σύγχρηση ή αποζημίωση εξαιτίας της εκ μέρους του αποκλειστικής χρήσης και του ανήκοντος στην ίδια ιδανικού μεριδίου επί του επιδίκου. Και τούτο συνέβη διότι μεταξύ των δύο αδελφών σιωπηρά είχαν καταρτισθεί μεταξύ τους δύο συμβάσεις χρησιδανείων, δυνάμει των οποίων η μεν εκκαλούσα παραχώρησε ατύπως στον πρώτο εφεσίβλητο τη χρήση της επίδικης οικίας για αόριστο χρόνο χωρίς αντάλλαγμα, ο δε πρώτος εφεσίβλητος παραχώρησε στην εκκαλούσα επίσης χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση δύο καταστημάτων, που βρίσκονται στο κέντρο της πόλης των Τρικάλων επί της οδού ...

αντίστοιχα, εμβαδού 44,79 τ.μ. το πρώτο και 18,91 τ.μ. το δεύτερο, που περιήλθαν σε αμφοτέρους κατ’ ισομοιρία εκ της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του πατέρα τους. Τοιαύτες αξιώσεις, όμως, αποζημίωσης εξαιτίας της εκ μέρους του πρώτου εφεσιβλήτου αποκλειστικής χρήσης του επιδίκου ήγειραν κατ’ αυτού οι λοιποί συγκύριοι του ισογείου και συγκεκριμένα οι Χ.

Α. και Μ. - Τ. Π.. Οι τελευταίοι μάλιστα με αγωγή τους σε βάρος του πρώτου εφεσιβλήτου αξίωσαν και τη διανομή των ευρισκομένων εντός της οικίας σημαντικής αξίας κινητών πραγμάτων. Θα πρέπει, δε, ιδιαίτερα να αναφερθεί ότι στην πρώτη από 31.01.1997 σχετική αγωγή διανομής κινητών πραγμάτων κατά του ήδη εφεσιβλήτου, πλην των άλλων, ενάγουσα ήταν και η ήδη εκκαλούσα αδελφή του, ενώ στη μεταγενεστέρως από 16.09.1997 ασκηθείσα ομοία αγωγή, με το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν του δικογράφου της πρώτης, η ήδη εκκαλούσα ήταν εναγόμενη από κοινού με τον αδελφό της.

Κατά τη διάρκεια της αντιδικίας που είχε ο πρώτος εφεσίβλητος με τους ως άνω λοιπούς συγκυρίους του επιδίκου για τις ανωτέρω αιτίες, στις προτάσεις που αυτός κατέθετε προς απόκρουση των άνω αγωγών ανέφερε και αναγνώριζε την ήδη εκκαλούσα αδελφή του ως συγκυρία του επιδίκου. Ιδία δε στις από 02.11.1998 προτάσεις, που κατέθεσε ο τότε πληρεξούσιος δικηγόρος του Β.

Δ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, προς απόκρουση της προαναφερθείσας από 16.09.1997 αγωγής διανομής κινητών επί λέξει αναφέρεται "εγώ και η συνεναγομένη αδελφή μου έχουμε ποσοστό συνιδιοκτησίας επ’ αυτής εκ κληρονομίας της αποβιωσάσης μητέρας μας επί της οικίας και του οικοπέδου 65% αδιαίρετα".

Οπωσδήποτε στο τέλος του έτους 1998 δεν θα διατυπωνόταν σε δικόγραφο κατά τον άνω σαφή τρόπο ότι η ήδη εκκαλούσα είναι συγκύρια του επιδίκου κατά το ως άνω ποσοστό, εάν, ήδη από το έτος 1992, μετά το θάνατο της μητέρας τους, άλλως είχαν συμφωνήσει οι δύο αδελφοί, κρίση, που δεν διαφοροποιείται εκ του γεγονότος ότι η αναφορά αυτή έγινε σε δικόγραφο επ’ ευκαιρία αντιδικίας με τρίτους.

Η επίδικη οικία, ως εκ της παλαιότητάς της, έχρηζε άμεσης συντήρησης και επισκευής, ο δε πρώτος εφεσίβλητος ήταν ο μόνος των συγκυρίων, ο οποίος ενδιαφέρονταν για τούτο, ως διαμένων μόνιμα σ’ αυτή με τη σύζυγό του, αλλά είχε και τη δυνατότητα να επωμισθεί κατά το δεδομένο χρόνο τη σχετική δαπάνη. Ξεκίνησαν, ως εκ τούτου, οι εφεσίβλητοι τις προαναφερθείσες εργασίες εκ βάθρων κατ’ ουσίαν ανακαίνισης και όχι μόνον επισκευής και συντήρησης της επίδικης παλαιάς οικίας, προσαρμόζοντάς τη στις ανάγκες της μόνιμης σ’ αυτή διαβίωσής τους, διαθέτοντας προς τούτο σημαντικό ποσό χρημάτων, μεταξύ άλλων και του τιμήματος που ο πρώτος εφεσίβλητος έλαβε από την εκποίηση ετέρου ακινήτου, κυριότητάς του, που βρίσκονταν στο κέντρο της πόλης των Τρικάλων, προσδοκώντας ότι στο μεταξύ θα επιτύχουν την εξαγορά των ιδανικών μεριδίων και των λοιπών συγκυρίων και ιδία το μεγαλύτερο της εκκαλούσας, για το οποίο επί σειράν ετών διεξάγονταν σχετικές διαπραγματεύσεις μεταξύ της δευτέρας εφεσιβλήτου, ως αντιπροσώπου του πρώτου εφεσιβλήτου - συζύγου της και των τέκνων της εκκαλούσας.

Οι προσδοκίες τους τελεσφόρησαν και επέτυχαν οι εφεσίβλητοι την εξαγορά των ιδανικών μεριδίων των λοιπών συγκυρίων επί του επικοίνου. Συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του έτους 2008, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ’ αριθμ. .../2008 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Τρικάλων Δ. Κ., περιήλθε κατά ψιλή κυριότητα στη δεύτερη εφεσίβλητη και κατ’ επικαρπία στο δεύτερο εξ αυτών, κατόπιν αγοράς από τους Μ.

