Legislator Case Law & Legislation
580/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and rejects claim due to insufficient legal basis for unjust enrichment argument.

Case Number 580/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision to reject the plaintiff's claim. The plaintiff argued for the dismissal of the lawsuit based on the invalidity of the employment contract and sought additional relief under unjust enrichment. The court held that while the invalidity of the contract was established, the claim for unjust enrichment required a specific reference to this invalidity, which was missing from the supplementary grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 522, 535 para. 1, 536 para. 2 of the Code of Civil Procedure; When a claim is based on unjust enrichment, the invalidity of the underlying contract must be explicitly cited as the legal basis for the unjust enrichment claim, whether primary or supplementary.

Keywords

AI generated
unjust enrichment invalid contract supplementary grounds Code of Civil Procedure legal basis requirement dismissal of appeal civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 569 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 535 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 536 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 580 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 580/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα Ιωάννινα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Κώτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) … και 52) ..., όλων κατοίκων ..., εκ των οποίων, ο με α/α αναίρεσης 2ος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Πολυμέρου και οι με α/α αναίρεσης 1ος, 3ος, 4ος, 27ος, 34ος των αναιρεσιβλήτων, παραστάθηκαν δια του ανωτέρω πληρεξουσίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. 'Ολοι οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν η 437/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 103/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-4-2019 αίτησή της και τους από 22-1-2020 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγονται προς συζήτηση 1) η από 23.4.2019 και με αριθμό κατάθεσης 57/24.4.2019 αναίρεση κατά της 103/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως εφετείο και 2) οι από 22.1.2020 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που έχουν ασκηθεί παραδεκτά, καθώς η μεν αναίρεση ασκήθηκε, κατ' άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν παρέλθει διετία από την έκδοση της απόφασης (επίδοση της οποίας δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας), οι δε πρόσθετοι λόγοι με κατάθεση ιδιαίτερου δικογράφου και επίδοση αυτού στους αναιρεσιβλήτους μέσα στην προθεσμία των τριάντα πλήρων ημερών πριν από τη δικάσιμο που ορίστηκε αρχικά για την αναίρεση, στις 19.5.2020, όπως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ (βλ.

σχετικά τις 8994-8999/10.3.2020, 9001-9015/11.3.2020, 9019-9029/12.3.2020, 9031-9033/13.3.2020, 90359038/13.3.2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας Εφετείου Ιωαννίνων Α. Τ., 1556-1557/13.3.2020, 1558-1561/30.3.2020, 1562-1565/31.3.2020 και 1566-1568/1.4.2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας Εφετείου Ιωαννίνων Ι. Χ.). Επομένως πρέπει να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), και να ερευνηθούν για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων τους, ερήμην των απολειπομένων πέμπτου έως και εικοστού έκτου, εικοστού όγδοου έως και τριακοστού τρίτου και τριακοστού έκτου έως και πεντηκοστού δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για τη δικάσιμο της 19ης.5.2020 (βλ.

τις 8829-8835/4.12.2019, 8839-8840/5.12.2019, 8844-8849, 8853-8855/9.12.2019, 8888/13.12.2019 και 8860/11.12.2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας Εφετείου Ιωαννίνων Α. Τ. καθώς και τις 1425-1427 και 1429/5.12.2019, 1430-1432/6.12.2019, 1433-1439/9.12.2019, 1443 και 1446/10.12.2019, 1451-1452/11.12.2019 και 1457-1458/16.12.2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας Εφετείου Ιωαννίνων Ι.

Χ., βλ. ακόμη και την 8852/6.12.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Α. Τ. που αφορά στην επίδοση του δικογράφου της αναίρεσης στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Πολύμερο Ηλία, δικηγόρο του ΔΣ Ιωαννίνων, ο οποίος, ωστόσο, είναι νόμιμα διορισμένος αντίκλητος, κατ' άρθρο 96 ΚΠολΔ, μόνο για τον πέμπτο από τους απόντες αναιρεσιβλήτους, μετά του οποίου είχε παρασταθεί κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο).

Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της πανδημίας και προσδιορίστηκε στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με πράξη του Προέδρου του Τμήματος και εγγραφή στο πινάκιο, οπότε ισχύει ως κλήτευση των απόντων αναιρεσιβλήτων (άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 που κύρωσε τις από 13.4.2020 και 1.5.2020 Π.Ν.Π σε συνδυασμό με άρθρο 226 παρ. 4 εδ.

β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου κώδικα). Επομένως η συζήτηση θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

ΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 178, 179 ΑΚ που δεν επιτρέπουν αντίθετες συμφωνίες (ΑΠ 12/2008, 845/2019, 49/2021).

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Αντιβαίνει δε σε απαγορευτική διάταξη νόμου μια δικαιοπραξία όχι μόνο όταν έρχεται σε αντίθεση με αυτόν ευθέως, αλλά και όταν επιδιώκεται με αυτήν αποτέλεσμα που αποδοκιμάζεται από το νόμο.

Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών, που γίνονται για καταστρατήγηση του νόμου, θεμελιώνεται στη λογική αρχή ότι ο νομοθέτης, απαγορεύοντας ορισμένη δικαιοπραξία, διότι αποδοκιμάζει τον οικονομικό και γενικά κοινωνικό σκοπό που επιδιώκεται με αυτήν, εκφράστηκε κατά τρόπο στενότερο από ότι επιβαλλόταν σύμφωνα με την πραγματική του βούληση.

Η διάγνωση της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, που επιχειρείται προς καταστρατήγηση του νόμου, εξαρτάται από την ερμηνεία της υπό καταστρατήγηση διάταξης και, στην περίπτωση που συντρέχουν οι όροι της επέκτασης της απαγόρευσης είτε με διασταλτική είτε με αναλογική ερμηνεία της διάταξης, η δικαιοπραξία είναι άκυρη από μόνο το λόγο ότι αντιστρατεύεται αντικειμενικά το πνεύμα και το σκοπό διάταξης με χαρακτήρα δημόσιας τάξης, είτε αυτή είναι απαγορευτική είτε επιτακτική (ΑΠ 996/2011, 1220/2012, 676/2014, 781/2020).

Περαιτέρω, η ακυρότητα της δικαιοπραξίας, που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, χωρεί όταν δεν συνάγεται, ρητά ή σιωπηρά, άλλη (διαφορετική) συνέπεια για την παράβαση όπως αποζημίωση ή ποινή (ΑΠ 377/1974), διότι ενδεχομένως η απαγόρευση έχει άλλο στόχο, όπως λ.χ. η απαγόρευση αγοραπωλησιών στα καταστήματα τις αργίες, η οποία στοχεύει στην προστασία των εργαζομένων.

Έτσι, όταν η ακυρότητα δεν απαγγέλλεται ρητά, το είδος της κύρωσης που προβλέπει ο νόμος προκύπτει από την ερμηνεία της διάταξης. Επομένως, όταν με τη δικαιοπραξία καταστρατηγείται απαγορευτική ή επιτακτική διάταξη νόμου, το γεγονός ότι με αυτήν προβλέπονται κυρώσεις που ενδεχομένως στοχεύουν στην αποτροπή της καταστρατήγησης, δεν συνεπάγεται, άνευ ετέρου, ότι οι συνέπειες περιορίζονται στην επιβολή των κυρώσεων, αποκλείοντας την ακυρότητα της δικαιοπραξίας, διότι η τελευταία αυτή συνέπεια εξαρτάται πάντοτε από το σκοπό της διάταξης.

Αν σκοπός της διάταξης είναι να αποφευχθεί το αποτέλεσμα που επέρχεται με την εκπλήρωση της δικαιοπραξίας, η τελευταία είναι άκυρη και, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 180 ΑΚ, θεωρείται σαν να μην έγινε. Η ακυρότητα είναι απόλυτη και επέρχεται αυτομάτως και ανεξάρτητα από τη γνώση της απαγορευτικής διάταξης ή την πρόθεση της παράβασής της, προτείνεται κατά παντός με αγωγή ή με καταχρηστική ένσταση και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον υποβληθούν τα πραγματικά περιστατικά που την συνιστούν (ΑΠ 1397/2012).

Επιπλέον, είναι οριστική και αθεράπευτη και η σχετική δικαιοπραξία δεν κυρώνεται από την τυχόν εκπλήρωσή της, εκτός από τις εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται στο νόμο όπως στις διατάξεις των άρθρων 498 εδ. β, 849 εδ. β, 1872 εδ. β` ΑΚ και 869 παρ. 1, εδ. β ΚΠολΔ (ΑΠ 1929/2009).

ΙΙΙ. Περαιτέρω, με το π.δ. 54/1998, για τον κανονισμό ωρών εργασίας προσωπικού ΚΤΕΛ (ΦΕΚ Α'54/1998), το οποίο είχε εκδοθεί δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 21 παρ. 2 ν.δ. 102/1973, όπως αυτό ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το π.δ. 246/2006, ορίζονταν τα εξής: άρθρο 3 "η διάρκεια της περιόδου εργασίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τις οκτώ (8) ώρες ημερησίως και τις σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως, με σύστημα εβδομαδιαίας εργασίας πέντε (5) εργασίμων ημερών.

Υπάρχει δυνατότητα παράτασης της ημερήσιας περιόδου εργασίας μέχρι μία (1) ώρα την ημέρα, ώστε η συνολική διάρκειά της να φθάνει μέχρι εννέα (9) ώρες ημερησίως και δύο φορές την εβδομάδα, κατά μία ώρα επί πλέον, ώστε η συνολική διάρκειά της, να φθάνει τις δέκα (10) ώρες τις δύο αυτές ημέρες την εβδομάδα, αλλά η συνολική διάρκεια της εβδομαδιαίας εργασίας δεν θα υπερβαίνει τις σαράντα πέντε (45) ώρες συνολικά, με την επιφύλαξη του άρθρου 6 (παρ. 1 και 2).

