Legislator Case Law & Legislation
580/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on fixed-term contract conversion to indefinite term.

Case Number 580/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Labor Court's decision rejecting their claim to convert successive fixed-term contracts into an indefinite-term contract. The appellants argued the court failed to consider their claim regarding permanent needs and ignored public documents proving the contracts were indefinite, but the court found these arguments were either explicitly rejected or irrelevant since the lower court had already dismissed the suit as legally inadmissible. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellants were ordered to pay the state's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 669 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider a substantive claim is baseless if the lower court explicitly or implicitly rejected the claim, and an appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the lower court dismissed the suit as legally inadmissible without examining the merits.

Keywords

AI generated
Labor Law Fixed-Term Contracts Indefinite-Term Conversion Appeal Admissibility Legal Costs Dismissal of Appeal Labor Dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 669 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 52 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
Case 247/2012
Case 50/2015
Case 3/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 580 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 580/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Χ. του Ι., κατοίκου … και 2) Κ. Γ. του Θ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευθυμίας Γκαράνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.05.2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3450/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4181/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10.09.2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Φέρεται προς συζήτηση η από 10.09.2018 (Γενικό αριθμό κατάθεσης 8401 και Ειδικό αριθμό κατάθεσης 704/27-9-2018) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ’ αριθ.4181/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 06.03.2014 και με αριθ.κατάθ. 1522/2014 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, κατά της υπ’ αριθ. 3450/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και μετά εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την από 20.05.2009 και με αριθ. κατάθ. 84656/2368/2009 αγωγή των συνολικά είκοσι ενός αρχικών εναγόντων και εκδίκαση της ως άνω αγωγής απέρριψε, εκτός των άλλων, ως μη νόμιμη την αγωγή της πρώτης και δεκάτου ογδόου των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων (οι υπόλοιποι ενάγοντες δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

[II] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι ούτε έχουν συμφωνήσει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια ως προς την παροχή της εργασίας ούτε μια τέτοια διάρκεια συνάγεται από το είδος ή το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκεια αυτής συνομολογείται μέχρι ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ενός μελλοντικού και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση κάποιου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του γεγονότος ή του χρονικού σημείου, η σύμβαση παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Ως εκ τούτου, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προ κύπτει από το είδος ή το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι το ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεώς της, η οποία επέρχεται χωρίς να χρειάζεται ούτε καταγγελία ούτε καταβολή αποζημιώσεως.

Εξ άλλου, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο κρίνει σχετικώς χωρίς να δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό, που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη και ερμηνεύει το περιεχόμενό της όπως απαιτούν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες η σύμβαση καταρτίσθηκε (ΟλΑΠ 18/2006).

[III] Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), συνάγεται ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από συγκεκριμένο λόγο, που μπορεί να ανάγεται ιδίως στις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης όπου παρέχεται η εργασία αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρεί ται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζόμενου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Επακολούθησε, όμως, ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: «οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων» (παρ. 1).

«Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες» (παρ.2).

Στη συνέχεια, στις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ’ άρθρο 259 ΠΚ. Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις άρθρου 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

[IV] Εξ άλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των παγίων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ, ορίζουν τα εξής:

«Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμοι για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου» (παρ.2).

«Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται» (παρ.3).

Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α’ 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ.7, που προβλέπει ότι «Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, (...) γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει».

Επίσης, στο ίδιο άρθρο 103 προστέθηκε παρ.8, που προβλέπει ότι:

«Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ.3, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ.2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου».

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους ο ποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας Ιδιωτικού δικαίου είτε για την κάλυψη οργανικών θέσεων πέραν των προβλεπομένων είτε για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών.

Όπως δε προκύπτει από τις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες (βλ, Πρακτικά Συνεδριάσεως της Βουλής ΡΜΔ/21-3-2001, σελ, 731,744, 754, 755 και ΡΜΕ/21-3-2001 σελ 768, 771, 772, 782) μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και, μάλιστα, όχι μόνο εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που, πράγματι, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Γι’ αυτό και πρόσθεσε την πιο πάνω διάταξη του εδ. γ’ της παρ.8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία, πλέον, αδιακρίτως απαγορεύει και την από το νόμο, ακόμη, μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.

