Supreme Court allows appeal on employer liability for damages but dismisses argument regarding specific fault details.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding employer liability for damages. While the court found the employer's conduct contrary to good morals and intentional, it held that the lower court did not err by omitting specific details regarding the degree of fault or the exact nature of the intent. Consequently, the appeal was granted only regarding the specific chapter concerning the employer's liability, while the employer was ordered to pay a portion of the litigation costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 520(2), 523(1), 559(9)(a) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the second instance court rules on a head of claim not raised in the appeal, but the omission of specific factual details regarding the degree of fault or intent does not constitute a procedural error warranting the annulment of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 580 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 580/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Τ. Π. Α..Ε..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Διονυσίου Πρωτοπαπά, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 796/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 221/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, κατά την οποία, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα δια της εφέσεως και των προσθέτων λόγων καθοριζόμενα όρια, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 2 και 523 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, συνάγεται ότι, εάν η εκκαλουμένη απόφαση περιέχει περισσότερες οριστικές διατάξεις επί αυτοτελών αιτήσεων δικαστικής προστασίας (κεφάλαια της αποφάσεως), μεταβιβάζονται στον δεύτερο βαθμό μόνον όσα εξ αυτών προσεβλήθησαν με το δικόγραφο της εφέσεως ή με τους προσθέτους λόγους ή με αντέφεση και ότι το αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης οριοθετείται περαιτέρω από τους λόγους της εφέσεως και της αντεφέσεως, οι οποίοι προσδιορίζουν την έκταση του ελέγχου της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Η επιδίκαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μη εκκληθέντος κεφαλαίου της εκκαλουμένης αποφάσεως ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του λόγου του άρθρου 559 αρ. 9 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά τον οποίον αναίρεση συγχωρείται, εάν το δικαστήριο επιδίκασε μη αιτηθέν. Κατά πάγια νομολογία γίνεται δεκτό ότι οι σωρευόμενες αγωγικές αυτοτελείς εργατικές αξιώσεις (αιτήσεις) συνιστούν ιδιαίτερο εκάστη κεφάλαιο δίκης.
Ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης αποτελεί και το αίτημα να υποχρεωθεί ο εργοδότης επί άκυρης απόλυσης να αποδέχεται την εργασία του εργαζομένου. Ως εκ τούτου, εάν δεν προσβληθεί με λόγο έφεσης ή αντέφεσης το εν λόγω κεφάλαιο, το Εφετείο επιλαμβανόμενο της εφέσεως δεν δύναται να προβεί στην αναδίκαση αυτού. Εάν εν τούτοις υποχρεώσει τον εργοδότη σε αποδοχή της εργασίας του απολυθέντος, ιδρύεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο υπέπεσε στην προαναφερομένη πλημμέλεια, διότι, όπως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των διαδικαστικών εγγράφων, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να απασχολεί τον αναιρεσίβλητο, χωρίς η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει το σχετικό αίτημα ως αόριστο, να έχει προσβληθεί ως προς το εν λόγω κεφάλαιό της με λόγο εφέσεως.
Επομένως, ο Α1 λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη κατά το κεφάλαιο αυτό.
Μετά την παραδοχή του Α1 λόγου της αιτήσεως αποβαίνει απαράδεκτος, ως εκ του περιεχομένου του, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, ο Α2 λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών σε σχέση με τη διάταξη αυτής περί υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας-εναγομένης να επαναπροσλάβει και απασχολεί τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο στο μέλλον.
Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής. (ΑΠ 1108/2021, 194/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε και το οποίο έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, κατά το μέρος που με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος ήταν άκυρη δεχόμενο ότι οι υπ' αυτής προβληθέντες εννέα λόγοι είναι αβάσιμοι κατ' ουσία, χωρίς να προβληθεί υπό του ενάγοντος, με λόγο της εφέσεώς του, ότι οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι κατ' ουσία, δεχόμενο με την κρίση του αυτή λόγο εφέσεως που δεν προβλήθηκε.