Κ. χα Θ. Ζ., Σ. Θ. Ζ. και Α. Θ. Ζ., κληρονόμους του Θ. Σ. Ζ., αντί τιμήματος 110.000 ευρώ, το εκ ποσοστού 12/36, άλλως 33,33333/100 εξ αδιαιρέτου, όπως είναι καταχωρημένο στο κτηματολόγιο, του ισογείου διαμερίσματος και της αποθήκης του υπογείου, μετά του αναλογούντος σ’ αυτό λοιπού ποσοστού 500/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, που είχε περιέλθει στον τελευταίο εκ κληρονομιάς της μητέρας του Α.

χας Σ. Ζ.. Επίσης, το Δεκέμβριο του έτους 2010, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ’ αριθμ. .../2010 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, περιήλθε ομοίως κατά ψιλή κυριότητα στη δεύτερη εφεσίβλητη και κατ’ επικαρπία στο δεύτερο εξ αυτών, κατόπιν αγοράς από τη Μ. - Τ. Π., αντί τιμήματος 70.000 ευρώ το εκ ποσοστού 8/36, άλλως 22,22222/100 εξ αδιαιρέτου, όπως είναι καταχωρημένο στο κτηματολόγιο, επί του ιδίου ως άνω ισογείου διαμερίσματος, που είχε περιέλθει στην τελευταία, κατά το μεν 4/36 εξ αδιαιρέτου ποσοστό εκ κληρονομίας της μητέρας της, κατά το δε λοιπό ποσοστό 4/36 εξ αδιαιρέτου εκ κληρονομίας του αδελφού της Χ.

Α.. Δεν ευοδώθηκαν, όμως, οι διαπραγματεύσεις των διαδίκων αναφορικά με την εξαγορά των ιδανικών μεριδίων της εκκαλούσας επί του επιδίκου, λόγος για τον οποίο ασκήθηκε και η ένδικη αγωγή. Το γεγονός ότι επί σειράν ετών διεξάγονταν μεταξύ των αδελφών διαπραγματεύσεις για την εξαγορά από τον πρώτο εφεσίβλητο των ιδανικών μεριδίων της αδελφής του - εκκαλούσας επί του επιδίκου προκύπτει από τις σαφείς ως προς το σημείο αυτό καταθέσεις τόσον του μάρτυρα της τελευταίας - συζύγου της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσον και τις ένορκες βεβαιώσεις , που αυτή προσκομίζει, που κρίνονται, συνδυαζόμενες με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, περισσότερο πειστικές των όσων αντίθετα υποστηρίζουν οι με την επιμέλεια των εφεσιβλήτων εξετασθέντες.

Εξάλλου, οι καταθέσεις των πρώτων ως προς το σημείο αυτό εμμέσως επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση ως μάρτυρα της δεύτερης εφεσίβλητης στη μεταξύ των δύο αδελφών αντιδικία για τη διανομή άλλων περιουσιακών τους στοιχείων - αγροτικών ακινήτων (βλ. πρακτικά συνεδρίασης, εφ’ ων εκδόθηκε η υπ’ αριθμ 32/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων), στην οποία η τελευταία, μεταξύ άλλων, παραδέχθηκε ότι γίνονταν μεν διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο αδελφών για πολλά έτη, δεν αφορούσαν όμως οι διαπραγματεύσεις αυτές τα αγροτικά ακίνητα.

Ως εκ τούτου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ο προβαλλόμενος από τον πρώτο εφεσίβλητο ισχυρισμός, που επιβεβαιώνεται από τον μάρτυρα αυτού Ε. Κ. κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου εξέτασή του, ότι το έτος 2003, όταν ξεκίνησαν οι εργασίες επισκευής της οικοδομής, θεωρούσε εαυτόν αποκλειστικό κύριο του όλου επιδίκου και για το λόγο αποφάσισε να υποβληθεί στις άνω σημαντικές δαπάνες για την ανακαίνιση - συντήρηση του επιδίκου, αφού, πέραν των ιδανικών μεριδίων της αδελφής του στο όλο ακίνητο, το μεγαλύτερο ποσοστό συγκυριότητας επί του ισογείου, κατά τα ως άνω, είχαν τότε οι λοιποί συγκύριοι και παρά ταύτα οι εφεσίβλητοι ανέλαβαν το σχετικό κίνδυνο εκ της τυχόν μη ευόδωσης της προσδοκίας τους για εξαγορά των μεριδίων αυτών, από τους οποίους μάλιστα, όπως σαφώς προκύπτει, οι εφεσίβλητοι δεν αξίωσαν τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκαν, για την επισκευή του επιδίκου.

Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και τις προαναφερόμενες σκέψεις το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η εκκαλούσα είχε παραχωρήσει στον πρώτο εφεσίβλητο αδελφό της μόνον τη χρήση του ιδανικού της μεριδίου χωρίς αντάλλαγμα, ουδέποτε δε συμφώνησε να παραχωρήσει (δωρήσει) ατύπως, στον αδελφό της τα περιελθόντα στην ίδια εκ της εξ αδιαθέτου κληρονομίας της μητέρας της ιδανικά μερίδια επί του επιδίκου, λόγος για τον οποίο και διεξάγονταν μεταξύ τους συνεχείς διαπραγματεύσεις για την εξαγορά αυτών από τον πρώτο εφεσίβλητο.

Εξάλλου, δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι η εκκαλούσα είναι επιπλέον συγκύρια του ισογείου, κατά ποσοστό ... εξ αδιαιρέτου, εκ κληρονομικής διαδοχής της Σ. (Ζ.) Ν., συζ. Χ. Μ., δικαίωμα, που κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το αντίστοιχο ποσοστό περιήλθε και στον πρώτο εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως αν αυτός δεν έχει εισέτι αποδεχθεί συμβολαιογραφικά τούτο.

Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή διανομής, καθώς και τη σωρευόμενη αξίωση αποζημίωσης εξαιτίας της αποκλειστικής χρήσης του κοινού από τους εναγόμενους, κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ’ ουσίαν της καταλυτικής του αγωγικού δικαιώματος ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος διανομής, που πρόβαλαν οι εναγόμενοι, δεχόμενο ότι μετά τη λαβούσα χώρα μεταξύ των δύο αδελφών άτυπη διανομή των περιουσιακών στοιχείων των γονέων τους, στον πρώτο εναγόμενο περιήλθε το επίδικο και ότι η επί χρονικό διάστημα δέκα οκτώ ετών μεταγενέστερη συμπεριφορά της ενάγουσας δημιούργησε στον πρώτο εναγόμενο την εύλογη πεποίθηση ότι αυτή δεν θα ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι δεν ενέχει κατάχρηση δικαιώματος η από μέρους της ανιρεσίβλητης, με την ένδικη αγωγή της, άσκηση του δικαιώματός της προς διανομή του επίκοινου ακινήτου. Ακολούθως, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, και, αφού απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε την ένδικη αγωγή διανομής.