Έτσι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν συμβαίνει αυτό, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν, 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19/2007, πρβλ. ΟλΑΠ 7/2011 για το πριν από την αναθεώρηση του Συντάγματος χρονικό διάστημα).

[V] Από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ.3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της ΕΕ, συνάγεται ότι οι Οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης, στο οποίο απευθύνονται, καθ` όσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Γι’ αυτό απευθύνονται, κατ` ανάγκη, όχι απ’ ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος, που είναι αποδέκτης της Οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.

Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της, όμως, εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει εθνικό δίκαιο και των αντίστοιχων κρατικών φορέων.

Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι, δηλαδή, κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998).

[VI] Περαιτέρω, την 10.07.1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.06.1999, ύστερα από τη συμφωνία – πλαίσιο, την οποία συνήψαν την 18.03.1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNlCE και CEEP, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10.07.2001 με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10.07.2002, της οποίας η Ελλάδα έκανε χρήση.

Στο προοίμιο της Οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν ότι οι συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, αλλά και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, υπό ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.

Ειδικότερα, η Οδηγία ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση, που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή /και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να αξιολογεί τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και, ειδικότερα, καθορίζουν (α) αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, (β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και (γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

Επίσης, τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον Εθνικό νομοθέτη.

H επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει o εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.

Ο εθνικός νομοθέτης έχει ήδη εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π. δ. 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (02.04.2003 και 19.07.2004).

Στο άρθρο 5 του π.δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: «1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ’ όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.

2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφ’ όσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης.

3. [...]

4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου».

Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004 η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφ` όσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται o αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Εν όψει, όμως, του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν κατά τα προαναφερόμενα από την 19.07.2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την προβλεπόμενη προστασία από 10.07.2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία μέχρι την έναρξη ισχύος του διατάγματος.

Προστέθηκαν, λοιπόν, ως μεταβατικές, οι διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, που ορίζουν τα εξής: «Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφ’ όσον συντρέχουν, αθροιστικά, οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση (άρθρο 11 παρ.

Ια), Η με το π .δ. 164/2004 επιλογή από την ελληνική πολιτεία των ως άνω μέτρων για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.06.1999 έγινε, αφού λήφθηκαν υπόψη οι ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι, μεταξύ άλλων, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύ ση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, εξ ου και η θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προαναφέρθηκαν.

Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.04.2009 υποθέσεις C-378 έως C-380),ενώ η μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 του πιο πάνω Προεδρικού Διατάγματος, κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017).

Επομένως, εφ’ όσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Εν όψει, λοιπόν, αφ’ ενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφ’ ετέρου της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς τη ρηθείσα Οδηγία, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ’ επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10.07.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος αυτού (ΟλΑΠ 20/2007, ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 582/2020, ΑΠ 1221/2019, ΑΠ 1062/2019, ΑΠ 514/2019, ΑΠ 113/2009).

[VII] Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές,απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τoν εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 73/2020).

[VIII] Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την ένδικη, από 20.05.2009 και με αριθ. κατάθ. 84656/2368/2009 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η πρώτη ενάγουσα Γ. Χ. και ο δέκατος όγδοος ενάγων Κ. Γ. και ήδη αναιρεσείοντες, από τους συνολικά είκοσι ένα ενάγοντες που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, ισχυρίσθηκαν ότι προσελήφθησαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με διαδοχικά ανανεούμενες έγγραφες συμβάσεις που χαρακτηρίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου για να προσφέρουν τις υπηρεσίες του στο Υπουργείο Πολιτισμού.