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των διαδικαστικών εγγράφων, το Εφετείο, ερευνώντας την παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφερθείσα ενώπιόν του με τον πρώτο λόγο της εφέσεως την υπό της εναγομένης προβληθείσα ένσταση περί εγκυρότητος της υπ' αυτής ασκηθείσης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, δέχθηκε ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, καθόσον, κατά τις παραδοχές του, δεν αποδείχθηκαν τα συνιστώντα σπουδαίο λόγο υπ' αυτής επικληθέντα πραγματικά περιστατικά, και απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσία, εκτιμώντας ελεύθερα τις υπό των διαδίκων προσκομισθείσες με επίκληση αποδείξεις.
Ο ενδεχόμενος δε ισχυρισμός του ενάγοντος, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός της εναγομένης, είναι αβάσιμος, υποβαλλόμενος και επαναφερόμενος ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, έστω και με λόγο εφέσεως, θα συνιστούσε άρνηση αυτού και συνεπώς όχι "πράγμα" κατά την έννοια του από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως και η μη λήψη αυτού από το Εφετείο δεν θεμελιώνει, κατά τα στη νομική σκέψη προαναφερθέντα, το λόγο αυτό αναιρέσεως.
Συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων και ο με αρίθμηση Β1 λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11β` του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν.
Ο λόγος ιδρύεται και επί λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ανύπαρκτου αποδεικτικού μέσου και ειδικότερα όταν το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, δικαστική ή εξώδικη, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 352 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι η δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρισίμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, η οποία γίνεται με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 2103/2017, ΑΠ 1416/2017, ΑΠ 691/2017, ΑΠ 1831/2008).
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος από τον αριθ. 11β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) οι αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να προσκομιστούν με επίκληση, β) ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 675/2021, 1882017, 881/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον Β2 λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αρ. 11 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για την παρά το νόμο λήψη αποδείξεων που δεν προσκομίστηκαν. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, εκθέτει ότι, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του κατέληξε στο πόρισμά, ότι δεν συνέτρεξαν οι τέταρτος και έκτος λόγοι καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, αξιολογώντας ως αποδεικτικό μέσο κυρίως ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με ημερομηνία 28-11-2015, το οποίο όμως κανένας διάδικος δεν είχε επικαλεστεί και προσκομίσει.
Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, δοθέντος ότι, για την πληρότητά του, σύμφωνα και με τις αμέσως ως άνω εκτεθείσες νομικές σκέψεις, αφ' ενός μεν, δεν αναφέρεται ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, αφ' ετέρου, πέραν της αναφερόμενης ημεροχρονολογίας, δεν προσδιορίζεται το αποδεικτικό αυτό μέσο κατά τα λοιπά προσσδιοριστικά της ταυτότητός του στοιχεία (στοιχεία παραλήπτη και αποστολέα).
Όλα δε τα ανωτέρω ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου κατατεθεισών προτάσεων υπό της εναγομένης- αναιρεσείουσας και στη σελίδα 13 αυτών, για τη θεμελίωση των τετάρτου και έκτου, επί μέρους, λόγων καταγγελίας, ευθέως αυτή αναφέρεται σε προσαγόμενο με επίκληση από την ίδια, από 12-11-2015, μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Υπευθύνου Δράσης (υφισταμένου, κατά την αναιρεσείουσα, συνεργάτη, κατά την παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως), Κ.
Μ. προς τον ελεγκτή της αναιρεσείουσας Γ.. Θ., σχετικά με την εξαίρεση από την απένταξη τριών "δικαιούχων", οι οποίοι είχαν ως προμηθεύτρια την εταιρεία Μ. G. L. και ελέγχονταν από την OLAF και το ΣΔΟΕ. Το έγγραφο αυτό, προφανώς από παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση με ημερομηνία 18-11-2015, όπως καταφανώς συνάγεται από την αντιπαραβολή των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως (σελ. 30 και 31) και των εκτιθεμένων στις ως άνω προτάσεις της αναιρεσείουσας-εναγομένης-εκκαλούσας, η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν ισχυρίζεται ότι υφίσταται και άλλο όμοιο έγγραφο με ημερομηνία 28-11-2015, διαφορετικού ή ταυτόσημου περιεχομένου, το οποίο και έλαβε υπόψη το Εφετείο παρά το νόμο.
