Legislator Case Law & Legislation
581/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment for procedural error regarding vague seizure notice in mortgage foreclosure case.

Case Number 581/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the bank's appeal against a final judgment that had dismissed its seizure notice as vague. The court found the lower court erred by failing to recognize that the mortgage registration explicitly covered all machinery and equipment attached to the industrial property, rendering the seizure notice sufficiently specific. Consequently, the Supreme Court set aside the lower court's decision and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576 of the Code of Civil Procedure; A seizure notice is not void for vagueness if the underlying mortgage registration explicitly covers the movable assets seized, thereby satisfying the requirement for specific identification of the subject matter.

Keywords

AI generated
mortgage foreclosure seizure notice procedural error vague notice remand for retrial Code of Civil Procedure movable property

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 128 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 28 paragraph 5 of Law 2579/1998

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 581 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 581/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΤΡΑΠΕΖΑ ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΝΚ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ), πρώην με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Θ. ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην Νέα Ιωνία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας, ως και από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/6/2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 189/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 140/2011 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/1/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 17/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 14/1/2014 αίτησης της αναιρεσείουσας για αναίρεση της υπ' αριθμό 140/2011 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι] Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά, αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει ωσάν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθμό 6539Δ/17-11-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Γ. Ρ., στην οποία είναι προσαρτημένες α) η από 17-6-2014 απόδειξη παράδοσης και παραλαβής αντιγράφου του εγγράφου που θυροκολλήθηκε και β) η από 17-6-2014 βεβαίωση περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης, που ορίζει το άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου, επιδόθηκε με θυροκόλληση, νομίμως και εμπροθέσμως, από την αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, στο νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, προκειμένου αυτή να παρουσιασθεί στην ορισθείσα προς συζήτηση της υπόθεσης δικάσιμο της 1-12-2014.

Κατά την τελευταία η εν λόγω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε και η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-4-2015), κατά την οποία, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό 9153Δ/3-12-2014 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, στην οποία είναι προσαρτημένες α) η από 3-12-2014 απόδειξη παράδοσης και παραλαβής αντιγράφου του εγγράφου, που θυροκολλήθηκε και β) η από 3-12-2014 βεβαίωση περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης, που ορίζει το άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, αντίγραφο της υπ' αριθμό πρωτ. 346/2-12-2014 βεβαίωσης αναβολής του Γραμματέα του Αρείου Πάγου για την υπό κρίση υπόθεση, με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου, επιδόθηκε με θυροκόλληση, νομίμως και εμπροθέσμως, από την αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, στο νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, προκειμένου η τελευταία να παρουσιασθεί στην ορισθείσα προς συζήτηση της υπόθεσης δικάσιμο της 20-4-2014.

Όμως στην εν λόγω δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο η πρώτη των αναιρεσιβλήτων κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο. Επομένως, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει ωσάν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

ΙΙ] Με την υπ' αριθμό 1087/2006 Ζ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θήβας Θ. Μελετίου εκτέθηκαν σε πλειστηριασμό ακίνητα κυριότητας της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, καθ' ης η εκτέλεση και τελούσας τότε σε πτώχευση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Θ. ΑΒΕΕ".

Κατά της τελευταίας έχοντας η αναιρεσείουσα απαίτηση ύψους 2.882.603,54 €, πλέον τόκων και εξόδων, για την οποία είχε εκδώσει την 243/2005 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενέγραψε προς εξασφάλισή της επί των εκπλειστηριαζομένων ακινήτων προσημείωση υποθήκης Β' σειράς ύψους 2.800.000 € και ανήγγειλε την απαίτηση και το προνόμιο αυτής, ώστε η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος να την συμπεριλάβει στον επακολουθήσαντα συνταχθέντα υπ' αυτής με αριθμό 63.398/2007 πίνακα κατάταξης.

Τον πίνακα αυτόν προσέβαλε η αναιρεσείουσα ασκώντας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών κατά του οριστικού συνδίκου της πρώτης αναιρεσίβλητης και του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου την από 14.6.2007 ανακοπή αιτούμενη την μεταρρύθμισή του. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η 189/2009 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία αυτό απέρριψε τον μοναδικό λόγο της ανακοπής ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας.

