Legislator Case Law & Legislation
581/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding employment contract classification and document distortion.

Case Number 581/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding the classification of an employment contract. The appellant argued the contract was for dependent work rather than an apprenticeship, while the opposing party contended the lower court correctly assessed the facts. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant's claims did not constitute new 'facts' under the relevant procedural law and the lower court did not distort the document in question.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 669 of the Civil Code; Article 559(8) and 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the non-consideration of facts or the distortion of a document is inadmissible if the contested points are not new facts and the lower court relied on other evidence alongside the document.

Keywords

AI generated
employment contract classification inadmissible appeal document distortion dependent work relationship apprenticeship distinction Code of Civil Procedure burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 669 of the Civil Code
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 1/1999
AP 782/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 581 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 581/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Παπατσώρη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΓΕΩΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ" (Ι.Γ.Μ.Ε.), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γρηγορίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 861/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3436/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-2-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 6-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται όταν, κατά τους όρους της σχετικής συμφωνίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας του μισθωτού, οι δε παρεχόμενες από τον συμβληθέντα εργοδότη οδηγίες, αναφορικά με τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της είναι δεσμευτικές για τον εργαζόμενο, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί αυτές και να δέχεται την άσκηση ελέγχου για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του προς αυτές και της επιμελούς γενικά εκτελέσεως της εργασίας.

Κύριος σκοπός της εργασιακής συμβάσεως είναι η παροχή εργασίας από το μισθωτό και σ' αυτό αποβλέπουν οι συμβαλλόμενοι. Κατά τούτο διαφέρει η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τη σύμβαση μαθητείας με την οποία επιδιώκεται κυρίως η εκπαίδευση ή η επιστημονική προσαρμογή και ειδίκευση του μαθητευόμενου, στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν σ' αυτές τις έννομες σχέσεις την ιδιοτυπία τους.

Δε είναι δε ασυμβίβαστη και στην εκπαιδευτική σχέση η παροχή κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων αμοιβής και ασφαλίσεως του εκπαιδευομένου. Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, σχέση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση (Ολ.

ΑΠ 18/2006). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον ... . Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένης χρονικής διάρκειας,, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν απαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1929 ή 1, 3, 5 του β.

δ. 16/18-7-1920) ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.

Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2).

Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όταν πρόκειται για προσωπικό που προσλήφθηκε για εκτέλεση προγραμμάτων ή έργων που χρηματοδοτούνται ή επιδοτούνται από διεθνείς οργανισμούς ή ερευνητικών προγραμμάτων ή προγραμμάτων τεχνικής βοήθειας ή για την εκπλήρωση υποχρεώσεων από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς, επιτρέπεται οι σχετικές συμβάσεις να είναι διάρκειας ενός έτους και να παρατείνονται μέχρι το τέλος του προγράμματος ή του έργου ή την εκπλήρωση της ανειλημμένης υποχρέωσης.

Στη συνέχεια, στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.

Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, όπως το αναιρεσίβλητο, το οποίο ιδρύθηκε με το νόμο 272/1976, στο άρθρο του οποίου ορίζεται: ''Ιδρύεται Νομικόν Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, υπό την επωνυμία "Ινστιτούτον Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών" Ι.Γ.Μ.Ε.

ανήκον εις το Κράτος, απολαύων διοικητικής και οικονομικής αυτοτελείας, λειτουργούν προς χάριν του Δημοσίου συμφέροντος και κατά τους κανόνας της ιδιωτικής οικονομίας''. Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με της οποίας τα εδάφια α' και γ' ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή τη μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται ενόψει της σαφούς διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 του ν. 1404/1983 με τα Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα όπως το αναιρεσίβλητο, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού εργοδότης βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση στις ανωτέρω συμβάσεις δεν είναι δυνατή υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 του ν. 1404/1983 η εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οδηγία 1999/70/ΕΚ του συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία πλαίσιο, την οποία συνήψαν διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση.

Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις Σ.Σ.Ε. ή την πρακτική του κάθε κράτους μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν:

α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:

α) θεωρούνται διαδοχικές και β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση τους στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Με το άρθρο 5 του τελευταίου Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή της δραστηριότητα της επιχείρησης...

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου Π.Δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εξολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό, το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως ενόψει του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, από 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή από 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της Ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία.

Έτσι, με το άρθρο 11 παρ. 1 α' του εν λόγω Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων μηνών από την αρχική σύμβαση ... Η επιλογή με το ανωτέρω ΠΔ των εν λόγω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης οδηγίας έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, ένεκα των οποίων και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Συνεπώς εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη ισχύος του ΠΔ αυτού (Ολ ΑΠ 19 και 20/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε ανέλεγκτα τα εξής: "Ο αναιρεσείων τοποθετήθηκε στο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., το οποίο συστάθηκε με το νόμο 272/1976, υπαγόμενο στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, 51 ν. 1892/1990 και 6 ν. 1943/1991), σε θέση εκπαιδευόμενου μηχανολόγου-μεταλλειολόγου, δυνάμει συμβάσεως απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος STAGE, η οποία καταρτίστηκε στις 29-12-1999, μεταξύ του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου ως δικαιούχου Υλοποίησης και του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) ως υπεύθυνου φορέα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2639/1998, προκειμένου να αποκτήσει επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και την απασχόληση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσης.