Επομένως, το έγγραφο αυτό, προσκομισθέν με επίκληση από την ίδια την αναιρεσείουσα, ενώπιον του Εφετείου, ως σχετικό με αρ. 27, νομίμως ελήφθη από το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη του αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) της εναγομένης-αναιρεσείουσας. Είναι δε αβάσιμα τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το λόγο αυτό της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 KΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 KΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017).
Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, 1351/2011). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του KΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 472/2017, 825/2015).
Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ` αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του KΠολΔ (ΑΠ 156/2017).
Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 472/2017, 793/2015, 1788/2013, 1206/2008).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ` επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 59/2020, 968/2018, 286/2016, 148/2008). Με το Β3 λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 KΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον οι αιτιολογίες της είναι ανεπαρκείς, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας της καταγγελίας, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα: α) ως προς τον έβδομο λόγο καταγγελίας, "δεν αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση, αν υπήρξαν ή όχι κρούσματα καθυστερημένης προσέλευσης ή πρόωρης αποχώρησης του αντιδίκου από την εργασία του, ούτε ποιό ήταν το ωράριο εργασίας, στο οποίο υπέκειτο ο αντίδικος και ποιά η "ευελιξία" του και άρα η αιτιολογία στο κεφάλαιο αυτό είναι ανεπαρκής.
Επίσης, η παραδοχή ότι δεν είχαν λάβει χώρα παρατηρήσεις για την παραβίαση του ωραρίου δεν θεραπεύει την έλλειψη νόμιμης βάσης....", β) ως προς τον όγδοο λόγο καταγγελίας, "δεν αναφέρεται, όμως, στην προσβαλλομένη απόφαση, ποιό είναι το είδος, η συχνότητα και οι συνέπειες των επεισοδίων που προκάλεσε ο αντίδικος σε βάρος συναδέλφων του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να στηριχθεί το συμπέρασμα ότι τα επεισόδια αυτά δεν συνιστούν σπουδαίο λόγο.
Η επάλληλη δε αιτιολογία, ότι πάντως τα αρμόδια όργανα της εταιρείας μας δεν έδωσαν βαρύτητα στα επεισόδια αυτά και η επίκλησή τους είναι "όψιμη" είναι επίσης όλως ανεπαρκής, διότι υπαινίσσεται μεν αποδυνάμωση του δικαιώματος της εταιρείας μας να επικαλεστεί τα επεισόδια αυτά ως σπουδαίο λόγο καταγγελίας, δεν παραθέτει όμως πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ.
Μάλιστα, αφού τα εν λόγω επεισόδια τοποθετούνται χρονικά από την προσβαλλομένη απόφαση στο έτος 2014, η μη επίκληση τους μέχρι την επίδοση της καταγγελίας της συμβάσεως το έτος 2015 δεν μπορεί κατά το νόμο να θεωρηθεί "όψιμη" και καταχρηστική και να εμποδίσει την άσκηση του δκαιώματός μας ως εργοδότη να καταγγείλουμε τη σύμβαση εργασίας του αντιδίκου για σπουδαίο λόγο", γ) ως προς τον ένατο λόγο καταγγελίας, "δεν αναφέρεται, όμως, στην προσβαλλομένη απόφαση, αν τελικά υποβλήθηκε η δήλωση ούτε αν ο αντίδικος είχε ή δεν είχε υποχρέωση να την υποβάλει και για ποιο λόγο.