Έτσι, που έκρινε, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά, που οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και πρότειναν για τη θεμελίωση της από την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, μη υποπεσόν στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., αφού, υπό τα ανωτέρω γενόμενα από τούτο δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του επιδιωκόμενου με την αγωγή δικαιώματος της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, όσον αφορά το εν λόγω ζήτημα, δεν υπερβαίνει πράγματι προφανώς τα οριζόμενα από τη διάταξη αυτή όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος επιβάλλουν, αφού οι προαναφερόμενες περιστάσεις δεν ήταν αρκετές για να δημιουργηθεί στους αναιρεσείοντες η πεποίθηση ότι η αντίδικός τους δεν θα ασκούσε το δικαίωμα αυτό.

Επίσης, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της μη παραδοχής της παραπάνω ένστασης των εναγομένων - αναιρεσειόντων περί καταχρήσεως δικαιώματος διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ., την οποία ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ως προς τις αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, ψέγεται η αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 β’ ΚΠολΔ., στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του όλα τα νομίμως από τους αναιρεσείοντες προταθέντα πρωτοδίκως περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την απορριφθείσα ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής.

Τα περιστατικά δε αυτά είναι τα ακόλουθα : α) Η επικαλούμενη από την αντίδικο συγκυριότητα επί του επίδικου ακινήτου, είναι πλασματική και τυπική, γιατί ήδη από το έτος 1987, που αρχικώς συμφωνήθηκε, και στην συνέχεια το έτος 1994, που επιβεβαιώθηκε πλήρως, έχει προηγηθεί άτυπη διανομή και άτυπη μεταξύ του 1ου εξ ημών και της αντιδίκου δωρεά του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που μας κατέλειπαν, χωρίς διαθήκη, οι γονείς μας Ε.

Μ. και Μ. Μ.. β) Σε όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1987 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής χρησιμοποιούσαμε το επίδικο ακίνητο ως κατοικία και για τη διαμονή μας και ουδέποτε η αντίδικος ποιήθηκε χρήση αυτού. γ) Καθ’ όλο αυτό το διάστημα των 20 και πλέον ετών ουδέποτε η αντίδικος αμφισβήτησε την ως άνω νομή, κατοχή και χρήση του επίδικου οικοπέδου και της επ’ αυτού διώροφης οικοδομής, προβάλλοντας οποιοδήποτε δικαίωμα συγκυριότητας ή αίτημα διανομής.

δ) Η ανωτέρω μακροχρόνια αδράνεια της αντιδίκου σε συνδυασμό με τα παρακάτω εκτιθέμενα λοιπά περιστατικά, δημιούργησαν σε εμάς την εύλογη πεποίθηση, ότι αυτή δεν επρόκειτο να προβάλει στο μέλλον αξιώσεις και δικαιώματα περί συγκυριότητάς της στο επίδικο ή περί δικαστικής διανομής αυτού και έτσι η τυχόν παραδοχή της αγωγής θα έχει ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για εμάς.

Ειδικότερα δημιουργήθηκε σε εμάς η πεποίθηση ότι το επίδικο μας ανήκει αποκλειστικά, η δε αντίδικος μας άφησε να πιστεύουμε επί 20 και πλέον έτη ότι δεν θα αξιώσει δικαιώματα συγκυριότητας και ουδέποτε είχε εκδηλώσει ποτέ βούληση μεταβολής της καταστάσεως αυτής. Γενικότερα η κατάσταση που δημιουργήθηκε με την εγκατάστασή μας στο επίδικο και την αποκλειστική εκμετάλλευσή του από εμάς, ήταν σύμφωνη με τον ανωτέρω σκοπό στον οποίο αποβλέψαμε.

ε) Σε αυτό το χρονικό διάστημα, έχοντας εδραία και απόλυτη πεποίθηση της αποκλειστικής μας κυριότητας επί του επιδίκου προέβημεν σε τεράστιες δαπάνες συντήρησης, προστασίας, ανακατασκευής και ανακαίνισης αυτού, το ύψος δε των γενόμενων δαπανών υπερβαίνει, με τους πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς, ποσό άνω των 600.000 €, όπως τα στοιχεία αυτά παρουσιάζονται με λεπτομέρεια, σαφήνεια και πληρότητα στο σχετικό τμήμα των παρουσών, όπου εμπεριέχεται η ένσταση επισχέσεως, την οποία παραδεκτώς και νομίμως προβάλουμε.

στ) Υφίσταται μεγάλη και προφανής δυσαναλογία μεταξύ της μικρής ωφέλειας που θα αποκομίσει η αντίδικος και της δικής μας τεράστιας οικονομικής ζημίας. Και ζ) Η αντίδικος επιδιώκει την απόσπαση εκ μέρους μας υπέρμετρων οικονομικών ανταλλαγμάτων. Όμως, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε τα πιο πάνω περιστατικά, δεχθέν ότι η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ουδέποτε απεμπόλησε τα δικαιώματά της επί του ως άνω σημαντικής αξίας περιουσιακού στοιχείου, που περιήλθε σ’ αυτήν εκ της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της μητέρας της, ότι μεταξύ των δύο αδελφών (εκκαλούσας και πρώτου εφεσίβλητου) σιωπηρά είχαν καταρτισθεί μεταξύ τους δύο συμβάσεις χρησιδανείων, δυνάμει των οποίων η μεν εκκαλούσα παραχώρησε ατύπως στον πρώτο εφεσίβλητο τη χρήση της επίδικης οικίας για αόριστο χρόνο χωρίς αντάλλαγμα, ο δε τελευταίος σ’ αυτήν, επίσης χωρίς αντάλλαγμα, τη χρήση δύο καταστημάτων, που βρίσκονται στο κέντρο της πόλης των Τρικάλων...και περιήλθαν σ’ αυτούς κατ’ ισομοιρία εκ της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του πατέρα τους, ότι μεταξύ των διαδίκων επί σειρά ετών διεξάγονταν διαπραγματεύσεις για την εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς, με την εξαγορά των ιδανικών μεριδίων της εκκαλούσας επί του επιδίκου, που δεν ευοδώθηκαν, λόγος για τον οποίο οφείλεται η επιγενόμενη άσκηση της ένδικης αγωγής.

