Legislator Case Law & Legislation
581/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against termination of employment contract citing lack of vindictive motive.

Case Number 581/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the termination of indefinite-term employment contracts filed by three employees against a company. The employees argued the termination was vindictive and failed to consider evidence submitted regarding their labor rights claims. The court ruled that the employer's motive was purely economic and that the lower court properly evaluated all submitted documentary evidence.

Legislator headnote

AI generated

Art. 669 para. 2 Civil Code; Art. 281 Civil Code; Art. 559 para. 8 and 11 lit. c Civil Procedure Code: Termination of employment is void if vindictive, but courts must consider all evidence without requiring specific mention for every document.

Keywords

AI generated
termination of employment vindictive motive abuse of right burden of proof appellate review labor dispute good faith principle

Cited Legislation

AI generated
Art. 669 para. 2 Civil Code
Art. 281 Civil Code
Art. 559 para. 8 Civil Procedure Code
Art. 559 para. 11 lit. c Civil Procedure Code
Art. 335 Civil Procedure Code
Art. 338 Civil Procedure Code
Art. 339 Civil Procedure Code
Art. 340 Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 581 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Σύμβαση εργασίας, καταγγελία, προσβολή αυτής ως καταχρηστικής. Επαρκής αιτιολογία περί του ότι η καταγγελία δεν έγινε εκ λόγων εκδικήσεως. Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για μη λήψη υπ’ όψη πραγμάτων που προτάθηκαν και αποδεικτικών εγγράφων που προσκομίσθηκαν.

Αριθμός 581/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 14η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ - ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Ν. Ν. του Η., κατοίκου ..., 2) Χ. Σ. του Μ., κατοίκου ... και 3) Μ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Ρουπακιώτη.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΚΟΠΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Έλλης Ανδριανάκη.

Κοινοποιούμενη: Στην "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργατών Επισιτισμού και Υπαλλήλων Τουριστικών Επαγγελμάτων", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-1-2004, 21-1-2004 και 22-1-2004 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η 6/2005 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και η 14/2007 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1584/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 2-12-2009 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 24-10-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 669 παρ.2 ΑΚ, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί δικαίωμα που ασκείται με μονομερή, απευθυντέα δήλωση, η οποία, εφ' όσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, είναι αναιτιώδης. Εν τούτοις, η άσκηση της καταγγελίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει, ως καταχρηστική, την άσκηση κάθε δικαιώματος, όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστή ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού.

Υπέρβαση των ορίων αυτών ενέχει η καταγγελία που υπαγορεύθηκε από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης προς το πρόσωπο του μισθωτού εξ αιτίας συμπεριφοράς αυτού μη αρεστής στον εργοδότη ή, όταν αυτός είναι νομικό πρόσωπο, στο νόμιμο εκπρόσωπο ή στα μέλη της διοίκησής του και, γενικά, από λόγο που ανάγεται στο πρόσωπο του εργοδότη και δεν συνδέεται με το καλώς εννοούμενο (αντικειμενικό) συμφέρον της επιχείρησής του.

Τέτοιος λόγος υπάρχει και όταν ο μισθωτός προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας ή στο δικαστήριο για να διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, έστω και αν η ασκηθείσα προσφυγή ή αγωγή ελέγχθηκε, τελικώς, αβάσιμη ή όταν ο μισθωτός ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση, εφ' όσον από αυτή δεν επηρεάζεται η προσήκουσα παροχή της εργασίας ή η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης.

Δεν είναι, όμως, καταχρηστική η καταγγελία, όταν επιβάλλεται από την ανάγκη οργανωτικών ή διαρθρωτικών αλλαγών στην επιχείρηση, αφού, με το καθεστώς της ελεύθερης οικονομίας που αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ισχύουσας συνταγματικής τάξης, η επιλογή των κατάλληλων μέσων ή τρόπων για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού της επιχείρησης ανήκει στην ελεύθερη εκτίμηση του εργοδότη και δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.