Η δε επάλληλη σκέψη, ότι πάντως η μη υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης σχετικά με την ανυπαρξία σύγκρουσης συμφερόντων παρ' όλο που ο αντίδικος κλήθηκε προς τούτο, δεν συνιστά σπουδαίο λόγο, είναι όλως συμπερασματική και στερείται εντελώς νόμιμης βάσης". Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Ακολούθως, ως προς τον 7ο λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στον ενάγοντα ότι παραβίαζε επανειλημμένως το νόμιμο ωράριο εργασίας του, προβαίνοντας συστηματικά σε αδικαιολόγητες καθυστερήσεις προσέλευσης και αποχώρησης νωρίτερα από την εργασία του κατά το διάστημα από 1-9-2015 έως 30-11-2015, πρέπει να λεχθεί ότι ο ενάγων κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα είχε την ιδιότητα του Διευθυντή, αφού είχε ήδη μετακινηθεί στο γραφείο του Διευθύνοντος Συμβούλου και επομένως είχε τη δυνατότητα ευέλικτου ωραρίου.
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι του έγινε οποιαδήποτε παρατήρηση, προφορική ή γραπτή, από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης, σχετική με την παραβίαση του ωραρίου του ή την αδικαιολόγητη απουσία του από την εργασία του. Επομένως, αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος και ο ανωτέρω λόγος. Επίσης, όσον αφορά τον 8° λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στον ενάγοντα ότι κατά το έτος 2014 προκάλεσε επανειλημμένα επεισόδια σε βάρος των συναδέλφων του, πρέπει να λεχθεί ότι αυτά πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια της επαγγελματικής συνεργασίας με τους συναδέλφους του, όπου είναι εύλογο να δημιουργούνται εντάσεις στα πλαίσια επαγγελματικών διαφωνιών, δεν αποδείχθηκε όμως ότι σε αυτά τα επεισόδια δόθηκε οποιαδήποτε βαρύτητα από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης ούτε ότι έλαβαν χώρα προς το πρόσωπο του ενάγοντος συστάσεις ή επιπλήξεις από τη Διοίκηση της εναγομένης, τα οποία (επεισόδια) σε κάθε περίπτωση όψιμα παρουσιάζονται από την εναγομένη ως σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος ένα χρόνο αργότερα από τότε που περιήλθαν σε γνώση της.
Τέλος, όσον αφορά τον 9° λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στον ενάγοντα ότι ο ενάγων αρνήθηκε να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση με βάση το κοινοτικό δίκαιο μη σύγκρουσης συμφερόντων, πρέπει να λεχθεί ότι τέτοια υπεύθυνη δήλωση είχε υποβάλει κατά το έτος 2011 και επομένως δεν εξηγείται με την λογική ποιός ο λόγος να μην την επανυποβάλει εφόσον αυτό αποτελούσε μια τυπική προϋπόθεση.
Σε κάθε περίπτωση πάντως το ανωτέρω γεγονός ακόμα και αν είναι αληθινό, δεν μπορεί να αποτελέσει σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, ερευνώντας την ουσιαστική βασιμότητα των επικαλουμένων σπουδαίων λόγων καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας της καταγγελίας, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφού στην προσβαλλομένη απόφαση εξέθεσε με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής αυτής, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον ως άνω λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμα.
Κατά το μέρος δε, που με τις αιτιάσεις του σχετικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίες αφορούν είτε παράπονα γιατί η προσβαλλομένη δεν αιτιολογεί γιατί δέχεται ότι αποδείχθηκαν τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, είτε βάλλουν κατά επιχειρημάτων που συνήγαγε το Δικαστήριο από τις αποδείξεις, ως προς τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα αυτών, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται με σαφήνεια, ως προς το παραπάνω ζήτημα, είτε προσβάλλουν την ουσιαστική κρίση αυτού, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, ως προς την οποία η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική προσέγγιση, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 § 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει} όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, εκδηλούμενη είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ) όπως προαναφέρθηκε και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.
Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή κ.λ.π.).'Ετσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητος. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητος του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητος του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητος του, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (ΑΠ 129/2020, 322/2018, 1394/2017, 1734/2014, 1653/2010).
Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας [ΟλΑΠ 812/1980, ΑΠ 1599/2000, 1735/2009]. Η επιδίκαση της ικανοποιήσεως αυτής αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη, καθώς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330, και 932 του ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β)παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε (ΑΠ 864/2014).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, να επιδικάσει ή όχι στον παθόντα, ή σε περίπτωση θανάτου στην οικογένεια του θύματος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη, ή αντίστοιχα ψυχική οδύνη, να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο.
Οι ως άνω συνθήκες (βαθμός πταίσματος, μέγεθος προσβολής, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κλπ) λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος κι επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι` αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη, κατ` αρχάς, σε αναιρετικό έλεγχο (AΠ 1106/2019, 1572/2018, 600/2018, 322/2014).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/91, ΑΠ 55/2003). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.
Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει, κατά τις περιστάσεις, η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου "θύματος", για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση.
Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτή (ΑΠ 900/2011). Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία (ΑΠ 1027/2021, 476/2021, 212/2018, 864/2014, 1652/2006, 55/2003).
Ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεώς.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί άναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1446/2018, 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 59/2021, 677/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της αγωγικής αξίωσης του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, περί χρηματικής αυτού ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την παράνομη κατ' αντίθεση προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά της εναγομένης κατά την εκ μέρους της άσκηση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την παραπάνω άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης, επήλθε παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του, διότι εκτός του ότι εμφαίνεται ως ανεπαρκής και ακατάλληλος υπάλληλος, επιπλέον, ιδίως από τις αναφερόμενες αποδιδόμενες σε αυτόν πλημμέλειες στους 3°, 4° και ιδίως στον 9° λόγο που περιέχονται στο Πρακτικό της Συνεδρίασης του Δ.Σ.
της εναγομένης, με το οποίο αποφασίστηκε η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, όπως το περιεχόμενο αυτών αναφέρθηκε ανωτέρω, δημιουργούνται υπόνοιες προς το πρόσωπο του για ύποπτες συναλλαγές με προμηθευτές δικαιούχων κρατικών ενισχύσεων οι οποίοι ελέγχονται για το αδίκημα της απάτης από το ΣΔΟΕ και την ΟLΑF και επιπλέον αφήνονται σαφείς αιχμές από την άρνησή του να υπογράψει την υπεύθυνη δήλωση με βάση το κοινοτικό δίκαιο μη σύγκρουσης συμφερόντων, για την πρόκληση "εξ αντικειμένου σοβαρών υπονοιών για αυτήν την άρνηση".
Επομένως, δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο από το Δικαστήριο, σταθμίζοντας τη σοβαρότητα της άνω προσβολής, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η απόλυσή του, ενόψει της ηλικίας του, της προϋπηρεσίας του, του βαθμού του πταίσματος των οργάνων της εναγομένης και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων".
Περαιτέρω και ειδικότερα κατά την έρευνα των υπό της αναιρεσείουσας-εναγομένης επικαλουμένων 3ου, 4ου σπουδαίων λόγων καταγγελίας, το Εφετείο διέλαβε τα ακόλουθα: "Όσον αφορά τον 3° λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στον ενάγοντα ο μη ενδεδειγμένος χειρισμός της οργάνωσης του ελέγχου για το θέμα Σώρευση και Συγκέντρωση, ο οποίος γίνονταν με δακτυλογράφηση των στοιχείων, αντί μέσω ενός ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος, με αποτέλεσμα την ύπαρξη καθυστερήσεων και την μη ικανοποίηση της υποχρέωσης ελέγχου, ειδικότερα πρέπει να λεχθεί ότι, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε τη δυνατότητα να αναλάβει πρωτοβουλία σχετικά με την επιλογή του τρόπου καταχώρησης των δεδομένων στο πληροφοριακό σύστημα.