Έτσι, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, οι ίδιοι λόγοι κατά το υπόλοιπο μέρος, στο οποίο διαλαμβάνονται αντίθετα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, είναι απαράδεκτοι, καθόσον πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Για τη βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π.2/2008).

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αριθμό 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα την από 23-11-1988 ιδιόγραφη διαθήκη του Χ.

Α. και την πρότερη διαθήκη της Σ. - Ζ. Μ., που αντικαταστάθηκαν στη συνέχεια από τους διαθέτες έγγραφα τα οποία νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο Δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του ισχυρισμού του πρώτου αναιρεσείοντος περί άτυπης διανομής μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης του επίδικου ακινήτου, ο οποίος (ισχυρισμός) συναρτάται και με την ένσταση αυτών (αναιρεσειόντων) περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, για την απόδειξη των οποίων επικαλούνται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Εξάλλου, η αιτίαση, που εμπεριέχεται στον ίδιο, ως άνω, λόγο, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι αυτά έχουν, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον, με την επίκληση αυτή, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση αυτών. - Κατά την έννοια των άρθρων 1113 και 799 Α.Κ., σε συνδυασμό με τα άρθρα 478-481 του ΚΠολΔ., βάση της αγωγής διανομής κοινού πράγματος είναι η συγκυριότητα επί του διανεμητέου πράγματος των διαδίκων, το στοιχείο δε αυτό πρέπει να περιέχεται στην αγωγή, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται σ` αυτήν και ο τρόπος με τον οποίο ο ενάγων και ο εναγόμενος έγιναν συγκύριοι, εκτός αν ο εναγόμενος αμφισβητώντας τη νομιμοποίηση της αγωγής ισχυρισθεί ότι δεν έχουν κανένα δικαίωμα κυριότητος επί του διανεμητέου ούτε ο ενάγων ούτε ο εναγόμενος, οπότε υποχρεούται ο ενάγων με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίον αυτός και ο εναγόμενος έγιναν συγκύριοι του διανεμητέου.

Εάν ο εναγόμενος ισχυρισθεί ότι αυτός είναι αποκλειστικός κύριος του διανεμητέου, προβάλλοντας κατ` αυτόν τον τρόπο αμφισβήτηση της ενεργητικής νομιμοποίησης της αγωγής, δεν υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει και τον τρόπο με τον οποίο ο εναγόμενος έγινε συγκύριος του διανεμητέου. Στην περίπτωση αυτή, η απόδειξη της συγκυριότητας του ενάγοντος θα έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του από τον εναγόμενο ομολογούμενου δικαιώματος κυριότητας επί ολοκλήρου του διανεμητέου πράγματος.

Εάν ο εναγόμενος επικαλείται περιστατικά κτήσεως της αποκλειστικής του κυριότητας επί του διανεμητέου μεταγενέστερα των αντίστοιχων της κυριότητας του ενάγοντος, προβάλλει ένσταση κατά της αγωγής, η οποία κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη, όταν προβάλλεται για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, χωρίς να έχει προταθεί ως προς όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 262 του ίδιου Κώδικα στοιχεία της μέχρι το τέλος της πρώτης συζήτησης στον πρώτο βαθμό, εκτός αν συντρέχει περίπτωση από τις αναφερόμενες στα άρθρα 527 και 269 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π.2/1994).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά παράβαση σχετικής δικονομικού περιεχομένου διάταξης (Ολ.Α.Π.2/2001), για το ορισμένο όμως του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο που δημιουργήθηκε από την παραβίαση συγκεκριμένης δικονομικής διάταξης είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο και είχε επαναφερθεί νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθοριζομένου συγχρόνως και του νόμιμου τρόπου προβολής ή επαναφοράς του σχετικού ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας (με λόγο έφεσης ή με τις προτάσεις στο εφετείο), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 2246/2009).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται για όλους τους λόγους αναίρεσης που περιοριστικώς ορίζονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παραβίαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Έτσι, είναι απαράδεκτος ως αόριστος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση αγωγής κατ’ άρθρο 1 παρ. 3 ν. 1469/1950, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας το πιο πάνω απαράδεκτο, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για την παράλειψη της προσβαλλόμενης απόφασης να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αγωγής κατ’ άρθρο 1 παρ. 3 ν. 1469/1950, είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, όπως έπρεπε για να είναι αυτός ορισμένος, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ., ότι ο στηρίζων αυτόν ισχυρισμός (περί απαραδέκτου συζήτησης της αγωγής γιατί δεν προσκομίζεται η απαιτούμενη για τη λύση της κοινωνίας έγκριση του αρμόδιου Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., εξαιτίας του ότι το επίδικο ακίνητο έχει κριθεί διατηρητέο) είχε προταθεί νομίμως από τους αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, ως εφεσίβλητοι-εναγόμενοι.

Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος, καθόσον δεν απαιτείται σχετική έγκριση, αφού αίτημα της αγωγής δεν ήταν η αυτούσια διανομή του κοινού ακινήτου, αλλά η λύση της κοινωνίας με πώληση αυτού δια δημόσιου πλειστηριασμού. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ., με τον έκτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης ψέγουν το Εφετείο ότι κατά παραβίαση της δικονομικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 527 ΚΠολΔ απέρριψε ως απαράδεκτη την αιτιολογημένη άρνησής τους περί ανυπαρξίας δικαιώματος συγκυριότητας της αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο, λόγω αποκλειστικής κυριότητας του πρώτου των αναιρεσειόντων σ’ αυτό (κτηθείσας δια χρησικτησίας) που καθιστά αδιανόητη τη διανομή του, ενώ όφειλε να την εξετάσει ή στη ‘ ‘ χειρότερη’ ‘ περίπτωση να αναστείλει, κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ., την εκδίκαση της διαφοράς μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αγωγής (με αριθμ.