Η ημερήσια περίοδος εργασίας περιλαμβάνει χρόνο: α) ελέγχου και παραλαβής του λεωφορείου, β) άγονης διαδρομής, γ) φορτοεκφόρτωσης των αποσκευών, δ) οδήγησης στο λεωφορείο, ε) διαλείμματος, στ) αναμονής, ζ) παράδοσης των εισπράξεων, η) παραμονής του λεωφορείου σε πλωτό μέσο, θ) εφεδρείας ετοιμότητας (παρ. 3).

Ο χρόνος ελέγχου και παραλαβής του λεωφορείου, ορίζεται σε δέκα πρώτα λεπτά της ώρας. Ο χρόνος άγονης διαδρομής ορίζεται σε 15 λεπτά της ώρας, για κάθε διαδρομή από τον χώρο στάθμευσης στον χώρο επιβίβα¬σης των επιβατών και σε δέκα λεπτά, για κάθε διαδρομή από τον χώρο αποβίβασης των επιβατών στον χώρο στάθμευσης.

Δεν υπολογίζεται ο χρόνος άγονης διαδρομής, όταν: α) ο χώρος στάθμευσης του λεωφο¬ρείου είναι ίδιος με τον χώρο επιβίβασης ή αποβίβασης των επιβατών και β) (όταν) ο χρόνος άγονης διαδρομής συμπίπτει με τον χρόνο εκτέλεσης άλλης εργασίας, από αυτές, που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο". Άρθρο 4: "1. Διάλειμμα είναι το ενδιάμεσο διάστημα παύσεως της ημερήσιας περιόδου εργασίας, κατά τη διάρκεια του οποίου ο εργαζόμενος δεν μπορεί να εκτελεί άλλη εργασία. 2.

Μετά από οδήγηση στο λεωφορείο 4,5 ωρών θα πρέπει να δίδεται διάλειμμα 45 λεπτών τουλάχιστον, εκτός αν ακολουθεί περίοδος ανάπαυσης του οδηγού. 3. Το διάλειμμα αυτό μπορεί να αντικαθίσταται από διαλείμματα 15 τουλάχιστον λεπτών το καθένα, τα οποία θα κατανέμονται κατά τέτοιο τρόπο κατά την περίοδο οδήγησης ώστε να τηρούνται οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2. 4.

Οι οδηγοί και οι εισπράκτορες των αστικών λεωφορείων ΚΤΕΛ απλής φυλακής δικαιούνται ενός τουλάχιστον 30λέπτου διαλείμματος εντός της ημερήσιας εργασίας, που πραγματοποιείται στο τέρμα ή την αφετηρία της διαδρομής των λεωφορείων και θα πρέπει να δίνεται κατά το δυνατόν στο ενδιάμεσο του χρόνου απασχολήσεως.

Σε περίπτωση κατά την οποία διαλείμματα από την οδήγηση που υπερβαίνουν τα 30λεπτά, υπάρχει φόβος να παρακωλύσουν την κυκλοφορία σε αστικές περιοχές, ενώ δεν είναι δυνατή η παρεμβολή 15λέπτου διαλείμματος πριν από την ολοκλήρωση 4 ωρών, κατά παρέκκλιση της παρ. 2, το ελάχιστον διάλειμμα ορίζεται σε 30 λεπτά, μετά από περίοδο οδήγησης που δεν υπερβαίνει τις 4 ώρες.

Και σε αυτή την περίπτωση ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 2" .Άρθρο 6: "υπερωριακή εργασία νοείται κάθε υπέρβαση της κατά το άρθρο 3 ημερήσιας περιόδου εργασίας (8 ώρες ημερησίως). Υπέρβαση των κατά την προηγουμένη παράγραφο ορίων ημερήσιας περιόδου εργασίας ή απασχολήσεως, λογιζόμενη ως υπερωρία, επιτρέπεται στις παρακάτω περιπτώσεις:

α) εκτέλεση ενός δρομολογίου, διάρκειας μεγαλύτερης του οριζομένου στο άρθρο 3 ορίου εργασίας, που μπορεί να προβλεφθεί, β) εξαιρετικής σώρευσης εργασίας, που μπορεί να προβλεφθεί και γ) παραμονών των εξαιρέσιμων ημερών ή τοπικών εορτών. Οι κατά τα ανωτέρω υπερωρίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις δύο (2) ώρες κάθε ημέ¬ρα ούτε τις 120 ώρες ετησίως. 4.

Κατ' εξαίρεση επίσης επιτρέπεται υπέρβαση των κατά την προηγούμενη παράγραφο οριζομένων υπερωριών, στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Επειγούσης φύσεως εργασιών παροδικού χαρακτήρα ή εξαιρετικής επείγουσας ανάγκης εξυπηρέτησης του κοινού, οι οποίες δεν μπορούν να προβλεφθούν. β) Επείγουσας εργασίας, η εκτέλεση της οποίας είναι αναγκαία για την πρόληψη ατυχημάτων, την οργάνωση μέτρων σωτηρίας ή την αντιμετώπιση επελθουσών αιφνίδιων ζημιών στα αυτοκίνητα.

γ) Επιβαλλομένης επισκευής αυτοκινήτων ή καθυστέρηση εκτέλεσης δρομολογίων οφειλομένων σε ανωτέρα βία. δ) Επιστρατεύσεως ή οσάκις παρίσταται ανάγκη στρατιωτικών μεταφορών με λεωφορεία αυτοκίνητα. ε) Ανωτέρας βίας. στ) Απρόοπτου κωλύματος ή απρόβλεπτης καθυστέρησης υπαλλήλου για ανάληψη υπηρεσίας. 5.

