Legislator Case Law & Legislation
580/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and contract interpretation.

Case Number 580/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the husband's appeal against the Second Instance Court's decision regarding marital property division. The husband argued the lower court distorted a 1978 contract by accepting the wife received 600,000 drachmas as compensation for her share in a property sale, which he claimed constituted his contribution to the marital estate. The court found the appeal inadmissible because the Second Instance Court properly evaluated all evidence, including witnesses and documents, to determine the nature of the funds received, and the husband failed to prove the specific contribution required by law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1400 of the Civil Code; Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court does not review factual assessments or evidence evaluation by lower courts, and an appeal based on alleged distortion of evidence is inadmissible if the lower court's reasoning is supported by the totality of the evidence presented.

Keywords

AI generated
marital property division contribution to increase inadmissible appeal evidence evaluation contract interpretation factual assessment marital contribution

Cited Legislation

AI generated
Article 1400 of the Civil Code
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 580 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 580/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κατσιάβα, με δηλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Δ. πρώην συζ. Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Έφη Χίου - Γιαννίκου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Νοεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 921/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5003/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Ιουλίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 5 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμάται και συμπληρώνεται με πρότασή του, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 1400 του ΑΚ (όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983), που έχει εφαρμογή, κατά το άρθρο 54 παρ.1 του ν. 1329/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1649/1986, και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι :

α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή της περιουσίας του υποχρέου. Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου.

Περαιτέρω, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδάφ. β' του ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης (της περιουσίας του δικαιούχου), εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και καμιά πραγματική συμβολή του με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή δεν μπόρεσε να αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).

Εξ άλλου, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς ενδυνάμωση και απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών (Ολ.ΑΠ 3/1997, Α.Π. 1933/2006).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 7-11-2001 αγωγή που άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού ισχυρίσθηκε ότι ο γάμος του με την εναγομένη πρώην σύζυγό του λύθηκε αμετάκλητα στις 18-12-1997 και ότι κατά την διάρκεια του γάμου τους και μέχρι την αμετάκλητη λύση του, με τιμές αναγόμενες κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, η περιουσία της αυξήθηκε αποκλειστικά από την δική του συμβολή, κατά το ποσό των 516.138 ευρώ, ζήτησε ακολούθως, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτά περιορίσθηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη πρώην σύζυγός του έχει υποχρέωση να του καταβάλει νομιμοτόκως το ως άνω ποσόν των 516.138 ευρώ, και επικουρικά το ποσό των 172.046 ευρώ, που αντιστοιχεί στην τεκμαρτή (1/3) συμμετοχή του στην αύξηση της περιουσίας της.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 921/2004 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή με την παραδοχή ότι αυτή υπέκυψε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 1401 εδ. γ' του Α.Κ. διετή παραγραφή. Επί της ασκηθείσης από 20-5-2005 εφέσεως του ενάγοντος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5003/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτό, κατά τα ειδικότερα σ' αυτήν διαλαμβανόμενα, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, ότι η αγωγική αξίωση δεν υπέκυψε στην προρρηθείσα παραγραφή, εξαφάνισε την προσβληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και προέβη σε περαιτέρω έρευνα της αγωγής, κρίνοντας ότι αυτή είναι νόμιμη, μόνο κατά το μέρος που ζητείται η συμβολή του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης που συνίσταται στην ανέγερση διώροφης οικοδομής επί οικοπέδου ιδιοκτησίας της από δωρεά, η αξία δε της επαύξησης αυτής αποτιμάται με την αγωγή κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου στο ποσό των 124.500.000 δραχμών ή 365.370 ευρώ.

Ακολούθως το Εφετείο, ερευνώντας κατ' ουσίαν την αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είχαν τελέσει την 24-8-1969 στο Μπρούκλιν των Η.Π.Α. νόμιμο θρησκευτικό γάμο, από τον οποίο απέκτησαν δύο παιδιά, τον Π. και τον Δ., που είναι ήδη ενήλικα.

Ο ενάγων εργάσθηκε στην Αμερική αρχικά ως μαραγκός. Από το έτος 1974 εργάσθηκε μαζί με τον αδελφό της εναγομένης Κ. Π., μηχανικό αυτοκινήτων, στην επιχείρηση - πρατήριο υγρών καυσίμων και συνεργείο αυτοκινήτων της MOBIL OIL, που είχαν μισθώσει από την προαναφερόμενη εταιρία, έως και το έτος 1980 που έληξε η μίσθωση.

Από τη συνεργασία αυτή βελτιώθηκε αλλά όχι αισθητά η οικονομική - οικογενειακή κατάσταση των διαδίκων. Ήταν δε (οι διάδικοι) συνιδιοκτήτες κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας της κατοικίας τους στο Μπρούκλιν και της εξοχικής κατοικίας στο Λονγκ Άιλαντ, που είχαν αποκτήσει (και τις δύο αυτές κατοικίες τους) με δάνειο, το οποίο είχαν εξασφαλίσει με υποθήκη επί των ως άνω κατοικιών τους.