Αυτή η αρμοδιότητα ανήκε στην Ε.Υ.Σ. του Υπουργείου Οικονομικών και Διοίκησης της εναγομένης. Το γεγονός αυτό, επιβεβαιώθηκε και από την εξετασθείσα μάρτυρα του ενάγοντος, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κα Κ.., η οποία ήταν η υπάλληλος που πραγματοποιούσε τις καταχωρήσεις, και η οποία κατέθεσε ότι ο τρόπος δακτυλογράφησης των καταχωρήσεων δημιουργούσε καθυστερήσεις, πλην όμως υπεύθυνος για τη λειτουργία του συστήματος ήταν ο κος Μ.., ο οποίος είναι σε άλλη υπηρεσία και ήταν αυτός που πραγματοποίησε και την εκπαίδευσή της και ότι η αλλαγή του συστήματος του τρόπου καταχωρήσεων ήταν θέμα της εναγόμενης εταιρείας.
Επομένως και ο προκείμενος λόγος δεν αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμος. Περαιτέρω, όσον αφορά τον τέταρτο και έκτο λόγους, με τους οποίους αποδίδεται στον ενάγοντα ότι ενήργησε πλημμελώς και παρότι υπήρχε κατεπείγουσα απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης μετά από υπόδειξη της Ε.Δ.ΕΛ. να απεντάξει κατηγορία δικαιούχων που είχαν συγκεκριμένους προμηθευτές ελεγχόμενους από το ΣΔΟΕ και την OLAF, αυτός εξαίρεσε με δική του εντολή από την απένταξη 3 συγκεκριμένους δικαιούχους, πρέπει να λεχθεί ότι δεν αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμος.
Ειδικότερα όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 18-11-2015 απαντητικό e-mail του Κ. Μ. (συνεργάτη του ενάγοντος) σε αντίστοιχο e-mail του Γ. Θ. σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα, αναφέρεται ότι κατά την επεξεργασία των στοιχείων, εντοπίστηκε για τις ανωτέρω τρεις περιπτώσεις της μη απένταξης η τελική προμηθεύτρια εταιρεία (...) και κατόπιν ενημερώσεως του ενάγοντος, ο οποίος είχε την ιδιότητα του Διευθυντή της Επιχειρησιακής Μονάδας, αυτός πρότεινε όπως οι εν λόγω περιπτώσεις να περιληφθούν σε επόμενο δείγμα που θα δοθεί στην ομάδα ειδικού ελέγχου, προκειμένου για την από κοινού αντιμετώπιση τους με τις λοιπές ομοειδείς περιπτώσεις, καθώς η ομάδα δεν είχε ολοκληρώσει το έργο της.
Στο ίδιο e-mail αναφέρεται επιπλέον ότι η επεξεργασία και ο έλεγχος των φυσικών φακέλων αιτημάτων ολοκλήρωσης σε αντιπαραβολή με τα δεδομένα του Πληροφοριακού Συστήματος είναι σε εξέλιξη, προκειμένου να εντοπιστεί το σύνολο των περιπτώσεων που εμπίπτουν στα ανωτέρω ώστε να αντιμετωπιστούν αντίστοιχα.
Επομένως, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν δόθηκε καμία εντολή από τον ενάγοντα για την εξαίρεση από την απένταξη των προαναφερομένων τριών περιπτώσεων αλλά ότι αντίθετα όταν διαπιστώθηκε κατά τη διαδικασία του ελέγχου ότι αυτές οι τρεις περιπτώσεις δεν είχαν συμπεριληφθεί και με δεδομένο ότι η ομάδα ειδικού ελέγχου δεν είχε ολοκληρώσει το έργο της, σε ερώτηση που του τέθηκε για το πως έπρεπε να χειριστούν το θέμα, αυτός πρότεινε την προαναφερόμενη λύση, ήτοι οι εν λόγω περιπτώσεις να συμπεριληφθούν σε επόμενο δείγμα.
Συνεπώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποδεικνύεται ότι η ενέργεια αυτή του ενάγοντος αποτελεί πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων του, αφού δεν πρόκειται για αυθαίρετη απόφαση εξαίρεσης από την απένταξη αλλά για πρόταση ελέγχου σε επόμενο δείγμα, απορριπτομένων ομοίως ως ουσιαστικώς αβάσιμων των ανωτέρω λόγων.