Κατά της απόφασης αυτής και των αυτών διαδίκων άσκησε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 22.6.2009 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμό 140/2011 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία τούτο έκρινε, ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή ως αόριστη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση ως ουσία αβάσιμη.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της τελευταίας απόφασης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ], είναι παραδεκτή [άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ].

ΙΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του ίδιου άρθρου αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη δικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη [ΟλΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 96/1985, ΑΠ 862/2011].

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 216§1, 585, 933 και 979§2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ανακοπή, ως εισαγωγικό δίκης δικόγραφο, ασκείται κατά τις διατάξεις περί αγωγής και πρέπει, πλην των στοιχείων κάθε δικογράφου των άρθρων 117, 118 ΚΠολΔ και εκείνων του άρθρου 216 του ίδιου Κώδικα [δηλ. σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν κατά το νόμο την ανακοπή, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα], να περιέχει και τους λόγους της ανακοπής, δηλαδή κατά τρόπο συγκεκριμένο τις ελλείψεις εκείνες, διαδικαστικές ή ουσιαστικές, που δικαιολογούν την ακύρωση της πράξης.

Οι λόγοι της ανακοπής, δηλαδή τα παράπονα του ανακόπτοντος κατά του πίνακα κατάταξης περί την ορθότητα του, είναι δυνατό να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο και να ανάγονται στη γέννηση ή την ύπαρξη της αναγγελμένης απαίτησης του καθού η ανακοπή, είτε στο δικονομικό δίκαιο και να αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα της απαίτησης και την τάξη της κατάταξης με σκοπό να καταλάβει ο ανακόπτων τη θέση του καθού η ανακοπή.

Συνεπώς, μπορεί να συνίστανται αυτοί σε ισχυρισμούς θεμελιωτικούς της απαίτησης του ανακόπτοντος ή του προνομίου αυτής, που έχει αναγγελθεί κατ' αρθρ 972 και δεν έχει περιληφθεί καθεαυτή ή ως προνομιακή στον προσβαλλόμενο πίνακα ή σε απλή αμφισβήτηση [άρνηση] της απαίτησης του καθού, που έχει καταταγεί ή του χαρακτήρα αυτής ως προνομιακής, ή σε προβολή ενστάσεων κατά της απαίτησης του καθού, που έχει καταταγεί.

Αν με την ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών στην αναγκαστική εκτέλεση δεν αμφισβητείται η απαίτηση του καθ` ου η ανακοπή, που έχει καταταγεί ή το προνόμιό της, αλλά ο ανακόπτων ισχυρίζεται, ότι προηγείται στην κατάταξη η δική του απαίτηση, οφείλει να προσδιορίσει σαφώς με την ανακοπή του και να αποδείξει ακολούθως την απαίτησή του και το τυχόν προνόμιό της [ΑΠ 1526/2013].

Η επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της ανακοπής κρίνεται από τον Άρειο Πάγο. Η τελευταία πάσχει, α] νομική αοριστία, όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, β] ποιοτική αοριστία, όταν γίνεται επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και γ] ποσοτική αοριστία, όταν απουσιάζει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου.

Η νομική αοριστία ελέγχεται από το Δικαστήριο του Άρειου Πάγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ η ποιοτική και ποσοτική αοριστία εξετάζονται μέσω των λόγων από τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου ως άνω άρθρου [ΟλΑΠ 112/2008]. Εσφαλμένη είναι η κήρυξη του απαραδέκτου, όταν το δικαστήριο θεωρεί αόριστη την ποσοτικά ή ποιοτικά ορισμένη αγωγή ή ανακοπή, δηλαδή εκείνη που εξειδικεύει και συγκεκριμενοποιεί με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου.