Ότι ειδικότερα απασχολήθηκαν σε αυτό η μεν πρώτη ενάγουσα ως συντηρήτρια αρχαιοτήτων από 01.10.2001 έως 29.11.2002, Απρίλιο του 2003 έως 31.12.2003, 24.08.2004 έως 23.11.2004, 01.02.2005 έως 15.06.2005, 12.10.2005 έως 30.12.2005, 16.01.2006 έως 31.03.2008 και 14.04.2008 έως 31.03.2009, ο δε δέκατος όγδοος ενάγων ως νυχτοφύλακας από 01.11.2005 έως 31.12.2005, 28.07.2006 έως 31.12.2006, 27.02.2007 έως 15.12.2007, 08.06.2008 έως 15.10.2008, 24.10.2008 έως 31.12.2008 και 02.01.2009 έως 28.04.2009.

Ότι το εναγόμενο ανακοίνωσε την 31.03.2009 στη πρώτη ενάγουσα και την 28.04.2009 στον δέκατο όγδοο ενάγοντα ότι δεν αποδέχεται πλέον τις υπηρεσίες τους.

Ότι στην πραγματικότητα οι παραπάνω ενάγοντες παρείχαν από την αρχή ενιαία εξαρτημένη εργασία αορίστου χρόνου, αφού από την έναρξη της εργασιακής τους σχέσης σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών με μικρές διακοπές εργαζόταν καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, τηρώντας ωράριο και υποκείμενοι στις εντολές και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου διά του Υπουργείου Πολιτισμού, ο δε χαρακτηρισμός αυτών ως ορισμένου χρόνου έγινε προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.

Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, οι παραπάνω ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται εξ αρχής με το εναγόμενο με μια ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθούν ως άκυρες οι «καταγγελίες» των συμβάσεων εργασίας και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται πραγματικά την εργασία τους στο μέλλον, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης.

[IX] Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την 3450/2013 απόφασή του, έκανε δεκτή την αγωγή. Κατόπιν, μετά την άσκηση έφεσης από το εναγόμενο, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με αριθμό 4181/2015, με την οποία, εκτός των άλλων, κρίθηκε ότι η ένδικη αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα και τον δέκατο όγδοο ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντες δεν είναι νόμιμη.

Αιτιολογώντας την κρίση αυτή, το εφετείο διέλαβε ότι: «| […] οι ένδικες συμβάσεις της πρώτης ενάγουσας που καταρτίσθηκαν την 01.10.2001, δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος των παρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (17.04.2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και στην περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και περαιτέρω δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004, δεν μπορεί να γίνει μετατροπή των ορισμένου χρόνου συμβάσεων της ανωτέρω ενάγουσας σε συμβάσεις αορίστου χρόνου […].

Περαιτέρω οι ένδικες διαδοχικές συμβάσεις του δέκατου όγδοου ενάγοντα που καταρτίσθηκαν την 01.11.2005 συνήφθησαν ως ορισμένου χρόνου και μάλιστα, μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 (19.04.2004), κατ’ επιταγή των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος και του άρθρου 21 Ν. 2190/1994, βάσει των οποίων απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν οι συμβάσεις αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ως εκ τούτου δεν είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 8 π. 3 ν. 2112/1920.

Έτσι, ούτε το εναγόμενο είχε, υπό το κράτος του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, την ευχέρεια να συνάψει με τους ανωτέρω ενάγοντες συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε καταλείπεται, κατά την παρούσα δικαστική διαδικασία, πεδίο εκτίμησης των ένδικων συμβάσεων εργασίας του ενάγοντος αυτού, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Τέλος, ως προς τις συμβάσεις εργασίας του ανωτέρω ενάγοντος δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004, με την οποία προβλέπονται οι προϋποθέσεις για τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αόριστης διάρκειας στο δημόσιο τομέα, σε συμμόρφωση της Ελληνικής νομοθεσίας προς την οδηγία 1999/70/ΕΚ, αφού οι ένδικες συμβάσεις δεν εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα από την 10.07.2002 (ημέρα που έπρεπε να ενσωματωθεί στη Ελληνική έννομη τάξη η παραπάνω οδηγία) έως την 19.07.2004 (ημέρα της έναρξης ισχύος του Π.Δ. 164/2004) […]|»

Κατόπιν το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ` αριθ. 3450/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, εκτός των άλλων, απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη και δέκατο όγδοο των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ως μη νόμιμη.