Οι κατά τα ανωτέρω υπερωρίες συνυπολογιζομένων και αυτών που ορίζονται στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου, δεν μπορούν να υπερβαίνουν κατ` ανώτατο όριο για κάθε ημέρα τις τρεις (3) ώρες και τις 180 ώρες ετησίως." Με το άρθρο 10 του διατάγματος ορίζεται λεπτομερώς ο τρόπος με τον οποίο δημοσιοποιείται και είναι πρόσφορο προς έλεγχο από τις δημόσιες αρχές το ωράριο του προσωπικού με ειδικά έντυπα που τηρούνται στα γραφεία των ΚΤΕΛ, αλλά και με βιβλία δρομολογίων που τηρούνται εντός των οχημάτων κατά την ώρα της κίνησης αυτών, ενώ, τέλος στο άρθρο 11 προβλεπόταν η δυνατότητα υποβολής μηνύσεως από τον προϊστάμενο της οικείας Επιθεώρησης Εργασίας για παράβαση του τότε ισχύοντος άρθρου 458 ΠΚ, αλλά και επιβολής προστίμων στην περίπτωση που διαπίστωνε παραβίαση των διατάξεων του π.δ.

Το εν λόγω π.δ. αντικαταστάθηκε από το π.δ. 246/2006 (ΦΕΚ Α'261/2006), το οποίο εκδόθηκε δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 2963/2001 και το οποίο στα άρθρα 30 έως και 33 διατήρησε αυτούσιες τις ρυθμίσεις του προηγούμενου π.δ. σχετικά με το ωράριο των εργαζομένων, κατήργησε όμως τις προβλεπόμενες από το προηγούμενο π.δ.

ποινικές και διοικητικές κυρώσεις.

IV. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 288 της ΣΛΕΕ, ο κανονισμός που εκδίδεται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης έχει γενική ισχύ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κανονισμός αποτελεί πηγή παράγωγου ευρωπαϊκού δικαίου (της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και ότι έχει άμεση εφαρμογή, τιθέμενος σε ισχύ από την έκδοση και δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελώντας πλέον μέρος του εφαρμοστέου εσωτερικού δικαίου κάθε κράτους μέλους, χωρίς να απαιτείται, κατ' αρχήν, για την εφαρμογή του η λήψη μέτρων από τις εθνικές αρχές (ΑΠ 93/2017).

Με τον 561/2006 Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου επιδιώκεται η εναρμόνιση ορισμένων διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών, στους όρους ανταγωνισμού στις χερσαίες μεταφορές και ιδίως στον οδικό τομέα, καθώς και στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και της οδικής ασφάλειας. Στο προοίμιο του κανονισμού διαπιστώνεται πως για να εξασφαλισθεί ουσιαστική επιβολή του νόμου, έχει ουσιώδη σημασία να μπορούν οι αρμόδιες αρχές, όταν διενεργούν καθ' οδόν ελέγχους και ύστερα από μεταβατική περίοδο, να εξακριβώνουν ότι οι χρόνοι οδήγησης και οι περίοδοι ανάπαυσης έχουν τηρηθεί ορθώς κατά την ημέρα του ελέγχου και κατά τις προηγούμενες 28 ημέρες (σημείο 14).

Διαπιστώνεται επίσης ότι, σύμφωνα με τους κανόνες του κανονισμού της ΕΟΚ με αριθμό 3820/85, είναι δυνατόν να προγραμματίζονται οι ημερήσιες περίοδοι οδήγησης και τα διαλείμματα κατά τρόπο ώστε να μπορεί ένας οδηγός να οδηγεί για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς πλήρες διάλειμμα, με αποτέλεσμα μειωμένη οδική ασφάλεια και επιδείνωση των συνθηκών εργασίας των οδηγών.

Ως εκ τούτου, ενδείκνυται να εξασφαλισθεί ότι η κατανομή των διαλειμμάτων διευθετείται κατά τρόπο που να αποφεύγονται οι καταχρήσεις (σημείο 16). Αναφέρεται ότι ο κανονισμός αποσκοπεί στη βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών των εργαζομένων τους οποίους καλύπτει καθώς και στη γενική βελτίωση της οδικής ασφάλειας.

Ο σκοπός αυτός επιδιώκεται κυρίως με τις διατάξεις που αφορούν τον μέγιστο χρόνο οδήγησης ανά ημέρα, ανά εβδομάδα και ανά δεκαπενθήμερο, με τη διάταξη η οποία υποχρεώνει τον οδηγό να λαμβάνει μία κανονική περίοδο εβδομαδιαίας ανάπαυσης τουλάχιστον ανά δεκαπενθήμερο και με τις διατάξεις που ορίζουν ότι η περίοδος ημερήσιας ανάπαυσης δεν θα πρέπει να διαρκεί επ' ουδενί λιγότερο από εννέα συνεχείς ώρες.