καταθ. .../10-9-2013 και απευθυνόμενης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων) του πρώτου αναιρεσείοντος περί πρωτότυπης κτήσης δικαιώματος δια χρησικτησίας και στο όποιο ποσοστό συγκυριότητας της αναιρεσίβλητης, η συζήτηση της οποίας, μετά από ματαίωση, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 6-11-2017, λόγω προβολής του πιο πάνω ισχυρισμού του εφεσίβλητου - εναγομένου το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη.

Σχετικά με την αιτίαση αυτή, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ήδη αναιρεσείοντες, ως εναγόμενοι, με τις έγγραφες προτάσεις τους στον πρώτο βαθμό συζήτησης της ένδικης αγωγής συνομολόγησαν το ποσοστό συγκυριότητας των ιδίων και της αναιρεσίβλητης ενάγουσας επί του επίδικου ακινήτου καθώς και τον τρόπο κτήσης της κυριότητας, προβάλλοντας καταλυτικό ισχυρισμό από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Ο ως άνω ισχυρισμός του πρώτου αναιρεσείοντος - εναγομένου δεν προβλήθηκε ως υπεράσπιση της έφεσης της ενάγουσας, ούτε αποτελεί άρνηση του επίδικου δικαιώματος συγκυριότητας της τελευταίας, αλλά ένσταση και δεν είχε προβληθεί απ’ αυτόν στο πρωτόδικο δικαστήριο αλλά το πρώτον προβλήθηκε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, χωρίς να επικαλεστεί τη συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων του άρθρου 269 παρ. 2 ΚΠολΔ., οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ‘ ‘ απαραδέκτως, κατ’ άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ., ο εκ των εφεσιβλήτων Μ. Μ. το πρώτον με τις προτάσεις του στην κατ’ έφεση δίκη αμφισβητεί το δικαίωμα συγκυριότητας της εκκαλούσας-ενάγουσας επί του επιδίκου, προβάλλων τον ισχυρισμό ότι κατά πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) ο ίδιος κατέστη αποκλειστικός κύριος του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου και συγκύριος του ισογείου κατά ποσοστό 4/36 εξ αδιαιρέτου, επικαλούμενος άτυπη δωρεά (γονική παροχή) προς αυτόν, κατά το έτος 1986, από τη μητέρα του των ανηκόντων σ’ αυτή δικαιωμάτων, ως απόρροια της, κατά τη βούληση των γονέων τους, κατά τον ως άνω χρόνο λαβούσης χώρας μεταξύ αυτού και της εκκαλούσας, ήδη αναιρεσίβλητης, άτυπης διανομής του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων αυτών και την εκ μέρους του έκτοτε και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής άσκηση διανοία κυρίου εμφανών διακατοχικών πράξεων επ’ αυτού.

Και τούτο διότι η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο-εφεσίβλητο ως άνω ένσταση δεν συντελεί στην άμυνα ή απολογία κατά της έφεσης και σε υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης για να είναι παραδεκτή η το πρώτον στο Εφετείο προβολή της, αλλά βάλλει κατά της κρίσης της εκκαλουμένης επί του προδικαστικού θέματος της συγκυριότητας, ως προς το οποίο η υπόθεση δεν μετήχθη στο Εφετείο, αφού τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης βάλλουν μόνο κατά της παραδοχής της εκκαλουμένης της προβληθείσας από αυτόν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της διανομής και το δικαστήριο, κατ’ άρθρο 522 ΚΠολΔ., είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον αυτών των παραπόνων και των τυχόν από τον ίδιο προβαλλόμενων ισχυρισμών ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών’ ‘ .

Συνεπώς, ο πιο πάνω ισχυρισμός ανεπιτρέπτως προβλήθηκε, το πρώτον, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με τις προτάσεις απ’ αυτόν και συννόμως το Εφετείο τον απέρριψε ως απαράδεκτο και ο ως άνω λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. - Από τη διάταξη του άρθρου 794 Α.Κ., κατά την οποία " κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους λοιπούς, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τα έξοδα της συντήρησης, της διοίκησης και της χρησιμοποίησης του κοινού", ερμηνευόμενη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 788, 789, 790, 730, 904 επ.

και 1101-1107 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο κοινωνός, που καταβάλει έξοδα πέραν τη αναλογίας του, δικαιούται να απαιτήσει τα επί πλέον καταβληθέντα, παρά των λοιπών κοινωνών κατ’ αναλογία των μερίδων τους, απ’ ευθείας με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 794 Α.Κ., εφόσον πρόκειται για έξοδα που έγιναν υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 788-790 Α.Κ., δηλαδή κατόπιν αποφάσεως όλων των κοινωνών ή της πλειοψηφίας αυτών ή του δικαστηρίου ή αφορούν μέτρα που λήφθηκαν για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου του πράγματος.

Εάν δεν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, ο συγκύριος που πλήρωσε τα έξοδα του κοινού πράγματος, δικαιούται να αξιώσει αυτά κατά τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλότριων ή για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (Α.Π.1188/2010). Ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου - συγκυρίου, ο οποίος μπορεί να προταθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 325, 326, 802, 1103 ΑΚ και 479 ΚΠολΔ, ανταγωγικά ή κατ’ ένσταση, κατά τη συζήτηση της αγωγής διανομής, με την άσκηση συγχρόνως και του δικαιώματος επίσχεσης ως προς αυτές, για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διοίκησης αλλότριων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε αντίθετη δε περίπτωση, μη αναφοράς δηλαδή των στοιχείων αυτών, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος.

Εξάλλου, η διοίκηση αλλότριων ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 730-739 του ΑΚ ως ενοχή εξωδικαιοπρακτική, που παράγεται αμέσως από το νόμο μεταξύ του διοικητή και του κυρίου της υπόθεσης και μάλιστα από μόνο το γεγονός ότι ο διοικητής χειρίζεται και διοικεί ξένη υπόθεση χωρίς να έχει δικαίωμα ή σχετική υποχρέωση.

Οι διατάξεις αυτές διακρίνουν μεταξύ γνήσιας και μη γνήσιας διοίκησης αλλότριων, ενώ και η γνήσια διοίκηση αλλότριων διακρίνεται σε θεμιτή και αθέμιτη (ΑΠ 784/2005). Η έννοια της γνήσιας διοίκησης αλλότριων δίνεται από τις διατάξεις του άρθρου 730 ΑΚ, κατά τις οποίες όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να τη διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέλησή του, δεν λαμβάνεται δε υπόψη αντίθετη θέληση του τελευταίου για τη διοίκηση της υπόθεσής του, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη.