[X] Με τα όσα δέχθηκε, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1,3 του ν. 2112/1920 ως ισοδύναμου νομοθετικού μέτρου προς την Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ, 14 παρ.1 και 21 του ν.2190/1994 και άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, διότι οι συμβάσεις των παραπάνω εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων είχαν καταρτισθεί με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, μετά τη συνταγματική μεταρρύθμιση του έτους 2001, οπότε, ακόμη και με την εκδοχή ότι απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση όχι εκτάκτων ή απρόβλεπτων, αλλά παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για την καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων της εργατικής, δεν ήταν δυνατό να μετατραπούν και να συνεχίσουν να εκτελούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου ούτε γενικώς, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ’ εξαίρεση, κατ’ εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, τις προϋποθέσεις των οποίων δεν πληρούσαν.

Συγκεκριμένα (κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα) η ως άνω 1η ενάγουσα συνήψε με το εναγόμενο επτά διαδοχικές συμβάσεις, εκ των οποίων την πρώτη τον Οκτώβριο του 2001 και την έβδομη στις 14.04.2008, ως προς τις οποίες δεν συντρέχει έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος ΠΔ 164/2004 (19.07.2004) η αθροιστικά απαιτούμενη προϋπόθεση (α) της συνολικής χρονικής διάρκειας διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος (19.07.2004), ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή οι μέχρι την 19.07.2004 ως άνω δύο πρώτες συμβάσεις από 01.10.2001 έως 29.11.2002, Απρίλιο του 2003 έως 31.12.2003 είχαν συνολική διάρκεια μικρότερη των 24 μηνών και συγκεκριμένα διάρκεια 23 μηνών , έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος ΠΔ 164/2004 (19.07.2004), ή (β) των τριών τουλάχιστον ανανεώσεων πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του ως άνω διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, αφού κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, είχε λάβει χώρα μόνο μία ανανέωση (τον Απρίλιο του 2003) πέραν της (από 01.10.2001) αρχικής σύμβασης της ως άνω 1ης ενάγουσας• ενώ δεν ασκούν έννομη επιρροή η μετά την 19.07.2004 καταρτισθείσες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας.

Περαιτέρω και ως προς τον δέκατο όγδοο ενάγοντα και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα δεν πληρούνται οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ 164/2004, εφόσον η πρώτη σύμβαση αυτού καταρτίσθηκε την 01.11.2005 μετά την έναρξη ισχύος την 19.07.2004 του ΠΔ 164/2004 (ΑΠ 315/2020).

Επομένως, ο τρείς πρώτοι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ.1,3 του ν. 2112/1920 ως ισοδύναμου νομοθετικού μέτρου προς την Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ, 14 παρ.1 και 21 του ν. 2190/1994 και ΠΔ 164/2004, 281, 671 ΑΚ είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα» νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012). Δεν ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, πλην τον απέρριψε, ρητά ή σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 50/2015).

Με το τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο τον ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ότι οι συμβάσεις εργασίας αυτών κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου- αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό και τον απέρριψε με την αιτιολογία ότι μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων σε αορίστου δεν είναι επιτρεπτή έστω και αν οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου αναιρεσιβλήτου.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ’ απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997).

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η του αριθμού 11 (γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα και επικαλούμενα δημόσια έγγραφα από τα οποία αποδεικνυόταν ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων – αναιρεσειόντων ήταν αορίστου χρόνου και είχαν καταρτισθεί ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου προσχηματικά για καταστρατήγηση της εργατικής νομοθεσίας. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη και δεν ερεύνησε ως προς αυτούς την υπόθεση κατ` ουσία, που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση της εκ του αριθμού 11 (γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας.

Συνακόλουθα και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2), της παρούσας αναιρετικής δίκης μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/ 1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.09.2018 και με αριθμό κατάθεσης 704/27.9.2018 αίτηση αναίρεσης της 4181/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2021

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