Εξάλλου, με το άρθρο 1 του ν. 4112/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ με τα άρθρα 68 ΕισΝΑΚ και 52 § 19 ΕισΝΚΠολΔ, ορίζονται τα επόμενα: 1. "Διά την ασφάλειαν του δανείου ή άλλης πιστώσεως, παρεχομένων εις βιομηχανικάς ή άλλας επιχειρήσεις, χρησιμοποιούσας μονίμους μηχανικάς ή άλλας εγκαταστάσεις, επιτρέπεται η σύστασις υποθήκης εκτός του εποικοδομήματος και επί των εν αυτή εγκαταστάσεων και λοιπών προσαυξημάτων συμπεπηγμένων τω οικοδομήματι ή τω εδάφει αυτού, είτε εγκατεστημένων ή μονίμως εντεθειμένων αυτοίς. 2.

Ευθύς ως τα μηχανήματα και οι λοιπαί εγκαταστάσεις εμπαγούν ή εντεθούν εις το οικοδόμημα ή το έδαφος κατά τα ανωτέρω, παν επ' αυτών προϋπάρχον δικαίωμα οιασδήποτε φύσεως αποσβέννυται αυτοδικαίως, δεν δύναται δ` εφεξής να αποτελώσιν αντικείμενον ιδίων και κεχωρισμένων από των επί του οικοδομήματος ή του εδάφους δικαιωμάτων. 3.

Η εγγραφείσα υποθήκη δεν επεκτείνεται επί των κινητών και εργαλείων, τα οποία, κατά την συνήθη πείραν και προς εκτέλεσιν του προορισμού των, ευρίσκονται εις διαρκή και ελευθέραν μετακίνησιν εν τω εργοστασίω". Όπως προκύπτει από την ανωτέρω δεύτερη διάταξη, η επέκταση της υποθήκης στα μηχανήματα ως συστατικά και παραρτήματα γίνεται χωρίς να ερευνάται, αν τα συστατικά και παραρτήματα ανήκουν στον κύριο του ενυπόθηκου και πέραν αυτού με τη σύνδεση των μηχανημάτων με το ενυπόθηκο βιομηχανικό ακίνητο επέρχεται οριστική απόσβεση της κυριότητας τρίτων σ` αυτά και οριστική κτήση αυτής κατά τρόπο πρωτότυπο από τον ιδιοκτήτη του ενυπόθηκου ακινήτου.

Καθιερώνεται έτσι η απώλεια της νομικής αυτοτέλειας των μηχανημάτων ως αντικειμένων εμπραγμάτων σχέσεων με τη μόνιμη σύνδεσή τους με το ενυπόθηκο ακίνητο, γεγονός, που έχει ως αναγκαία συνέπεια την απόσβεση κάθε προϋπάρξαντος σ' αυτά δικαιώματος τρίτου. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 959, 1282 και 1306 αριθ. 5 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση οικοδομήματος, που έχει κατασκευαστεί για διαρκή εξυπηρέτηση βιομηχανικής επιχείρησης, λογίζονται ως παραρτήματά του τα μηχανήματα, τα σκεύη και τα εργαλεία, που έχουν προοριστεί γι` αυτήν, οπότε καταλαμβάνονται από την υποθήκη επί του ακινήτου και μάλιστα αδιάφορο, αν υπήρχαν κατά την εγγραφή της υποθήκης ή προστέθηκαν αργότερα, αρκεί να ανήκουν στον κύριο του ακινήτου, ενώ και στις δυο περιπτώσεις δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικά στον υποθηκικό τίτλο ή στην εγγραφή της υποθήκης.

Αυτοτελής υποθήκευση των πραγμάτων αυτών, δηλαδή, χωρίς υποθήκευση του βιομηχανικού ακινήτου δεν είναι δυνατή, ούτε αν πρόκειται με την υποθήκη να ασφαλισθεί δάνειο ή άλλη πίστωση, που παρέχονται σε βιομηχανικές ή άλλες επιχειρήσεις με μόνιμες μηχανικές ή άλλες εγκαταστάσεις, αφού και στις περιπτώσεις αυτές η υποθήκη επί του ακινήτου καταλαμβάνει αυτόματα, κατά τους όρους του άρθρ. 1 του ν. 4112/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ με τα άρθρ. 68 ΕισΝΑΚ και 52§19 ΕισΝΚΠολΔ, και τα μηχανήματα, εγκαταστάσεις και λοιπά συμπεπηγμένα στο οικοδόμημα ή στο έδαφος προσαυξήματα ή εγκατεστημένα ή μόνιμα τοποθετημένα σ` αυτά.