Επισημαίνεται, τέλος, ότι οι εν λόγω κανόνες θα πρέπει να παρέχουν επαρκή προστασία όσον αφορά τις επιτρεπόμενες περιόδους οδήγησης καθώς και τα διαλείμματα και τις περιόδους ανάπαυσης που επιβάλλονται (σημείο 26). Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του κανονισμού ορίζεται ότι αυτός θεσπίζει τους κανόνες που διέπουν το χρόνο οδήγησης, τα διαλείμματα και τις περιόδους ανάπαυσης των οδηγών που απασχολούνται στην οδική μεταφορά εμπορευμάτων και επιβατών με σκοπό την εναρμόνιση των όρων ανταγωνισμού μεταξύ των τρόπων χερσαίων μεταφορών, ιδιαίτερα στον οδικό τομέα, καθώς και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και της οδικής ασφάλειας.

Ειδικότερα ορίζονται τα ακόλουθα: Άρθρο 2, παρ. 1: Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις οδικές μεταφορές: α) εμπορευμάτων.... ή β) επιβατών με οχήματα τα οποία είναι κατασκευασμένα ή διαμορφωμένα με μόνιμο τρόπο και κατάλληλα για τη μεταφορά άνω των εννέα ατόμων, συμπεριλαμβανομένου του οδηγού, και προορίζονται για το σκοπό αυτόν.

Παρ. 2: Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται, ανεξάρτητα από τη χώρα εκδόσεως της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος, όταν η οδική μεταφορά πραγματοποιείται: α) αποκλειστικά εντός της Κοινότητας...Άρθρο 6 παρ. 1: Ο ημερήσιος χρόνος οδήγησης δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 9 ώρες. Ωστόσο, ο ημερήσιος χρόνος οδήγησης μπορεί να παρατείνεται σε 10 ώρες κατ' ανώτατο όριο, όχι περισσότερες από δύο φορές στη διάρκεια της εβδομάδας...Άρθρο 7:

Μετά από περίοδο οδήγησης τεσσερισήμισι ωρών, ο οδηγός κάνει διάλειμμα 45 τουλάχιστον λεπτών χωρίς διακοπή, εκτός εάν λάβει περίοδο ανάπαυσης. Το διάλειμμα αυτό μπορεί να αντικαθίσταται από διάλειμμα τουλάχιστον 15 λεπτών, που ακολουθείται από διάλειμμα τουλάχιστον 30 λεπτών, τα οποία κατανέμονται μέσα στην περίοδο οδήγησης κατά τρόπον ώστε να γίνονται σεβαστές οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου.

Άρθρο 10 παρ. 1: Η επιχείρηση μεταφορών δεν αμείβει τους οδηγούς που απασχολεί ή διαθέτει, ακόμη και εάν οι αμοιβές έχουν τη μορφή επιδόματος ή μισθολογικής αύξησης, σε συνάρτηση με τις διανυόμενες αποστάσεις ή/και με τον όγκο των μεταφερομένων εμπορευμάτων, εάν οι αμοιβές αυτές είναι τέτοιας φύσεως ώστε να θέτουν σε κίνδυνο την οδική ασφάλεια ή/και να ενθαρρύνουν την παράβαση του παρόντος κανονισμού.

Εξάλλου, ηθική βλάβη είναι η ζημία εκείνη που δεν αποτιμάται σε χρήμα, αλλά συνίσταται στην "απώλεια" ή απομείωση αγαθών που δεν αντιστοιχούν σε αποτιμητή αξία (λ.χ. πόνος, ψυχική ταλαιπωρία, στενοχώρια). Σε αντιδιαστολή με την περιουσιακή ζημία, η ηθική βλάβη αποκαθίσταται κατά την ΑΚ 299 με τη μορφή χρηματικής ικανοποίησης μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος.

Η επιλογή αυτή του νομοθέτη οφείλεται στις επιφυλάξεις ότι η παροχή χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση κάθε περίπτωσης μη περιουσιακής βλάβης θα οδηγούσε στην εμπορευματοποίηση των ηθικών αγαθών και αξιών. Επομένως δεν νοείται, υπό το ισχύον δίκαιο, η βάσει συμφωνίας πρόβλεψη για την εκ μέρους του εργοδότη καταβολή, σταθερά και με περιοδικότητα, χρηματικής ικανοποίησης, για την ηθική βλάβη που υφίσταται εργαζόμενος λόγω της συστηματικής υπέρβασης των νόμιμου ωραρίου του, στην περίπτωση δε των οδηγών που απασχολούνται στην οδική μεταφορά προσώπων μια τέτοια παροχή, με την οποία ο οδηγός προτρέπεται να παραβιάσει τα χρονικά όρια οδήγησης του οχήματός του, εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 10 του Κανονισμού.

V. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτό αφορούν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές...".

VI. Με την από 2.10.2012 αγωγή τους στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, πλην του 36ου ενάγοντος Γ. Γ. του Κ., για τον οποίον δηλώθηκε διακοπή της δίκης λόγω θανάτου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ιστορούσαν ότι, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρείχαν την εργασία τους στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ΚΤΕΛ Α.Ε.