Εφόσον ο διοικητής ανέλαβε τη διοίκηση της ξένης υπόθεσης προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση κυρίου πρόκειται για γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλότριων και ο διοικητής έχει κατά το άρθρο 736 ΑΚ το δικαίωμα να ζητήσει από τον κύριο τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως.

Πραγματική μεν βούληση υπάρχει, όταν ο κύριος της υπόθεσης έχει εκφρασθεί περί της ανάγκης διενέργειας των πράξεων. Εικαζόμενη δε, βούληση είναι όχι εκείνη την οποία μπορεί να εικάσει ο διοικητής, αλλά η βούληση που μπορεί να θεωρηθεί σε παρόμοιες περιστάσεις, αντικειμενικά ερευνώμενες, ως τέτοια του κυρίου της υπόθεσης διαφορετικά πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως διοίκηση αλλότριων και ο διοικητής δικαιούται κατά το άρθρο 737 ΑΚ να ζητήσει μόνο την απόδοση των δαπανών του κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Αντίθετα πρόκειται για μη γνήσια διοίκηση αλλότριων όταν ο διοικητής διοικεί την ξένη υπόθεση σαν δική του, γνωρίζοντας ότι πρόκειται για ξένη, οπότε κατά το άρθρο 739 ΑΚ και με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία έχει και πάλι τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλότριων, ενώ δαπάνες έχει δικαίωμα να απαιτήσει μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 εδ, α’ Α.Κ., οι προϋποθέσεις της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: η πραγματοποίηση πλουτισμού του λήπτη, η επέλευση αυτού από την περιουσία ή σε βάρος άλλου, το αδικαιολόγητο του πλουτισμού, δηλαδή έλλειψη νόμιμης αιτίας του (όπως στην περίπτωση παροχής αχρεώστητης) και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού και της επιβάρυνσης του δικαιούχου (Α.Π. 1440/2000).

Τέλος η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (Ολ.Α.Π.18/1998).

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 16/2013, Ολ.Α.Π.1573/1981).

Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ., να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π.43/1990) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες τόσο με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αμυνόμενοι κατά της ένδικης αγωγής, με την οποία η ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε να διαταχθεί η δικαστική διανομή του επίδικου ακινήτου, όσο και με τις προτάσεις τους στο Εφετείο πρόβαλαν την ένσταση απόδοσης δαπανών, που ενήργησαν επί του επικοίνου, κυρίως με βάση τις περί κοινωνίας διατάξεις και επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, προβάλλοντας και την ένσταση επίσχεσης, εκθέτοντας τα ακόλουθα : "Ότι κατά τη διάρκεια των ετών 2003-2009 επί της επίδικης οικοδομής διενήργησαν εργασίες άκρως αναγκαίες για την προστασία και λειτουργικότητά της, ώστε να καταστεί ασφαλής, κατοικήσιμη και εκμεταλλεύσιμη κατά τον προορισμό της, με αποτέλεσμα την κατακόρυφη αύξηση της αγοραίας αξίας της.

Ειδικότερα μεταξύ των λοιπών εκτενώς και αναλυτικώς αναφερόμενων επί μέρους εργασιών, με αναφορά της δαπάνης κάθε μερικότερης εργασίας και του κόστους για την αγορά των υλικών, περιλαμβάνονται : 1) στη στέγη : η καθαίρεση του φέροντος οργανισμού της στέγης, η τοποθέτηση χαλύβδινων οπλισμών σκυροδέματος ‘ "περιμετρικά της οικοδομής και των διαιρέσεων και διάστρωση σκυροδέματος για την κατασκευή δοκαριών ορόφου, εγκατάσταση ξύλινης στέγης, επίστρωση με ασφαλτόπανο, θερμομόνωση με πλάκες, επικεράμωση και τοποθέτηση υδρορροών, 2) στον Α’ όροφο:

αποξήλωση όλων των ξύλινων κουφωμάτων εξωτερικά και εσωτερικά, καθαίρεση όλων των επιχρισμάτων των τοίχων εσωτερικά και εξωτερικά, ενισχύσεις τοιχοδομών με σιδηρόπλεγμα, πλήρης ανακατασκευή δύο w.c. (υδραυλική εγκατάσταση, είδη υγιεινής, επίστρωση δαπέδου και τοίχων αυτών με πλακάκια και τελειώματα με μάρμαρο Νάξου και Ιωαννίνων), ολοκλήρωση σωληνώσεων θέρμανσης, ηλεκτρολογική εγκατάσταση, επίστρωση δαπέδου ορόφου με ξύλινο πάτωμα, τοποθέτηση τζακιού διπλής όψεως, γυψοσανίδες οροφής και περιμετρικά γύψινες κορνίζες, ζωγραφική επί των γυψοσανίδων οροφής, τοποθέτηση περιμετρικά του κτιρίου σιδηροπλεγμάτων, όπου κρίθηκε απαραίτητο, αρμολογημάτων, τοποθέτηση επιχρισμάτων, χρωματισμοί σπατουλαριστοί με πλαστικά χρώματα επί των επιφανειών των επιχρισμάτων, εκ νέου κατασκευή του έμπροσθεν της οικίας μπαλκονιού και επίστρωση των δύο μπαλκονιών με λευκό μάρμαρο Κοζάνης, ηλεκτρολογική εγκατάσταση για φωτισμό παραθύρων, θυρών και όλου του κτιρίου εξωτερικά, εγκατάσταση κουζίνας και ντουλαπιών, ανακατασκευή εσωτερικής σκάλας, 3) στο ισόγειο:

κατασκευή πλάκας στο χώρο της κουζίνας, ενίσχυση γρεντιών με σιδερένια δοκάρια στο καθιστικό, αποξήλωση ξύλινων κουφωμάτων, τοποθέτηση νέων εσωτερικών και εξωτερικών θυρών και παραθύρων, τοποθέτηση κουζίνας, κατασκευή w.c, τοποθέτηση ξύλινου πατώματος, πλακίδια στο χώρο κουζίνας και τραπεζαρίας, ηλεκτρολογικές - υδραυλικές εγκαταστάσεις, τοποθέτηση γύψινων οροφών με διακοσμητικές κορνίζες, χρωματισμοί σπατουλαριστοί, εγκατάσταση καλοριφέρ, συναγερμού και κλιματισμού, 4) στο υπόγειο:

εκσκαφή εσωτερικής θεμελίωσης, μεταφορά των προϊόντων εκσκαφών, τοποθέτηση χαλύβδινου οπλισμού σκυροδέματος περιμετρικά του υπογείου και των διαιρέσεων και διάστρωση και συμπύκνωση σκυροδέματος με χρήση αντλίας για την κατασκευή των εσωτερικών δοκαριών ορόφου, καθαίρεση παλαιών και τοποθέτηση νέων επιχρισμάτων, αποστραγγιστικά έργα και κατασκευή δαπέδου από μπετόν, επίστρωση αυτού με πλακίδια, κατασκευή w.c και 5) πλήρη ανακατασκευή αύλιου χώρου, όπως κατασκευή περιμετρικών τοίχων, αποθήκης, πλυσταριού, αίθριου (πρώην αμαξοστάσιου) και πισίνας, τοποθέτηση φυτών, γκαζόν, εξωτερικού φωτισμού, εξωτερικού συναγερμού, πλακόστρωση με μάρμαρο, επιδιόρθωση σιδερένιων κιγκλιδωμάτων και η τοποθέτηση νέων στο έμπροσθεν της οικίας μπαλκόνι.

Ότι το συνολικό κόστος όλων των ανωτέρω εργασιών ανέρχεται στο ποσό των 607.235,21 ευρώ, με συνέπεια η εκτιμώμενη προ των ανωτέρω εργασιών αγοραία αξία του επιδίκου των 200.000 ευρώ, μετά τη διενέργεια αυτών να αυξηθεί κατακόρυφα στο ποσό των 1.000.000 ευρώ, με συνακόλουθη αύξηση και της αγοραίας αξίας της ιδανικής μερίδας της ενάγουσας από το ποσό των 63.340 ευρώ στο ποσό των 316.700 ευρώ, ήτοι κατά το ποσό των 253.360 ευρώ.

Για τους λόγους αυτούς αξιώνουν την εκ μέρους της ενάγουσας καταβολή του αναλογούντος σ’ αυτή ποσού εκ των δαπανών, ήτοι του ποσού των 192.311,39 ευρώ". Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το Εφετείο ως προς την κύρια βάση για νομική αοριστία και ως προς τις επικουρικές βάσεις ως αόριστος με την εξής ειδικότερη αιτιολογία : "Η ένσταση απόδοσης των δαπανών, η οποία κατά την κύρια βάση της επιχειρείται να θεμελιωθεί στις περί κοινωνίας διατάξεις των άρθρων 788 παρ. 2 και 794 Α.Κ., όπως διατυπώνεται, δεν είναι νόμιμη.

Και τούτο διότι από την ιστορούμενη περιγραφή των επί μέρους εργασιών - προσθηκών στο κοινό, που έγιναν σύμφωνα με τη φύση και τον προορισμό αυτού ως κατοικίας, με τις οποίες επαυξήθηκε η αξία του και έγινε προσφορότερη η χρησιμοποίησή του, σε συνάρτηση με το ύψος της δαπάνης που απαιτήθηκε και την αναφερόμενη αξία του επικοίνου προ και μετά τη διενέργεια των εν λόγω δαπανών, συγκροτείται η έννοια της, κατ’ άρθρο 792 παρ. 1 ΑΚ, δυσανάλογης δαπανηρής προσθήκης, η οποία μπορεί να επιχειρηθεί μόνον με ομόφωνη απόφαση όλων των κοινωνών και ως εκ τούτου οι εναγόμενοι δεν μπορούν να αξιώνουν από την ενάγουσα την καταβολή του ανωτέρω ποσού για δαπάνες, που έγιναν από αυτούς σε χρόνο, κατά τον οποίο μάλιστα ουδέ την πλειοψηφία των μερίδων διέθεταν, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι όλες οι ανωτέρω δαπάνες ήταν αναγκαίες, όπως συλλήβδην τις χαρακτηρίζουν.

Σε κάθε περίπτωση από την αναφορά στις προτάσεις τους του κόστους αγοράς των επί μέρους υλικών που χρησιμοποιήθηκαν και του είδους των εργασιών που έγιναν καταδεικνύεται ότι δεν πρόκειται στο σύνολο τους περί δαπανών αναγκαίων, εξαιτίας επικειμένου κινδύνου, για τη συντήρηση του κοινού, αλλά και περί επωφελών και δη πολυτελών τοιούτων, προσαρμοσμένων στις ανάγκες και την αισθητική των εναγομένων.

Εάν δε ήθελε επιχειρηθεί από το παρόν Δικαστήριο, εφαρμοζομένης της γενικότερον κρατούσας στο δίκαιο αρχής ότι στο μείζον εμπεριέχεται και το έλασσον, επιμερισμός των αναφερόμενων εργασιών, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, σε αναγκαίες και μη, ώστε να ερευνηθούν περαιτέρω μόνον οι νομίμως αξιούμενες δαπάνες, αφορώσες την εξ αιτίας επικειμένου κινδύνου συντήρηση του κοινού (όπως π.χ.

αντικατάσταση στέγης, επισκευές ρηγματώσεων συνεπεία υγρασίας, αποκαταστάσεις εν γένει φθορών κλπ.), ανάλογη κρίση θα ήταν αφενός παντελώς αυθαίρετη, λόγω του ελλοχεύοντος κινδύνου να συμπεριληφθούν ή μη αναφερόμενες δαπάνες και εργασίες αναγκαίες, κατά τους κανόνες της τέχνης και επιστήμης, αφετέρου δε θα κατέληγε σε αδυναμία επακριβούς προσδιορισμού της δαπάνης κάθε αναγκαίας μερικότερης εργασίας, εφόσον γίνεται αναφορά σε τιμές που έχουν υπολογισθεί με βάση το αναλυτικό τιμολόγιο οικοδομικών εργασιών (Α.Τ.Ο.Ε) και εφαρμόζονται υποχρεωτικά κατά τη σύνταξη προϋπολογισμών δημοπράτησης δημοσίων έργων και όχι με βάση τις ισχύουσες μέσες τιμές της αγοράς.