Μάλιστα τα ίδια προσαυξήματα περιέρχονται στον κύριο του ενυπόθηκου ακινήτου αμέσως μόλις εμπαγούν ή τοποθετηθούν στο οικοδόμημα ή στο έδαφος και έκτοτε δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαιωμάτων χωριστών από τα δικαιώματα στο οικοδόμημα ή στο έδαφος. Η επέκταση της υποθήκης σε προσαυξήματα που εισέρχονται και τοποθετούνται αργότερα στο βιομηχανικό ακίνητο απαιτούσε κατά το άρθρ. 2§1 του ως άνω νόμου συμπληρωματική εγγραφή, όμως αυτή δεν είναι πλέον αναγκαία και έτσι καταλαμβάνονται και τα προσαυξήματα αυτά από την υποθήκη επί του ακινήτου με βάση τη διάταξη του άρθρο 1 του ν.δ/τος 4001/1959, που ορίζει ότι η διάταξη του άρθρ. 1282 του ΑΚ αναφορικά με τα παραρτήματα, που πληρούν τους όρους του άρθρ. 958 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται σε κάθε υποθήκη ή προσημείωση, είτε χορηγούνται με βάση τις διατάξεις του ΑΚ είτε δυνάμει του ν. 4112/1929 (ΑΠ 1526/2013, ΑΠ 548/2004].

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με τον μόνο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον αυτή έκρινε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την ανακοπή της για μεταρρύθμιση του εκεί αναφερόμενου πίνακα κατάταξης ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του δικογράφου της, δεν έσφαλε και απέρριψε την έφεσή της ως αβάσιμη κατ'ουσίαν.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι, η τελευταία εκτίμησε και απέρριψε τον μόνο λόγο της ανακοπής της αναιρεσείουσας ως εξής: "Με το μοναδικό λόγο της ανακοπής της η ανακόπτουσα ισχυρίζεται, ότι εσφαλμένως η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος κατέταξε το καθ' ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο στον προσβαλλόμενο πίνακα για το συνολικό ποσό του εναπομείναντος εκπλειστηριάσματος των κινητών, ήτοι αυτό των 890.012,10 ευρώ, ενώ έπρεπε να επιμερίσει το ποσό αυτό σε 1/3 και 2/3 και να κατατάξει το Ελληνικό Δημόσιο για το ποσό των 296.670,70 ευρώ (1/3) και στο υπόλοιπο ποσό των 2/3 ήτοι των ευρώ 593.341,40 να κατατάξει την ανακόπτουσα τράπεζα προνομιακά και τυχαία ως προσημειούχο δανείστρια, αφού η προσημείωση υποθήκης, που η ανακόπτουσα είχε εγγράψει επί των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων, επεκτείνεται και στα εκποιηθέντα μηχανήματα, που αποτελούν παραρτήματα των ανωτέρω ακινήτων.

Ζήτησε δε να μεταρρυθμισθεί ο υπ' αριθμό .../23-05-2007 πίνακας κατατάξεως της Συμβολαιογράφου Θηβών Ασημίνας Κωστή - Γκόγκου, να αποβληθεί το Ελληνικό Δημόσιο και να καταταγεί η ανακόπτουσα για το ποσό των 593.341,40 € προνομιακά και τυχαία." Η ίδια ως άνω απόφαση αναφέρει, ότι "Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την ανακοπή ως αόριστη.

Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ήδη η ανακόπτουσα για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη προκειμένου να γίνει δεκτή η ανακοπή." και μετά την παράθεση της νομικής της σκέψης με αναφορά στις περί αοριστίας της ανακοπής διατάξεις του ΚΠολΔ κατέληξε, ότι "Στην προκείμενη περίπτωση η ανακοπή με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως και ως εκ τούτου απορριπτέα διότι στο δικόγραφο αυτής δεν εκτίθενται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ανακοπή και δικαιολογούν την άσκησή της.