Ιωαννίνων με την ιδιότητα του οδηγού. Ότι τα χρονικά όρια εργασίας τους ρυθμίζονταν από τις διατάξεις του π.δ. 54/1998 και στη συνέχεια από τις ομοίου περιεχομένου διατάξεις του π.δ. 246/2006. Ότι η τήρηση των ως άνω χρονικών ορίων, ημερησίων και εβδομαδιαίων, με τα διαλείμματα, τις ώρες υποχρεωτικής ανάπαυσης, την εργασία κατά τις Κυριακές και τις αργίες ήταν δυσχερής για την εναγομένη, που είναι μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις υπεραστικών λεωφορείων της Χώρας, προκαλούσε δε την αύξηση του λειτουργικού της κόστους.

Ότι η διοίκηση αυτής προήλθε σε συμφωνίες με τη διοίκηση του σωματείου τους, με τις οποίες επιτρεπόταν η εργασία τους κατά παρέκκλιση (υπέρβαση) των ορισμών του π.δ. και του νόμιμου προγράμματος εργασίας. Ότι ως αντιστάθμισμα συμφωνήθηκε αρχικά οι οδηγοί να λαμβάνουν την αμοιβή για την υπερωριακή τους εργασία προσαυξημένη κατά 100%, ανεξάρτητα από το αν επρόκειτο για νόμιμη ή παράνομη υπερωρία και στη συνέχεια (περί το έτος 2000) να λαμβάνουν κατ' έτος το ποσό των 216.000 δραχμών ή 633,90 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υφίσταντο από τη "μη κατά γράμμα εφαρμογή του προαναφερόμενου π.δ.", κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο από 11.7.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνυπέγραψαν οι δυο διοικήσεις.

Ότι ως ημερομηνία έναρξης καταβολής του παραπάνω ποσού συμφωνήθηκε η 1.7.2000 και προβλέφθηκε αφενός η καταβολή αυτού σε άτοκες δόσεις κατά τη διάρκεια του έτους, αφετέρου η μειωμένη καταβολή του κατ' ανάλογο κλάσμα σε περίπτωση που κάποιος εργαζόμενος θα εργαζόταν λιγότερο από δώδεκα μήνες εντός του έτους.

Ότι ακολούθως η εναγομένη, από το έτος 2000 και εντεύθεν, κατέβαλλε στον καθένα από τους αναιρεσιβλήτους το ποσό των 633,90 ευρώ ετησίως σύμφωνα με την ανωτέρω συμβατική της υποχρέωση. Ότι η μακρόχρονη καταβολή του ανωτέρω ποσού εκ μέρους της εναγομένης, εκτός του ότι συνιστούσε εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης, έλαβε και τη μορφή επιχειρησιακής συνήθειας.

Ότι το έτος 2011 η διοίκηση της εναγομένης ζήτησε από το σωματείο των αναιρεσιβλήτων να δεχθεί περικοπή της ως άνω παροχής, επικαλούμενη τη σοβούσα οικονομική κρίση. Ότι το σωματείο τους αντέδρασε και δέχθηκε να συζητήσει την πρόταση της εναγομένης υπό τον όρο της αυστηρής τήρησης των χρονικών ορίων εργασίας, που ρυθμίζονταν πλέον από το π.δ. 246/2006.

Ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε το ως άνω ποσό για το έτος 2011 και δεν επρόκειτο να το καταβάλει ούτε για το έτος 2012, χωρίς, ωστόσο να προσαρμόσει τα προγράμματα εργασίας τους σύμφωνα με τα οριζόμενα στο π.δ. Σε ακολουθία του ιστορικού αυτού ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον καθένα τους το ποσό των 1267,80 ευρώ (633,90 Χ 2), με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.

Επικουρικά ζητούσαν το ίδιο ποσό με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, επιλαμβανόμενο της εφέσεως του υπεραστικού ΚΤΕΛ Ιωαννίνων κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, κατά την κύρια βάση της, η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε ότι υπό τα ιστορούμενα στην αγωγή περιστατικά η συμφωνία περί καταβολής στους οδηγούς των λεωφορείων του ποσού των 633,90 ευρώ ετησίως δεν έπασχε από ακυρότητα και απέρριψε τον λόγο της εφέσεως ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη, διότι η εν λόγω συμφωνία αντέκειτο σε απαγορευτική διάταξη νόμου, επικαλούμενο, προς θεμελίωση της απόψεώς του και τα εξής:

Ότι η ακυρότητα της δικαιοπραξίας που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, χωρεί μόνο όταν δεν συνάγεται ρητά ή σιωπηρά άλλη συνέπεια για την παράβαση, όπως αποζημίωση ή ποινή διότι ενδεχομένως η απαγόρευση έχει άλλο στόχο, όπως είναι στην κρινόμενη υπόθεση η προστασία των εργαζομένων, εκτός αν η ακυρότητα απαγγέλλεται ρητά και ότι στην προκείμενη περίπτωση η συμφωνία στην οποία προήλθαν τα διάδικα μέρη είναι καθόλα έγκυρη τόσο ως προς την κατά "παρέκκλιση" εφαρμογή του π.δ. 54/1998, όσο και ως προς την λόγω αυτής συμφωνηθείσα επίδικη μισθολογική παροχή, διότι ρητά από το άρθρο 11 αυτού (π.δ.) προβλεπόταν ως συνέπεια για την παράβαση των διατάξεων του ποινικές και διοικητικές κυρώσεις σε βάρος των υπευθύνων της εναγομένης και όχι ακυρότητες για αντίθετες συμφωνίες, ως προς δε την επίδικη παροχή διότι συνακολούθως, εφόσον η συμφωνία είναι έγκυρη, είναι έγκυρη και η παροχή.