Ελέγχεται, μόνο, το αν η επιλογή αυτή έγινε βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ. Πιο συγκεκριμένα, για την επιλογή του απολυτέου, μεταξύ αυτών που απασχολούνται στην επιχείρηση και ανήκουν στην ίδια επαγγελματική κατηγορία ή ειδικότητα, θα πρέπει να ληφθούν υπ' όψη, ιδίως, η απόδοση, η αρχαιότητα, η ηλικία, τα οικογενειακά βάση ή η οικονομική κατάσταση του κάθε εργαζόμενου και η δυνατότητα εξεύρεσης νέας απασχόλησης.

Ωστόσο, η καταγγελία θα πρέπει, πράγματι, να αποτελεί το τελευταίο μέσο στο οποίο προσφεύγει ο εργοδότης για να εξυπηρετήσει τα δικαιολογημένα συμφέροντά του και γι' αυτό επιβάλλεται να επιλέξει, μεταξύ περισσότερων και εξ ίσου αποτελεσματικών μέσων, το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο. Ο απολυθείς μισθωτός δύναται να προσβάλει το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ως γενομένης καταχρηστικά.

Αν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά, που προβλήθηκαν από τον απολυθέντα προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απόλυσής του, όπως το ότι αυτή έγινε για λόγους εκδικήσεως εξ αιτίας συμπεριφοράς αυτού μη αρεστής στον εργοδότη, τότε ο ισχυρισμός περί ακυρότητας της καταγγελίας απορρίπτεται κατ' ουσία, χωρίς να χρειάζεται να καθορισθούν ή να ερευνηθούν τα πραγματικά αίτια αυτής.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες, με αυτοτελείς αγωγές, οι οποίες ενώθηκαν και δικάσθηκαν μαζί) συνδέονταν με την αναιρεσίβλητη (εναγομένη), που διατηρεί ξενοδοχειακή επιχείρηση εποχιακού χαρακτήρα στην Ερέτρια της Εύβοιας, με ατομικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ειδικότερα, ο πρώτος από αυτούς είχε προσληφθεί κατά το έτος 1985 και απασχολήθηκε με την ειδικότητα αρχικώς του υδραυλικού και στη συνέχεια του βοηθού ηλεκτροτεχνίτη. Ο δεύτερος από αυτούς είχε προσληφθεί κατά το έτος 2000 και απασχολήθηκε με την ειδικότητα του θυρωρού. Και η τρίτη από αυτούς είχε προσληφθεί κατά το έτος 1996 και απασχολήθηκε με την ειδικότητα του βοηθού λογιστή.

Η αναιρεσίβλητη, την 30-10-2003, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της τρίτης από τους αναιρεσείοντες και, την 3-11-2003, κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας του πρώτου και του δεύτερου από τους αναιρεσείοντες. Προηγουμένως, ο δεύτερος από τους αναιρεσείοντες είχε προβεί σε επίσχεση της εργασίας του, διότι η αναιρεσίβλητη καθυστερούσε την προς αυτόν καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2003, καθώς και του επιδόματος αδείας 2003.

Η τρίτη από τους αναιρεσείοντες, την 15-10-2003, είχε προσφύγει στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, διαμαρτυρόμενη κατά της αναιρεσίβλητης για τη μη έγκαιρη προς αυτήν καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των τελευταίων μηνών και για την επιβολή της υποχρέωσης να προσφέρει πρόσθετη εργασία σε άλλες, ομοειδείς επιχειρήσεις, συμφερόντων των μετόχων της αναιρεσίβλητης.

Ακόμη, όλοι οι αναιρεσείοντες, μαζί με άλλους εργαζόμενους στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, είχαν αναπτύξει δραστηριότητα με σκοπό τη σύσταση επαγγελματικού σωματείου και, την 29-10-2003, είχαν υπογράψει την ιδρυτική πράξη. Από την άλλη πλευρά, η αναιρεσίβλητη, κατά τα τελευταία έτη πριν από την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, λόγω αφ' ενός του υπερβολικού δανεισμού, στον οποίο είχε εκτεθεί και αφ' ετέρου της μειώσεως των εσόδων της από έλλειψη πελατείας.