Συγκεκριμένα δεν προσδιορίζονται ούτε περιγράφονται τα εκπλειστηριασθέντα κινητά, ποία ήταν αυτά, που ευρίσκοντο σε σχέση με τα ακίνητα που εκπλειστηριάσθηκαν, με συνέπεια να μην παρέχονται τα απαραίτητα από το νόμο στοιχεία ούτως, ώστε να κριθεί, εάν και πόσα από τα κινητά, που αορίστως επικαλείται η ανακόπτουσα και ισχυρίζεται, ότι αποτελούσαν παραρτήματα των ακινήτων, εξυπηρετούσαν διαρκώς τον οικονομικό σκοπό των ακινήτων, εάν ήταν σε διαρκή τοπική σχέση με τα ακίνητα, προκειμένου να κριθεί, ότι ήταν πράγματι παραρτήματα των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων επί των οποίων επεκτάθηκε η εγγραφείσα από την ανακόπτουσα προσημείωση υποθήκης επί των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων.

Η ανωτέρω αοριστία της ανακοπής δεν θεραπεύεται με την παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης και δη στην υπ' αριθμό 867/2005 κατασχετήρια έκθεση και στην υπ' αριθμό 1087/2006 Ζ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θηβών Θ. Μ.". Με τις νομικές αυτές παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας την ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας του δικογράφου της δεν έσφαλε αλλά αντίθετα ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τα όσα αντίθετα υποστήριζε η αναιρεσείουσα με τον σχετικό λόγο της έφεσής της ήταν αβάσιμα και απορριπτέα.

Από το επισκοπούμενο προς διερεύνηση της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου δικόγραφο της ανακοπής, το παραδεκτό της οποίας έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως προς το σημείο, όπου εντοπίσθηκε και εστιάστηκε, κατ' αυτήν, η ποσοτική αοριστία, προκύπτει, ότι παρατίθενται εκεί τα ακόλουθα: "Με την ... επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ...

με επίσπευση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... εκπλειστηριάσθηκαν την 22-11-2006 ακίνητα κυριότητας της καθ' ης η εκτέλεση και ήδη τελούσας υπό πτώχευση ... ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Θ. ΑΒΕΕ", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα ..., τα οποία περιγράφονται αναλυτικά στην ως άνω περίληψη και συγκεκριμένα εννέα (9) όμοροι αγροί, τα οποία απαρτίζουν ένα ενιαίο βιομηχανικό γήπεδο συνολικής εκτάσεως περίπου 35.890,42 τ.μ.

μετά κτισμάτων συνολικής επιφάνειας 10.542 τ.μ., που βρίσκονται στη θέση "ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΓΕΦΥΡΑ Ή ΠΟΤΑΜΙΑ" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Οινοφύτων, τέως Δήμου Τανάγρας επαρχίας Θηβών Ν. Βοιωτίας, ως και των εντός των κτισμάτων αυτών περιγραφομένων στην ως άνω περίληψη μηχανημάτων που αποτελούν παραρτήματα αυτών. ..." και περαιτέρω, στο σημείο της ανακοπής, όπου εκτίθενται οι "ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΚΟΠΗΣ" αναφέρεται, ότι "Όπως εκτίθεται ανωτέρω δια του πλειστηριασμού εκποιήθηκαν ως ενιαίο οικονομικό και λειτουργικό σύνολο ένα γήπεδο [προήλθε από την εν τοις πράγμασι συνένωση εννέα αγρών] συνολικής εκτάσεως 35.890,42 τ.μ.