Επιπλέον, η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι ακόμη και αν η συμφωνία ήταν άκυρη, αυτή είναι έγκυρη διότι στη σφαίρα του εργατικού δικαίου οι ακυρότητες που εμφανίζονται είτε στις συμβάσεις εργασίας είτε στην παροχή εργασίας εν γένει, δεν συνεπάγονται και στέρηση των δικαιουμένων συμβατικών ή νόμιμων αποδοχών για τους εργαζομένους και, επομένως, στην άκυρη σύμβαση εργασίας και στην παροχή εργασίας ο μισθωτός απαιτεί την αμοιβή του για την παρασχεθείσα εργασία με βάση τα διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, για δε τις υπόλοιπες (αποδοχές αδείας και επιδόματος αυτής, δώρα εορτών κ.τλ.) ευθέως σύμφωνα με τις συγκεκριμένες διατάξεις των νόμων που τις προβλέπουν βάσει της απλής σχέσης εργασίας...Ότι εξάλλου ούτε αλλαγή του νομοθετικού καθεστώτος υπήρξε αφού το π.δ. 246/2006 επανέλαβε αυτολεξεί τις διατάξεις του π.δ. 54/1998 αναφορικά με την περίοδο εργασίας και ότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του ως άνω συμφωνητικού τα συμβαλλόμενα μέρη προχώρησαν στην κατάρτισή του καθόσον η κατά γράμμα εφαρμογή του π.δ.

στην πράξη λόγω της ιδιαιτερότητας της λειτουργίας της επιχείρησης της εναγομένης θα προκαλούσε δυσχέρειες στην εκτέλεση των δρομολογίων του ΚΤΕΛ, καθώς και ταλαιπωρία στους εργαζομένους. Τέλος, δέχθηκε ότι επί 4 έτη και μετά την ισχύ του π.δ. 246/2006 η εναγομένη συνέχισε να καταβάλλει στους ενάγοντες την επίδικη παροχή παρότι στο εν λόγω π.δ., δεν προβλεπόταν, πλέον, ως συνέπεια για την μη τήρηση των διατάξεών του οι ως άνω κυρώσεις, και ότι από το ίδιο ως άνω συμφωνητικό προέκυψε ότι υπήρξε επιφύλαξη για κατάργηση της ένδικης συμφωνίας στο μέλλον, μόνο αν γινόταν εφαρμογή κατά γράμμα του π.δ. 54/1998, πράγμα το οποίο δεν συνέβη.

Στη συνέχεια απέρριψε το λόγο έφεσης με τον οποίον η αναιρεσείουσα παραπονούνταν για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ένστασής της για ακυρότητα της ως άνω συμφωνίας, λόγω της αντίθεσής της στις διατάξεις των ανωτέρω π.δ. Δεχόμενη τα ανωτέρω η αναιρεσιβαλλομένη έσφαλε ως προς την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του π.δ.

και του Κανονισμού τις οποίες, του μεν π.δ., εφάρμοσε εσφαλμένα, του δε Κανονισμού, δεν εφάρμοσε. Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλομένη έσφαλε δεχόμενη ότι οι διατάξεις του π.δ. τέθηκαν μόνο προς υπεράσπιση εργασιακών δικαιωμάτων και ότι, εφόσον η προβλεπόμενη από το αρχικό π.δ. κύρωση ήταν η επιβολή ποινικών και διοικητικών κυρώσεων, δεν ετίθετο θέμα ακυρότητας της δικαιοπραξίας με περιεχόμενο αντίθετο προς τις διατάξεις του.

Η αναιρεσιβαλομένη δεν διέγνωσε ότι οι ως άνω διατάξεις συνιστούν κανόνες δημόσιας τάξης με αμφιμερή ενέργεια και όχι μόνον υπέρ των εργαζομένων, οι οποίοι αποβλέπουν στην ασφάλεια της εκτελούμενης μεταφοράς προσώπων και στην οδική ασφάλεια γενικότερα, που αναμφιβόλως τίθεται σε κίνδυνο όταν δεν τηρούνται τα ωράρια εργασίας και τα διαλείμματα στην οδήγηση, με αποτέλεσμα να καταπονούνται τα φυσικά πρόσωπα που εκτελούν τη μεταφορά και να μειώνονται οι οδηγητικές τους ικανότητες, όπως η απαραίτητη ένταση της προσοχής και η ετοιμότητα προς αντίδραση.