Περαιτέρω, όσον αφορά τον 5° λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στον ενάγοντα ότι κατέθεσε επανειλημμένως ως μάρτυρας κατηγορίας υπέρ του Δ. Γ. σε μηνυτήρια αναφορά αυτού σε βάρος της εναγομένης εταιρείας, χωρίς ενημέρωση της εναγομένης, πρέπει να λεχθεί ότι αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος, αφού προκύπτει ότι με τις από 21-10- 2015, 3-11-2015 και 26-11-2015 κλήσεις του Αστυνομικού Τμήματος Μοσχάτου, ο ενάγων κλήθηκε να εξετασθεί ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου (με τις δύο πρώτες κλήσεις) και του Ειρηνοδίκη Αθηνών (με την τρίτη κλήση) για την ανωτέρω ποινική υπόθεση στα πλαίσια διενεργούμενης προκαταρκτικής εξέτασης, οι οποίες καταχωρήθηκαν στο βιβλίο πρωτοκόλλου της εναγομένης, όπως προκύπτει από τις σχετικές βεβαιώσεις καταχώρησης εγγράφου της αρμοδίας υπαλλήλου Χ.
Κ., γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι η εναγομένη είχε γνώση για την κλήση και εμφάνιση του ενάγοντος ως μάρτυρα στις ανωτέρω ημερομηνίες. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων κατέθεσε γεγονότα παραβιάζοντας το καθήκον αλήθειας εις βάρος της εναγομένης εταιρείας, γεγονός από το οποίο θα μπορούσε να κλονισθεί η εμπιστοσύνη αυτής προς το πρόσωπο του".
Περαιτέρω, το Εφετείο ως προς τους 7ο, 8ο και 9ο λόγους καταγγελίας δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε τα εξής: "Ακολούθως, ως προς τον 7° λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στον ενάγοντα ότι παραβίαζε επανειλημμένως το νόμιμο ωράριο εργασίας του, προβαίνοντας συστηματικά σε αδικαιολόγητες καθυστερήσεις προσέλευσης και αποχώρησης νωρίτερα από την εργασία του κατά το διάστημα από 1-9-2015 έως 30-11-2015, πρέπει να λεχθεί ότι ο ενάγων κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα είχε την ιδιότητα του Διευθυντή, αφού είχε ήδη μετακινηθεί στο γραφείο του Διευθύνοντος Συμβούλου και επομένως είχε τη δυνατότητα ευέλικτου ωραρίου.
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι του έγινε οποιαδήποτε παρατήρηση, προφορική ή γραπτή, από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης, σχετική με την παραβίαση του ωραρίου του ή την αδικαιολόγητη απουσία του από την εργασία του. Επομένως, αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος και ο ανωτέρω λόγος. Επίσης, όσον αφορά τον 8° λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στον ενάγοντα ότι κατά το έτος 2014 προκάλεσε επανειλημμένα επεισόδια σε βάρος των συναδέλφων του, πρέπει να λεχθεί ότι αυτά πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια της επαγγελματικής συνεργασίας με τους συναδέλφους του, όπου είναι εύλογο να δημιουργούνται εντάσεις στα πλαίσια επαγγελματικών διαφωνιών, δεν αποδείχθηκε όμως ότι σε αυτά τα επεισόδια δόθηκε οποιαδήποτε βαρύτητα από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης ούτε ότι έλαβαν χώρα προς το πρόσωπο του ενάγοντος συστάσεις ή επιπλήξεις από τη Διοίκηση της εναγομένης, τα οποία (επεισόδια) σε κάθε περίπτωση όψιμα παρουσιάζονται από την εναγόμενη ως σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος ένα χρόνο αργότερα από τότε που περιήλθαν σε γνώση της.