μετά των επ' αυτού βιομηχανικών κτισμάτων, που χρησιμοποιούνται ως βαφεία πλεκτών, φινιριστήρια, αποθήκες, μηχανουργεία, μηχανημάτων [94 ηλεκτρονικές μηχανές βαφής υφασμάτων και λοιπού εξοπλισμού των [6 μηχανήματα ποιοτικού ελέγχου βαφής και 21 μηχανήματα χημείου]". Στην ίδια ανακοπή αναφέρονται εναργώς και σαφώς οι αναγγελθείσες απαιτήσεις των διαδίκων, ο τρόπος γέννησης και η εξέλιξή τους καθώς και τα προνόμιά τους και διατυπώνεται με βάση όσα διεξοδικώς και αναλυτικώς αναπτύσσονται εκεί αίτημα μεταρρύθμισης του οικείου πίνακα κατάταξης, ώστε να αποβληθεί από αυτόν για το εκεί ποσό το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και στη θέση του να καταταγεί προνομιακά και τυχαία η αναιρεσείουσα.

Σύμφωνα με τους περιεχόμενους στην ένδικη ανακοπή ισχυρισμούς, σε πλειστηριασμό εκτίθετο ως ενιαίο οικονομικό σύνολο το βιομηχανικό ακίνητο μετά των επ' αυτού βιομηχανικών κτισμάτων, καθώς και των μηχανημάτων και του λοιπού μηχανολογικού εξοπλισμού και η υποθήκη εκτεινόταν σ' ολόκληρο το ενυπόθηκο κτήμα, καθώς και στα συστατικά μέρη και τα παραρτήματά του, οποτεδήποτε και αν είχαν προστεθεί αυτά, ακόμη και μετά την εγγραφή της υποθήκης και ανεξάρτητα από το αν μνημονεύονταν ή όχι ειδικά στον υποθηκικό τίτλο ή την εγγραφή στα βιβλία των υποθηκών.

Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε, ότι η ανακοπή της αναιρεσείουσας Τράπεζας είναι αόριστη και απορριπτέα, καθόσον δεν προσδιορίζονταν ούτε περιγράφονταν τα εκπλειστηριασθέντα κινητά, καθώς και ποια ήσαν αυτά και πού ευρίσκονταν, ώστε να κριθεί, αν και πόσα από αυτά ήταν πράγματι παραρτήματα των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων, στα οποία είχε επεκταθεί η εγγραφείσα από την αναιρεσείουσα προσημείωση υποθήκης, υπέπεσε στην αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον δεν έλαβε υπόψη της, ότι η εγγραφείσα υπέρ της αναιρεσείουσας και καταχωρηθείσα στα οικεία βιβλία προσημείωση υποθήκης προς εξασφάλιση απαίτησης από άνοιγμα χορηγηθείσας στην πρώτη αναιρεσίβλητη πίστωσης, περιελάμβανε γενικώς πέραν των οικοπεδικών εκτάσεων του βιομηχανικού ακινήτου, τόσον τα κτίσματα αυτού όσον και όλα τα μηχανήματα, "εμπεπηγμένα ή εμπεπηχθησόμενα", τα οποία κατασχέθηκαν και εκπλειστηριάσθηκαν ενιαίως με το προσημειωμένο ακίνητο και έτσι παραβίασε τις προπαρατεθείσες δικονομικές διατάξεις κατά τις οποίες εξετάζεται η ποσοτική αοριστία της επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης της ανακοπής και παρεμπόδισε τη διαμόρφωση των αναγκαίων όρων για την έκδοση ευνοϊκής απόφασης για την αναιρεσείουσα ιδρύοντας τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, ο οποίος ως βάσιμος πρέπει να γίνει δεκτός.

Ενόψει αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ακολούθως δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., Πρέπει επίσης να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το καταβληθέν απ'αυτήν παράβολο και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, επί των οποίων η συμμετοχή του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/57, της υπ' αριθμό 134423/28-12-1992 Κ.Υ.Α.

των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και του άρθρου 28 παρ. 5 του ν. 2579/98, δεν δύναται να υπερβεί το ποσό των 300 ευρώ, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 140/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας εις βάρος των αναιρεσιβλήτων και καθορίζει αυτά στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, επί των οποίων η επιβάρυνση του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων δεν θα υπερβεί το ποσό των 300 ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