Ειδικότερα, επί ακινήτου ιδιοκτησίας της είχαν εγγραφεί δύο υποθήκες και οκτώ προσημειώσεις, ενώ έτρεχαν σε βάρος της σημαντικές οικονομικές υποχρεώσεις προς τη ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών, το Ταμείο Ασφαλίσεως Ξενοδοχοϋπαλλήλων και το προσωπικό της. Από την εποπτεύουσα δημόσια υπηρεσία είχε διαπιστωθεί μείωση των ιδίων κεφαλαίων της αναιρεσίβλητης κάτω από το ήμισυ του καταβεβλημένου κεφαλαίου αυτής και είχε υποδειχθεί η σύγκληση της γενικής συνέλευσης των μετόχων με σκοπό είτε τη λύση της εταιρίας είτε τη λήψη κάποιου αποτελεσματικού μέτρου.

Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, η αναιρεσίβλητη έπρεπε προβεί σε περιορισμό των λειτουργικών της εξόδων και ένας τρόπος για να επιτευχθεί αυτό ήταν ο περιορισμός των υπαλλήλων που απασχολούσε με συμβάσεις αορίστου χρόνου, αν και η επιχείρησή της κατά τους χειμερινούς μήνες παρέμενε αδρανής.

Έτσι, κατά το πέρας της θερινής περιόδου του έτους 2003, αποφάσισε την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων, που ενέπιπταν στην εν λόγω κατηγορία του προσωπικού της. Σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους και όχι από επιθυμία εκδίκησης της αναιρεσίβλητης έναντι αυτών εκ του ότι είχαν αναπτύξει συνδικαλιστική δραστηριότητα και είχαν διεκδικήσει με νόμιμο τρόπο τα δικαιώματά τους επί της αμοιβής και των όρων παροχής της εργασίας αυτών.

Για να αιτιολογήσει πληρέστερα την κρίση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε ότι, αν και η δραστηριότητα εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης προς σύσταση επαγγελματικού σωματείου είχε κυκλοφορήσει ως φήμη στο χώρο της δουλειάς τους, εν τούτοις το περιστατικό ότι οι αναιρεσείοντες συμμετείχαν στη δραστηριότητα αυτή δεν ήταν γνωστό στο νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, ο οποίος το πληροφορήθηκε μετά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, όταν, την 13-11-2003, επιδόθηκε προς αυτόν η αίτηση αναγνώρισης του εν λόγω σωματείου, η οποία είχε κατατεθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.

Και ακόμη, ότι άλλοι εργαζόμενοι στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης που συμμετείχαν στην ίδρυση του σωματείου, όπως ο Λ. Γ., δεν απολύθηκαν. Περαιτέρω, ως προς την με αντικειμενικά κριτήρια επιλογή των αναιρεσειόντων προς απόλυση, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως προς τους εργαζόμενους, οι οποίοι αναφέρθηκαν από τους αναιρεσείοντες προς σύγκριση ως μη απολυθέντες, τα εξής:

Ο Γ. Ξ. παρέμεινε στην επιχείρηση, αλλά είχε διαφορετική ειδικότητα (ήταν ψυκτικός). Ο Θ. Σ., είχε ηλικία 50 ετών, ήταν έγγαμος με δύο τέκνα, είχε 15ετή υπηρεσία στην αναιρεσίβλητη και διέθετε πτυχίο και άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηλεκτρολόγου, τα οποία ο πρώτος αναιρεσείων δεν διέθετε. Ο Θ. Τ. απολύθηκε, επίσης, για οικονομοτεχνικούς λόγους.