Η διάρκεια της σύμβασης καθορίστηκε ρητά να είναι έντεκα μηνών, δηλαδή από 29-12-1999 έως 28-11-2000, ενώ τη χρηματοδότηση του ως άνω προγράμματος ανέλαβε σύμφωνα με τη σύμβαση ο ΟΑΕΔ ως Υπεύθυνος φορέας, καταβάλλοντας στον αναιρεσείοντα ως εκπαιδευόμενο το ποσό των 6.650 δρχ. ημερησίως και αναλαμβάνοντας την υποχρέωση, για τις ανάγκες της καλύτερης αξιολόγησης του ως άνω προγράμματος, να καταβάλλει σ' αυτόν μετά παρέλευση εξαμήνου επαγγελματικής κατάρτισης, το ποσό των 50.000 δρχ.

ως αποζημίωση για τη συμμετοχή του στην αξιολόγηση αυτή. Επίσης ο ΟΑΕΔ ανέλαβε την υποχρέωση να καλύψει και το κόστος της ασφάλισης του εκπαιδευόμενου. Μετά τη λήξη της ως άνω συμβάσεως μαθητείας ο αναιρεσείων απασχολήθηκε στο αναιρεσίβλητο για χρονική περίοδο δύο μηνών με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, ως εργατοτεχνίτης για την κάλυψη εποχιακών και πρόσκαιρων αναγκών και συγκεκριμένα για την ολοκλήρωση του εργαστηριακού μέρους και την ολοκλήρωση της τελικής εκθέσεως μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 2001 στα πλαίσια του ανταγωνιστικού προγράμματος RELIF (BE97-5078), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ.

κ' του ν. 2190/1994, υπαγόμενος στο μέτρο της επιδότησης εργατικής εισφοράς κατά το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2837/2000.... Με την ολοκλήρωση του ως άνω προγράμματος REFIL στις 31-1-2001, ο αναιρεσείων έπαυσε να απασχολείται στο αναιρεσίβλητο λόγω αυτοδίκαιης λύσης της ως άνω ορισμένου χρόνου συμβάσεως εργασίας του. Ακολούθως, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ.

Δ13/Β/Φ9.6.20/1169/7-3-2000 Κ.Υ.Α των Υπουργών Εσωτερικών- Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Ανάπτυξης, σχετικά με την εκτέλεση ερευνητικών προγραμμάτων από το αναιρεσίβλητο για την εκτέλεση των οποίων απαιτούνταν εξειδικευμένα προσόντα που δεν ανάγονταν στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του, όπως ρητά αναφέρεται στην πιο πάνω εγκριτική Κ.Υ.Α., δημοσιεύθηκε στον τύπο ανακοίνωση του εναγομένου για εκδήλωση ενδιαφέροντος.

Ο αναιρεσείων υπέβαλε στο αναιρεσίβλητο την από 2-4-2001 σχετική αίτηση του η οποία έγινε δεκτή και στη συνέχεια ανατέθηκε σ' αυτόν η εκτέλεση έργου στα πλαίσια του ανταγωνιστικού προγράμματος ''CRAFT 70263'' το οποίο ήταν χρηματοδοτούμενο εξολοκλήρου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και είχε ως αντικείμενο την ανάπτυξη βάσης δεδομένων σχετικών με την παραγωγή νέων δομικών στοιχείων, καθώς και τη χρήση ορυκτών πρώτων υλών, την προκατασκευή και το συσχετισμό εργαστηριακών και πιλοτικών δεδομένων για την άριστη σχεδίαση δομικών στοιχείων και την προσομοίωση στην πιλοτική εφαρμογή.

Η διάρκεια της ως άνω συμβάσεως μισθώσεως έργου ορίστηκε σε 24 μήνες, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από την προαναφερόμενη εγκριτική Κ.Υ.Α., δηλαδή από 23-4-2001 μέχρι 23-4-2003 και η οφειλόμενη αμοιβή για την εκτέλεση αυτού στο ποσό των 8.000.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ, βαρύνουσα αποκλειστικά το ανταγωνιστικό πρόγραμμα. Κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του αναιρεσείοντος για την εκτέλεση του προαναφερόμενου έργου, συμμετείχε και σε άλλα ανταγωνιστικά προγράμματα της ευρωπαϊκής Ένωσης χρηματοδοτούμενα από το Β' Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (Κ.Π.Σ) και συγκεκριμένα: 1) στη βιβλιογραφική ενασκόπιση, σύνταξη, διαπραγμάτευση και τελική υποβολή του προγράμματος INPROWARΜ, 2) στην έρευνα αξιοποίησης ζεολίθων Ν.

