Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to challenge the appeal court's inadmissibility ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the appeal court's decision. The appellant argued that the lower court erred in accepting the lawsuit against certain partners while rejecting it against others, claiming procedural flaws. However, the court ruled that the appeal court's decision to declare the lawsuit inadmissible regarding specific defendants cannot be challenged via cassation, rendering the appellant's other arguments irrelevant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; A cassation request cannot challenge a decision declaring a lawsuit inadmissible, and any other grounds raised are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 580 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 580/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Δ., κατοίκου Καλαμάτας, με την ιδιότητα του ομόρρυθμου εταίρου της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και διακριτικό τίτλο "... Ο.Ε.", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ. του Γ., ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του Α. Μ. και Γ. Μ., κατοίκων ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κατσά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 3) Π. Λ. του Κ., κατοίκου ...ς, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/1/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2007 μη οριστική και 194/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2014 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/4/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 10/3/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ? αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 592/2017, ΑΠ 720/2017).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ. 1, 3 και 2, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ.2 Ν. 3994/2011, 97 παρ. 1 και 104 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τον διάδικο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται, για την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, από τον εκπροσωπούμενο διάδικο, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας και την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση, ο οποίος θεωρείται δικονομικά απών (ΑΠ 1143/2014, ΑΠ 273/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσίβλητων δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει, ότι ο δικηγόρος του δικηγορικού συλλόγου Καλαμάτας Α. Κ., με την από 15.3.2017 δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωσε, ως πληρεξούσιος δικηγόρος όλων των αναιρεσίβλητων, ήτοι και των ως άνω απολειπόμενων, ότι αυτοί δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και συμφωνεί στη συζήτηση αυτής χωρίς την παρουσία του.
Όμως, προσκομίζεται μόνο το 11678/5.7.2016 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Μ. Ζ., με το οποίο δίδεται η πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ενώ δεν προσκομίζεται συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσίβλητων.
Συνεπώς, η προαναφερόμενη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ του πιο πάνω δικηγόρου δεν είναι έγκυρη αναφορικά με τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσίβλητους, οι οποίοι μη εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο στη δίκη, είναι απόντες. Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται ότι οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσίβλητων έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της υπόθεσης, αφού δεν προσκομίζονται εκθέσεις επιδόσεως της αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση αυτής από τους παριστάμενους διαδίκους, ούτε προκύπτει ότι επίσπευσαν τη συζήτηση της υπόθεσης οι ερημοδικαζόμενοι αναιρεσίβλητοι.
Ενόψει δε του ότι οι απολειπόμενοι τελούν σε σχέση απλής, και όχι αναγκαστικής, ομοδικίας με τον παριστάμενο πρώτο αναιρεσίβλητο, πρέπει, μόνο ως προς αυτούς, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 106/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι κατά της 194/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, εξαφάνισε στο σύνολό της την απόφαση αυτή και κρίνοντας κατ' ουσίαν απέρριψε την αγωγή ως προς τον αναιρεσείοντα ως απαράδεκτη.
Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσείων, διώκει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης προκειμένου να απορριφθεί η σε βάρος του αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά πρώτα, και μάλιστα αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι λόγοι του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης και ακολούθως, αν κρίνει αυτή παραδεκτή και νόμιμη, προχωρεί στην έρευνα του βάσιμου των λόγων της αναίρεσης.
Κύρια θετική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης είναι και το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναίρεσης του διαδίκου που επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Για την άσκηση αναίρεσης νομιμοποιείται γενικά κατά το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, μόνον ο ηττηθείς κατά κανόνα διάδικος. Ηττηθείς είναι ο διάδικος που βλάπτεται από το περιεχόμενο της απόφασης.
Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 640/2015).
Έτσι, ο εναγόμενος βλάπτεται και συνεπώς έχει έννομο συμφέρον για άσκηση αναίρεσης ώστε να μεταβάλει υπέρ αυτού την απόφαση και να αποτραπεί η επιβλαβής γι' αυτόν συνέπεια, όταν γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του ενάγοντος. Εξαίρεση του γενικού αυτού κανόνα, θεσπίζει η παράγραφος 2 του άρθρου 556 ΚΠολΔ, που επιτρέπει την άσκηση αναίρεσης και από το διάδικο που νίκησε, εφόσον αυτός έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68, πρέπει δε τούτο να αναφέρεται στο αναιρετήριο για τη νομιμοποίησή του.