Ο Ε. Κ. δεν ανήκε στο δυναμικό της αναιρεσίβλητης, αλλά της εταιρίας "Ερέτρια Βίλατζ ΑΕ". Ακόμη, οι Ι. Π. και Λ. Γ. εξακολούθησαν να εργάζονται ως θυρωροί, ο πρώτος, όμως, είχε ηλικία 70 ετών και ο δεύτερος είχε σύζυγο μη εργαζόμενη και στερείτο άλλους πόρους, ενώ ο δεύτερος αναιρεσείων ήταν επαγγελματίας ψαράς, ιδιοκτήτης αλιευτικού σκάφους, με σύζυγο που απασχολείτο ως εποχιακή υπάλληλος στην αναιρεσίβλητη.

Τέλος, οι υπάλληλοι Μ. και Δ. παρέμειναν στην επιχείρηση, είχαν, όμως, πτυχίο οικονομικού τμήματος ΑΕΙ, ενώ η τρίτη αναιρεσείουσα ήταν βοηθός λογιστή. Και η Λ. Μ. είχε την ειδικότητα του βοηθού λογιστή, αλλά ανήκε στο δυναμικό της εταιρίας "Ερέτρια Βίλατζ ΑΕ". Κατόπιν αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης σε σχέση με την επίμαχη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας δεν είχε γίνει κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστή ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού και απέρριψε το αίτημα μιας εκάστης των αγωγών προς αναγνώριση της ακυρότητας της αντιστοίχως προσβαλλόμενης καταγγελίας ως καταχρηστικής.

Με τα όσα δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με το δεύτερο μέρος του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης.

Ο λόγος αναιρέσεως, όμως, δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον προταθέντα ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή αβάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την έρευνα του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας των γενομένων καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας, ως καταχρηστικών, εξέτασε αμφότερες τις περιστάσεις, υπό τις οποίες προβαλλόταν η κατάχρηση, ως επιθυμία εκδίκησης, ήτοι τόσο την πρόσφατη δραστηριότητα των αναιρεσειόντων, που απέβλεπε στην ίδρυση συνδικαλιστικού σωματείου, όσο και την προηγηθείσα αντίδραση και διαμαρτυρία αυτών για την παράλειψη της αναιρεσίβλητης να συμμορφωθεί προς τις εργοδοτικές της υποχρεώσεις και τις απέρριψε ως αβάσιμες.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, όπως και ο δεύτερος ως προς το πρώτο μέρος αυτού, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ότι δεν έλαβε υπ' όψη, αν και προτάθηκε με την αγωγή, το ότι η επιθυμία εκδίκησης της αναιρεσίβλητης προέκυπτε και από τη διεκδίκηση των εργατικών δικαιωμάτων εκ μέρους των αναιρεσειόντων και προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση όσων από αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα και από τις 567, 568, 569, 570, 571, 572, 573, 574 και 575/13-10-2004, 158, 159 και 160/3-3-2006, 963 και 964/6-10-2006, 972/9-10-2006 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας και 4286/3-3-2006 και 16073/9-10-2006 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, που προαναφέρθηκε, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο συνίσταται στο ότι οι εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων δεν ήσαν καταχρηστικές, αλλά είχαν γίνει αποκλειστικά και μόνο για να βελτιώσει η επιχείρηση τη δυσμενή, οικονομική της θέση, χωρίς να συνδέονται με το ότι οι δεύτερος και τρίτη από τους αναιρεσείοντες είχαν αντιδράσει δυναμικά περί τα μέσα Οκτωβρίου 2003, διεκδικώντας τα δικαιώματά τους (επίσχεση εργασίας και προσφυγή στην επιθεώρηση εργασίας), έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε τόσο τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις όσο και τα από 14 και 15-10-2003 δελτία εργατικής διαφοράς και την από 7-10-2003 εξώδικη δήλωση.

Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ότι δεν έλαβε υπ' όψη τα ανωτέρω έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις που είχαν προσκομίσει οι αναιρεσείοντες και προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 14/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες να πληρώσουν στην αναιρεσίβλητη χίλια εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Φεβρουαρίου 2011. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