Ειδικότερα δε, και ανεξαρτήτως του συνολικού χρόνου της ημερήσιας ή της εβδομαδιαίας εργασίας, σε διακινδύνευση τίθεται η κυκλοφορία και από την παράλειψη του προβλεπόμενου από τον Κανονισμό και το π.δ. σαρανταπεντάλεπτου διαλείμματος μετά από τέσσερις συνεχόμενες ώρες οδήγησης, κατάργηση στην οποία στόχευε η ανωτέρω συμφωνία.

Είναι δε αδιάφορο ότι την κατάργηση ή σύντμηση του διαλείμματος επιθυμούσαν και οι απασχολούμενοι στην αναιρεσείουσα οδηγοί, διότι έτσι θα μειωνόταν ο συνολικός χρόνος της ημερήσιας απασχόλησής τους. Τούτο, διότι όπως εκτέθηκε, τα ανωτέρω αυστηρά όρια του χρόνου εργασίας αποβλέπουν στην προστασία όχι μόνο των εργαζομένων αλλά και του κοινωνικού συνόλου, μέσω κανόνων δημόσιας τάξης, η παρέκκλιση από τους οποίους δεν είναι επιτρεπτή και καθιστά οποιαδήποτε συμφωνία που αντιστρατεύεται το σκοπό τους (δηλαδή την αναγκαστική και χάριν της οδικής ασφάλειας ελάχιστη ανάπαυση του οδηγού) άκυρη.

Η κατ' επίφαση επικαλούμενη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για την οποία η αναιρεσιβαλλομένη ορθώς διέγνωσε, όπως προκύπτει από τα συμφραζόμενα, ότι στην πραγματικότητα συνιστούσε αποζημίωση λόγω της υπέρβασης των χρονικών ορίων εργασίας ήταν, επομένως, παροχή απαγορευμένη, εφόσον ωθούσε το προσωπικό της αναιρεσείουσας στην ως άνω παραβίαση, ενώ το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα εκπλήρωνε την παροχή επί σειρά ετών και ανελλιπώς, δεν θεραπεύει το παράνομο της αιτίας της.

Την ακυρότητα αυτή έπρεπε να λάβει υπόψη του το δικαστήριο αποδεχόμενο το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας με την οποία επανέφερε την περί ακυρότητας της δικαιοπραξίας ένστασή της, που παραδεκτά είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Μάλιστα όφειλε να διαγνώσει την αντίθεση της συμφωνίας όχι μόνο στις διατάξεις των π.δ., όπως προτάθηκε με την ένσταση, αλλά και έναντι του κανονισμού, βάσει της γενικής αρχής jus novit curia, με την οποία αρκεί να εκτίθενται με πληρότητα τα πραγματικά γεγονότα που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό, χωρίς να απαιτείται ταυτόχρονα και η επίκληση της νομικής βάσης του (ΑΠ 493/2010).

Κατόπιν όφειλε να απορρίψει την αγωγή κατά την κύρια βάση της (είτε το επίδικο ποσό οφειλόταν ως αντάλλαγμα από τη συμφωνία είτε ως επιχειρησιακή συνήθεια) ως μη νόμιμη. Συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως και ουσιαστικά βάσιμοι και η απόφαση να αναιρεθεί, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Στη συνέχεια και επειδή δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), θα πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της από 27.7.2017 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας - αναιρεσείουσας, που ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με τον οποίον αυτή παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να εξαφανισθεί η 437/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων και η αγωγή, κατά την κύρια βάση της, να απορριφθεί ως μη νόμιμη.

Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βάσιμου λόγου εφέσεως κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά σε όλα τα δικαιώματά του το πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει όπως εκείνο και να λύσει όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.

Εάν η αγωγή έχει περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης οι οποίες έχουν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις βάσεις της αγωγής που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή (ΑΠ 770/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση πρέπει να απορριφθεί η αγωγή και κατά την επικουρική βάση της που στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Τούτο επειδή στη δικονομικά ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της σύμβασης εργασίας που διαγνώστηκε ήδη δικαστικά στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος, κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσης (ΟλΑΠ 22/2003), επιβάλλεται όμως, με ποινή το απαράδεκτο, για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης.

Το στοιχείο δηλαδή αυτό (της ακυρότητας της σύμβασης) πρέπει ν' αναφέρεται σε κάθε περίπτωση άσκησης αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είτε αυτός ζητείται κυρίως είτε επικουρικά (ΑΠ 390/2011, 680/2011, 1319/2013). Στην κρινόμενη περίπτωση από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι, με την επικουρική βάση αυτής, οι ενάγοντες ζητούν να τούς καταβληθούν τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Η αναφορά όμως στον αδικαιολόγητο πλουτισμό γίνεται επιγραμματικά και δεν αιτιολογείται με επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, στην οποία στηρίζεται η κύρια βάση της αγωγής. Επομένως η αγωγή είναι απορριπτέα και κατά την επικουρική της βάση λόγω της αοριστίας της και έτσι απορρίπτεται στο σύνολό της.

Η δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, αλλά και της παρούσας δίκης πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσιβλήτων που χάνουν τη δίκη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (176, 180 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 103/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 437/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ενάγοντες-εφεσιβλήτους-αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης-εκκαλούσας-αναιρεσείουσας ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