Ροδόπης- εργαστηριακή Μελέτη δέσμευσης Βαρέων Τοξικών Μετάλλων από υγρά απόβλητα και βελτίωση της ποιότητας πόσιμου νερού και 3) στη Ρόφηση μετάλλων από χαμηλού κόστους φυσικά υλικά. Μάλιστα εξαιτίας του γεγονότος ότι η εκτέλεση του παραπάνω έργου έλαβε εξαμηνιαία παράταση για την παράδοση της τελικής έκθεσης μέχρι 31-7-2003, παρατάθηκε κατά τις τρεις μήνες αντίστοιχα και η σύμβαση έργου του αναιρεσείοντος, δηλαδή μέχρι 23-7-2003.

Ο αναιρεσείων καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησης του στο αναιρεσίβλητο προσέφερε τις υπηρεσίες του στα πλαίσια των προγραμμάτων που αναφέρθηκαν, πάνω σε θέματα της κύριας ειδικότητας του ως μηχανικός- μεταλλειολόγος, αλλά και σε συνδεόμενα με την εκτέλεση των προγραμμάτων αυτών θέματα χρήσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών της Διεύθυνσης στην οποία υπαγόταν σε καθημερινή βάση, τελώντας υπό τον έλεγχο, την εποπτεία και τις οδηγίες των προϊσταμένων του, ως προς τον τόπο τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας του και τηρώντας το ωράριο εργασίας της υπηρεσίας του.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχτηκε ότι ναι μεν με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, υπήρχε νομική εξάρτηση του εναγομένου από το εναγόμενο και κατά συνέπεια οι πιο πάνω συμβάσεις, πλην της αρχικής από 29-12-1999 μέχρι 28-11-2000 συμβάσεως η οποία ως σύμβαση μαθητείας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, είναι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι συμβάσεις έργου.

Πλην όμως, από τη φύση της παρεχόμενης από τον ενάγοντα στο εναγόμενο εργασίας του, η οποία συνίστατο στην εκτέλεση των ερευνητικών προγραμμάτων που χρηματοδοτούσε η Ευρωπαϊκή Ένωση και αφορούσαν την κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών του εναγομένου, προκύπτει ότι η ανανέωσή τους έστω και με τη μέθοδο του χαρακτηρισμού της δεύτερης συμβάσεως ως μισθώσεως έργου, δεν έγινε με σκοπό την καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διατάξεων, ώστε να είναι επιτρεπτή η μετατροπή των συμβάσεων αυτών του ενάγοντος σε μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχτεί τα αντίθετα, απέρριψε την αγωγή τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς την επικουρική βάση της, με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε: α) να αναγνωριστεί ότι η σύμβαση που τον συνέδεε με το εναγόμενο ΝΠΙΔ ήταν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και συνακόλουθα ότι η από 30-6-2003 απόλυση του ήταν άκυρη και ως εκ τούτου ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες με απειλή χρηματικής ποινής και β) επικουρικά ότι η γενόμενη στις 30-6-2003 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ήταν άκυρη γιατί δεν καταβλήθηκε σ' αυτόν η νόμιμη αποζημίωση την οποία και ζητούσε να του καταβάλλει το εναγόμενο.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, δεν παραβίασε τις διατάξεις της υπ' αριθμ. 1999/70/ΕΚ Οδηγίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28-6-1999, καθώς και όσα ορίζονται στο ΠΔ 81/2003,αφού κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και αν ήθελε υποτεθεί ότι ο αναιρεσείων κάλυπτε διαρκείς και πάγιες ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, τούτο θα ήταν χωρίς έννομη επιρροή, αφού οι ως άνω συμβάσεις αυτού που δεν ήταν ενεργείς στις 19-7-2004 οπότε άρχισε η ισχύς του ΠΔ 164/2004, με το οποίο προστέθηκε στο ΠΔ. 81/2003 το άρθρο 8Α, καταρτίστηκαν δε ως ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή των προαναφερομένων διατάξεων και απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, με τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τη φύση της παρεχόμενης από τον αναιρεσείοντα εργασία, τόσο κατά το αρχικό στάδιο (σύμβαση μαθητείας) όσο και για το μεταγενέστερο και απορριπτέος είναι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

Επειδή, ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ. 782/2005).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα εκτιθέμενα στην αγωγή του πραγματικά περιστατικά από τα οποία προέκυπτε ότι η αρχική σύμβαση του, δεν ήταν σύμβαση μαθητείας, αλλά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και τον ισχυρισμό του ότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, πλήττεται δε με όσα στο λόγο αυτό εκθέτει ο αναιρεσείων, η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, συνεκτίμησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα της υποθέσεως (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις και με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα) και το περιεχόμενο της βεβαίωσης που εξέδωσε η Διευθύντρια της Διεύθυνσης που εργαζόταν ο αναιρεσείων μετά τη λήξη της συμβάσεως STAGE.

Εφόσον δε, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο άνω έγγραφο, αλλά το συνεκτίμησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του άνω εγγράφου και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-2-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3436/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