Τέλος, όσον αφορά τον 9° λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στον ενάγοντα ότι ο ενάγων αρνήθηκε να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση με βάση το κοινοτικό δίκαιο μη σύγκρουσης συμφερόντων, πρέπει να λεχθεί ότι τέτοια υπεύθυνη δήλωση είχε υποβάλει κατά το έτος 2011 και επομένως δεν εξηγείται με την λογική ποιος ο λόγος να μην την επανυποβάλει εφόσον αυτό αποτελούσε μια τυπική προϋπόθεση.
Σε κάθε περίπτωση πάντως το ανωτέρω γεγονός ακόμα και αν είναι αληθινό, δεν μπορεί να αποτελέσει σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος.". Από τις εκτεθείσες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 299, 914, 919 και 932 του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Είναι δε σαφείς και πλήρεις οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλομένης, τόσον ως προς την ηθική βλάβη που υπέστη ο αναιρεσίβλητος από την αδικοπραξία των οργάνων της αναιρεσείουσας, συνισταμένη στο ότι προσεβλήθη παράνομα και υπαίτια η προσωπικότητά του, καθόσον, με το περιεχόμενο των ως άνω σπουδαίων λόγων, εμφανίζεται ως ανεπαρκής και ακατάλληλος υπάλληλος, επί πλέον δε δημιουργούνται σαφείς υπόνοιες για το πρόσωπό του για ύποπτες συναλλαγές με προμηθευτές δικαιούχων κρατικών ενισχύσεων, οι οποίοι ελέγχονταν για το αδίκημα της απάτης και περαιτέρω αφήνονται σαφείς αιχμές από την άρνησή του να υπογράψει την με βάση το κοινοτικό δίκαιο προβλεπόμενη υπεύθυνη δήλωση μη σύγκρουσης συμφερόντων, όσον και ως προς τον προσδιορισμό της εύλογης αποζημίωσης που δικαιούται, για τον οποίο έλαβε υπόψη την υπαιτιότητα των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας, το είδος και το βαθμό αυτής, και τις εν γένει συνθήκες υπό τις οποίες τα όργανα αυτής εκδήλωσαν την αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά τους, όπως ειδικότερα περιγράφονται στις προεκτεθείσες παραδοχές της.
Οι ως άνω δε συνθήκες (βαθμός πταίσματος, μέγεθος προσβολής, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κλπ), οι οποίες ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, και για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασής του, ενόψει ότι το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκειμένη, κατ' αρχάς, σε αναιρετικό έλεγχο, δεν ήταν απαραίτητη η παράθεση των ειδικότερων προσδιοριστικών αυτών στοιχείων σ' αυτήν.
Ειδικότερα δε ως προς το στοιχείο της υπαιτιότητας, στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν αναγκαίος ο ειδικότερος προσδιορισμός του δόλου (πρόθεσης) των οργάνων της αναιρεσείουσας, ενόψει ότι, υπό τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και το σύνολο των παραδοχών αυτής, η συμπεριφορά αυτών, υπό τις αναλυτικά εκτιθέμενες συνθήκες, σε συνδυασμό με το πλήθος των επικαλουμένων από την αναιρεσείουσα πραγματικών περιστατικών, τα οποία στο σύνολο τους ήταν αβάσιμα και αναληθή, μειωτικά της τιμής και της υπόληψης του αναιρεσιβλήτου, ως προσώπου και υπαλλήλου, συνιστά παράνομη και υπαίτια πράξη, αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, εμπεριέχουσα και το στοιχείο του δόλου, δεν ήταν δε απαραίτητη και σχετική πανηγυρική διατύπωση του είδους της υπαιτιότητας, το οποίο αυτονοήτως περιλαμβάνεται στις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, η αναιρεσείουσα με τον Γ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα, όπως αβάσιμος είναι και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Ακολούθως, αφού η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του ανωτέρω ερευνηθέντος πρώτου λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που προεκτέθηκε. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183 και 191 παρ. 2 του KΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 221/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Απριλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