Το έννομο συμφέρον, που πρέπει να είναι ατομικό και άμεσο, εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς, για το νικήσαντα διάδικο, συνέπειες (ΑΠ 41/2016). Ο εναγόμενος μπορεί να δικαιολογήσει έννομο συμφέρον, ως νικήσας διάδικος, για την άσκηση αναίρεσης, αν η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (ΑΠ 1850/2007, ΑΠ 175/2000).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο έγγραφο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Για την αναίρεση δε της απόφασης, όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και ο αναιρεσείων εναγόμενος επιδιώκει την απόρριψή της, ως ουσιαστικά αβάσιμης, πρέπει όχι μόνο να αναφέρεται αυτός ο σκοπός ως θεμελιωτικός του εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την άσκηση της αναίρεσης, αλλά να αποδίδεται σφάλμα στην απόφαση του Εφετείου, και ειδικότερα στη διάταξη αυτής περί απόρριψης, ως απαράδεκτης, της αγωγής ως προς τον αναιρεσείοντα.
Τούτο διότι, εάν δεν πλήττεται αυτή η διάταξη, παραμένει η αιτία απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης ως προς αυτόν, η οποία στηρίζει και το διατακτικό της απόφασης και δεν μπορεί να αναιρεθεί αντίθετα η απόφαση για άλλο λόγο που αφορά την ουσιαστική παραδοχή του Εφετείου, ως προς άλλους απλούς ομοδίκους του αναιρεσείοντος στη δίκη, αφού το Εφετείο δεν ερεύνησε την υπόθεση, ως προς τον αναιρεσείοντα κατ' ουσίαν.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος, με την από 26.1.2005 αγωγή του, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ήτοι ο θεράπων γιατρός, μαιευτήρας γυναικολόγος, οι δύο διαχειριστές της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρίας και ομόρρυθμα μέλη αυτής, καθώς και η τελευταία υπό εκκαθάριση ομόρρυθμη εταιρία, ιδιοκτήτρια μαιευτικής κλινικής, να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι με βάση την ιδιότητα που καθένας ενάγεται, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, για τον ίδιο και για τα ανήλικα τέκνα του, λόγω της αποδιδόμενης αμέλειας του πρώτου και δευτέρου των εναγόμενων στην επέλευση του θανάτου της συζύγου του και μητέρας των ανήλικων τέκνων τους, Κ.
Λ.. Με την 194/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η αγωγή έγινε δεκτή για τον πρώτο εναγόμενο και απορρίφθηκε ως προς τους λοιπούς εναγόμενους, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσίβλητος, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Επί της ασκηθείσας κατά της απόφασης αυτής έφεσης του αναιρεσίβλητου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως η αγωγή απορρίφθηκε ως προς τον αναιρεσείοντα και τον έτερο διαχειριστή, κατά το μέρος που ενάγονταν ως ομόρρυθμα μέλη της υπό εκκαθάριση εταιρίας, ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεώς τους, έγινε δε δεκτή ως προς τον θεράποντα γιατρό, την υπό εκκαθάριση ομόρρυθμη εταιρία και ατομικά κατά του επιστημονικού διευθυντή της τελευταίας.
Κατά της απόφασης αυτής ασκεί την ένδικη αίτηση αναίρεσης ο αναιρεσείων και ζητεί την εξαφάνιση αυτής, αποδίδοντας πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 19, 14 και 8 ΚΠολΔ, που αφορούν αιτιάσεις, ως προς τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, κατά το μέρος που δέχεται την αγωγή, ως προς τους λοιπούς ομοδίκους του στη δίκη και επιδικάζει τη χρηματική ικανοποίηση, επικαλούμενος έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναίρεσης, το γεγονός ότι η αγωγή σε βάρος του απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, ενώ έπρεπε να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη ή και μετά την εξαφάνιση της οριστικής απόφασης να απορριφθεί η αγωγή εναντίον του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Όμως, με την αναίρεση δεν προσβάλλεται με σχετικό λόγο αναιρέσεως η απόφαση του Εφετείου, ως προς τη διάταξη αυτής περί της απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης και δεν αποδίδεται οποιοδήποτε σφάλμα στην απόφαση ως προς τη σχετική διάταξη.
Συνεπώς, αφού δεν μπορεί να αναιρεθεί η απόφαση λόγω της μη προσβολής της ως προς τη διάταξη αυτή και να εξαφανιστεί η απόφαση, οι λοιποί λόγοι που στρέφονται κατά της παραδοχής της αγωγής ως προς τους λοιπούς ομοδίκους του αναιρεσείοντος στη δίκη, είναι αλυσιτελείς, καθόσον δεν μπορούν να επιφέρουν την εξαφάνιση της απόφασης. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, η από 20.4.2015 αίτηση για αναίρεση της 106/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 14/20.4.2015 έκθεση κατάθεσης του ένδικου μέσου της Γραμματέα του Εφετείου Καλαμάτας. Εξάλλου, ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου πρώτου αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσίβλητους.
Απορρίπτει την από 20.4.2015 αίτηση του Παναγιώτη Παναγιωτόπουλου για αναίρεση της 106/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11 Νοεμβρίου 2017 Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