Ως εκ τούτου η ένσταση αυτή, καθ’ ο μέρος ήθελε κριθεί νόμιμη μόνον για τις γενόμενες για τη συντήρηση της επίδικης οικοδομής αναγκαίες δαπάνες, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της. Περαιτέρω, ως προς την επικουρική θεμελίωση της ένστασης αυτής στις περί διοίκησης αλλότριων διατάξεις, από το σύνολο των όσων οι εναγόμενοι αναφέρουν ως προς τις εργασίες που έγιναν, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν και τις επί μέρους δαπάνες για εργασίες και υλικά προκύπτει ότι εν προκειμένω δεν μπορεί να γίνει λόγος περί γνήσιας θεμιτής, αλλά περί γνήσιας αθέμιτης ή μη γνήσιας διοίκησης αλλότριων, κατά τις γενόμενες διακρίσεις στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οπότε οι εναγόμενοι διατηρούν αξίωση μόνον κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

Και τούτο διότι οι εναγόμενοι αναφέρουν μεν όσα στοιχεία η σχετική διάταξη ΑΚ 730 απαιτεί για τη θεμελίωσή της, ότι δηλαδή ενήργησαν προς το συμφέρον της συγκυρίας - καθ’ ης η ένσταση και σύμφωνα με την πραγματική ή εικαζόμενη βούληση αυτής, πλην εν προκειμένω δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε περί πραγματικής βούλησης της τελευταίας, αφού ουδεμία σχετική αναφορά γίνεται, ουδέ εξάλλου προκύπτει, ότι η ενάγουσα εκφράσθηκε ποτέ θετικά περί της ανάγκης διενέργειας όλων των περιγραφόμενων εργασιών, αλλά ούτε και περί εικαζόμενης βούλησης αυτής, εφόσον η εικαζόμενη βούληση του κυρίου θεωρείται ότι υφίσταται σε παρόμοιες αντικειμενικά ερευνώμενες περιστάσεις και εν προκειμένω αντικειμενικά κρινόμενες όλες οι ιστορούμενες ανωτέρω εργασίες και δαπάνες, που οι εναγόμενοι αποφάσισαν και διενήργησαν ως εάν ήσαν αποκλειστικοί κύριοι του επιδίκου και χειρίζονταν αποκλειστικά προσωπική τους υπόθεση, δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι έγιναν κατά την εικαζόμενη βούληση της ενάγουσας.

Κατά την εικαζόμενη βούληση αυτής έγιναν μόνον όσες εργασίες και δαπάνες ήταν αναγκαίες για την επισκευή και συντήρηση του κοινού, από τις οποίες, χωρίς νόμιμη αιτία, επήλθεν επαύξηση της περιουσίας της ενάγουσας επί ζημία των εναγομένων, οπότε η ενάγουσα - καθ’ ης η ένσταση υποχρεούται σε απόδοση μόνον του συνεπεία των ανωτέρω γενόμενων δαπανών πλουτισμού της, ενώ τοιαύτη υποχρέωση απόδοσης των αναλογούντων στην ιδανική της μερίδα λοιπών δαπανών, που οδήγησαν στον επιβαλλόμενο (ανεπιθύμητο) πλουτισμό της δεν έχει, εφόσον η προς τούτο βούληση των ζημιωθέντων εναγομένων συνιστά νόμιμη αιτία διατήρησης του εκ της αιτίας αυτής πλουτισμού της.

Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η ένσταση αυτή απόδοσης δαπανών και κατά την επικουρική της θεμελίωση στις περί διοίκησης αλλότριων ή αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις είναι απορριπτέα το μεν ως μη νόμιμη, καθ’ ο μέρος δε ήθελε κριθεί νόμιμη μόνον για τις γενόμενες κατά την εικαζόμενη βούληση της ενάγουσας αναγκαίες δαπάνες, αφορώσες τη συντήρηση και επισκευή του επικοίνου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, ισχυόντων και εν προκειμένω των όσων προελέχθησαν αναφορικά με την απόρριψη ως αόριστης της ίδιας, στηριζόμενης στις περί κοινωνίας διατάξεις, ένστασης".

Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα απέρριψε τον προαναφερόμενο ισχυρισμό περί απόδοσης των δαπανών, στις οποίες προέβησαν οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες επί του διαταχθέντος να εκπλειστηριαστεί επίδικου ακινήτου, δυνάμει των διατάξεων περί κοινωνίας, διοίκησης αλλοτρίων ή αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως αόριστο και νόμω αβάσιμο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός κατά το μέρος που απορρίφθηκε ως μη νόμιμος έπασχε πράγματι από νομική αοριστία, αφού οι αναιρεσείοντες δεν εξέθεταν στις προτάσεις τους ότι οι επικαλούμενες δαπάνες δεν ήταν δαπάνες για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου του επικοίνου και αναγκαίες για τη συντήρησή του, επιπλέον δεν εξέθεταν σ’ αυτές (προτάσεις) ότι για την πραγματοποίησή τους υπήρχε η συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων των άρθρων 789 - 790 Α.Κ., ήτοι απόφαση όλων των κοινωνών ή της πλειοψηφίας αυτών ή του δικαστηρίου.

Περαιτέρω, ως προς τις επικουρικές βάσεις της ένστασης περί απόδοσης των δαπανών, πράγματι αυτές ήταν αόριστες, διότι δεν αναφερόταν στις προτάσεις των αναιρεσειόντων ότι συντρέχουν οι όροι των άρθρων 730 και 736 Α.Κ., ήτοι της γνήσιας θεμιτής διοίκησης αλλοτρίων, ή οι προϋποθέσεις για τη γέννηση της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 εδ.

α’ ΑΚ. Έτσι κρίνοντας και το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 794, 1113, 1101-1107, 730 επ., 802, 904 επ. και 325 επ. του Α.Κ., ο δε τα αντίθετα υποστηρίζων ίδιος (έβδομος) λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό αυτού μέρος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.- Κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση κλπ ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.Α.Π.44/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο, έβδομο, λόγο αναίρεσης, κατά το σχετικό σκέλος του, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την ως άνω ένσταση περί απόδοσης δαπανών ως αόριστη και νόμω αβάσιμη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν ερεύνησε κατ’ ουσίαν το αίτημα του διαδίκου και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά το απέρριψε ως αόριστο ή μη νόμιμο, όπως στην ίδια την αίτηση αναίρεσης εκτίθεται ότι συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-6-2017 αίτηση των Μ. Ε. Μ. και Ι. συζ. Μ. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 63/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