Όμως, από το έτος 1978, ενόψει της λήξης ως άνω της μίσθωσης το έτος 1980, είχαν αποφασίσει να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Πράγματι, αφού πούλησαν τις άνω κατοικίες τους στις Η.Π.Α., επέστρεψαν οικογενειακώς τη 18-4-1980 στην Ελλάδα. Εξάλλου, μετά τη λήξη ως άνω της μίσθωσης η πιο πάνω επιχείρηση αποδόθηκε στη MOBIL OIL που ανήκε, ο δε αντίθετος ισχυρισμός του ενάγοντος ότι τάχα η επιχείρηση αυτή πουλήθηκε (χωρίς μάλιστα να κατονομάζει τον αγοραστή) δεν είναι βάσιμος.

Το ακίνητο στην οδό ... αρ. 60 στην Αθήνα - θέση "...", είχε αποκτήσει η εναγομένη, όπως άλλωστε συνομολογείται, μετά το γάμο με δωρεά του πατέρα της προς αυτήν με το συμβόλαιο .../20-11-1969 του συμβολαιογράφου Αθηνών Λεωνίδα Τσάχαλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, επρόκειτο δε για κτίσμα - ισόγεια παλαιά κατοικία τριών δωματίων με υπόγειο σε οικόπεδο 150, 66 τ.μ.

Στο ακίνητο αυτό είχαν οι διάδικοι αποφασίσει να προστεθούν άλλοι δύο όροφοι και μέρος αυτού να χρησιμοποιήσουν για οικογενειακή τους στέγη και το υπόλοιπο να το εκμισθώσουν. Ο ενάγων όμως δεν αποδείχθηκε ότι συνέβαλε στην ανέγερση αυτών των δύο ορόφων στο εν λόγω ακίνητο της πρώην συζύγου του εναγομένης.

Απεναντίας αποδείχθηκε ότι η προσθήκη αυτή των δύο ορόφων έγινε αποκλειστικά με χρήματα της εναγομένης. Πιο συγκεκριμένα, η εναγομένη, αφού τη 19-7-1978 είχε συμπράξει στην κατάρτιση του με αριθμό ... συμβολαίου με επικεφαλίδα "ΠΩΛΗΤΗΡΙΟ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΜΒΑΔΟΥ 11.000 τ.μ. ΤΟΥ ΥΠ' ΑΡΙΘ. 636 ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Γ' ΚΛΗΡΟΤΕΜΑΧΙΟΥ, ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΕΙΣ ΘΕΣΙΝ "..." ..., ΑΝΤΙ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ ΔΡΑΧΜΩΝ 6.800.000" της συμβολαιογράφου Μαραθώνος Αναστασίας Οικονόμου και είχε λάβει για το μερίδιό της στο ακίνητο αυτό [το 1/2 των 2.500 τ.μ. = 1250 τ.μ., που είχε περιέλθει σ' αυτήν από κληρονομία του πατέρα της Δ.

Π. σύμφωνα με την πράξη δημόσιας διαθήκης 15665/4-1-1971 του συμβολαιογράφου Αθηνών Λεωνίδα Τσάχαλου) το ποσό των 600.000 δραχμών (ήτοι, όπως η ίδια δέχεται, μικρότερο του ποσού των (6.800.000 Χ 1250 : 11.000) 772.727 δραχμών που κατά το μερίδιό της αναλογούσε να λάβει με βάση το πιο πάνω τίμημα (διά ολόκληρο το ως άνω ακίνητο) των 6.800.000 δραχμών] φρόντισε και εκδόθηκε στο όνομά της η οικοδομική άδεια με αριθμό 2377/1979 προσθήκης Α+Β ορόφων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Αθηνών και δαπάνησε το εν λόγω ποσό των 600.000 δραχμών για τη ρίψη του μπετόν των Α και Β ορόφων της ως άνω οικοδομής.

Ακολούθησε την 6-3-1981 η κατάρτιση του "ιδιωτικού συμφωνητικού εργολαβικού και συγγραφής υποχρεώσεων", με το οποίο η εναγομένη ανέθεσε στον εργολάβο οικοδομών Ε. Μ. να αποπερατώσει "την όλη οικοδομή" και να παραδώσει τα διαμερίσματα αυτής "με το κλειδί στο χέρι" την 30-8-1981 έναντι αμοιβής 2.100.000 δραχμών, που συμφωνήθηκε να καταβληθεί τμηματικά και συγκεκριμένα α) 200.000 δραχμές με την υπογραφή του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, β) 200.000 δραχμές με την έναρξη των σοβάδων και μέχρι 7-4-1981, γ) 300.000 δραχμές με την έναρξη των δαπέδων και μέχρι την 7-5-1981, δ) 400.000 δραχμές τμηματικά και μέχρι την 7-7-1981, ε) 700.000 δραχμές με την παράδοση του έργου την 30-8-1981 και στ) 300.000 δραχμές μέχρι την 30-10-1981.

Το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε την 1-7-1981 με το ιδιωτικό συμφωνητικό που επιγράφεται "τροποποίησις των όρων ιδιωτικού συμφωνητικού εργολαβικού και συγγραφή υποχρεώσεων", με το άρθρο 1 του οποίου τροποποιήθηκε ειδικότερα ο πιο πάνω όρος για την παράδοση του έργου την 30-8-1981 και ορίσθηκε να γίνει η παραδοσή του "το αργότερο μέχρι της 15-10-1981" ενώ με το άρθρο 3 αυτού ορίσθηκε ότι "το οφειλόμενο τίμημα μετά τας υπό της εργοδότιδος γενομένας (έως 1-7-1981) καταβολάς (ύψους προφανώς 2.100.000 - 1.450.000 =) 650.000 δραχμών είναι το ποσό των 1.450.000 και καταβληθήσεται (στον προαναφερόμενο εργολάβο οικοδομών Ε.

Μ. από την εργοδότρια αντισυμβαλλομένη του εναγομένη) ως ακολούθως: Δρχ. 1.350.000 σήμερον (την 1-7-1981), ο δε εργολάβος από 2-7-1981 θα προβεί εις έναρξιν δαπέδων. Δρχ. 150.000 εις το μέσον των δαπέδων, δρχ. 100.000 εις το πέρας τούτων, δρχ. 100.000 με την παραγγελία και την τοποθέτησιν ειδών υγιεινής και πλακιδίων μπάνιου και κουζίνας, έτερον ποσόν δρχ. 150.000 εις το πέρας των εργασιών τούτων, έτερον ποσόν δρχ. 200.000 με την τοποθέτησιν των γύψινων και πέρασμα θυρών, έτερον ποσόν δρχ. 100.000 μετά την παράδοσιν του έργου και έτερον ποσόν δρχ. 250.000 δύο (2) μήνες μετά την παράδοσιν του έργου".

Για την κάλυψη της ως άνω αμοιβής του εργολάβου η εναγομένη α) τον Ιούνιο του 1981 έλαβε δάνειο 2.000.000 δραχμών από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα διάρκειας 15 ετών, την αποπληρωμή του οποίου ανέλαβε και ήδη έχει εξοφλήσει μόνη αυτή-εναγομένη, όπως άλλωστε ειδικά δεν αμφισβητείται και από τον ενάγοντα (ΚΠολΔ 261) και β) την 18-9-1981 πούλησε οικόπεδό της στη Βούλα Αττικής με το συμβόλαιο .../1981 της συμβολαιογράφου Κρωπίας Βασιλικής Γκίκα, αντί τιμήματος "κατά δήλωση" 1.800.000 δραχμών και κατά την εκτίμηση της Εφορίας 2.000.000 δραχμών.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η πληρωμή των μέχρι τον Ιούνιο του 1981 (αρχικών δηλαδή) δόσεων της αμοιβής του εργολάβου (που κατ' αυτόν-ενάγοντα ανέρχονταν σε 700.000 δραχμές) δεν μπορεί να έγινε με χρήματα του δανείου, αφού η λήψη του έγινε από την εναγομένη τον Ιούνιο του 1981, δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, διότι, έστω και αν για την πληρωμή της αμοιβής του εργολάβου χρησιμοποιήθηκαν από τα (διαθέσιμα τότε) χρήματα που οι διάδικοι είχαν φέρει μαζί τους από τις Η.Π.Α., εν τέλει και οι δόσεις αυτές της αμοιβής του εργολάβου καλύφθηκαν από το δάνειο (που, όπως προεκτέθηκε, μόνη η εναγομένη έχει ήδη εξοφλήσει), καθώς και από το τίμημα της πώλησης του οικοπέδου της εναγομένης στη Βούλα Αττικής.

Με την κρίση αυτή του Δικαστηρίου συμπορεύεται και το ότι τα χρήματα που είχαν φέρει ως άνω οι διάδικοι με την επιστροφή τους (από της Η.Π.Α.) στην Ελλάδα (τα οποία μάλιστα ήταν όχι μόνο του ενάγοντος αλλά και της εναγομένης, καθ' όσον είχαν προκύψει από την πώληση των εκεί κατοικιών τους, μετ' αφαίρεση της δαπάνης για άρση των υποθηκών με τις οποίες ήταν αυτές βεβαρημένες) διατέθηκαν αποκλειστικά από τον ενάγοντα, προκειμένου να κατασκευάσει εργοστάσιο χαρτοποιίας στη ...

με τον Γ. Κ. (όχι δηλαδή για την ανέγερση της ως άνω οικοδομής) και η προσπάθειά του αυτή δεν ευοδώθηκε. Ο περαιτέρω εξάλλου ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η περάτωση της ως άνω οικοδομής έγινε με ποσό μεγαλύτερο των 2.100.000 δραχμών, πέραν της αοριστίας του (διότι δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένα το μεγαλύτερο ποσό που επικαλείται), δεν είναι βάσιμος κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα η εν λόγω οικοδομή πράγματι περατώθηκε έναντι της ως άνω αμοιβής των 2.100.000 δραχμών.

Ας σημειωθεί τέλος ότι με τις παραδοχές αυτές του Δικαστηρίου συμπορεύεται και ο ισχυρισμός του ενάγοντος (αόριστα έστω κατά τα άνω προβαλλόμενος) ότι τα προεκτιθέμενα ποσά των 1.000.000 δραχμών και 5.000 δολαρίων Η.Π.Α. (τα οποία αιτιάται την εναγομένη ότι τα ιδιοποιήθηκε) είχε στείλει σ' αυτήν με την εντολή να αγοράσει στο όνομα και των δύο ακίνητο στην Ελλάδα (όχι δηλαδή για την ανέγερση της ως άνω οικοδομής)".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε εξολοκλήρου την ένδικη αγωγή κατά το μέρος που έκρινε αυτήν νόμιμη, δεχόμενο ότι καμιά συμβολή δεν είχε ο αναιρεσίων στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης κατά την διάρκεια του γάμου τους, συνισταμένη στην αξία των άνω οροφοδιαμερισμάτων κατά την αμετάκλητη λύση αυτού.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, αφενός μεν έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ των πραγμάτων την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων καμιά συμβολή δεν είχε στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης κατά τη διάρκεια του γάμου τους, κατά παραδοχή της προβληθείσης πρωτοδίκως με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας σχετικής ενστάσεως, την οποία επανέφερε νομίμως ενώπιον του Εφετείου προς αντίκρουση της έφεσης του αναιρεσείοντος, αφετέρου δε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 1400 του ΑΚ που εφαρμόσθηκε, ενώ έχει τις προαπετηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατά το μέρος που έκρινε ότι δεν υπήρξε καμιά συμβολή του αναιρεσείοντος στην κατά τη διάρκεια του γάμου αύξηση της περιουσίας της αναιρεσιβλήτης, με την παροχή από αυτόν χρημάτων για την ανοικοδόμηση της προσθήκης δύο οροφοδιαμερισμάτων επί της υφισταμένης παλαιάς οικίας που υπήρχε σε οικόπεδο της ιδιοκτησίας της τελευταίας, που αποτελούν τα περιουσιακά στοιχεία κατά την αξία των οποίων αυξήθηκε η περιουσία της αναιρεσίβλητης, ούτε όμως και υπήρξε εκ μέρους του οποιαδήποτε άλλη συμβολή προς τούτο.

Επομένως, οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος, λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως (τρίτος και τέταρτος), κατά τις εις αυτούς περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ως άνω κρίσιμο ζήτημα της συμβολής του αναιρεσείοντος στην κατά τη διάρκεια του γάμου αύξηση της περιουσίας της αναιρεσιβλήτης, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζήτημα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ομοίως, απαράδεκτος και απορριπτέος είναι και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, κατά τον οποίο, "το καθαρό ποσό του δανείου το οποίο έλαβε η αναιρεσίβλητη από την Τράπεζα δεν ήταν 2.000.000 δραχμές, αλλά 1.700.000 δραχμές, ενόψει των ποσών που παρακρατήθηκαν για έξοδα και προμήθειες της Τράπεζας και δικαιώματα τρίτων, με συνέπεια το ποσό αυτό να μην επαρκεί για τη δαπάνη που απαιτήθηκε για την κατασκευή των άνω οροφοδιαμερισμάτων, η αξία των οποίων συνιστά την αύξηση την περιουσία της αναιρεσίβλητης κατά τη διάρκεια του γάμου τους, στην οποία συνέβαλε αυτός (αναιρεσείων) με δικά του χρήματα προς κάλυψη της απαιτηθείσης πέραν του ποσού του δανείου δαπάνης", καθόσον, ο ανωτέρω "ισχυρισμός" δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά πραγματικό επιχείρημα, συναγόμενο από τις αποδείξεις, προς ενδυνάμωση και απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού, περί της συμβολής αυτού με δικά του χρήματα για την κατασκευή των άνω οροφοδιαμερισμάτων, τον οποίο (αγωγικό ισχυρισμό) το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ.20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη απ' αυτές λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, και στη συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το τελευταίο κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή όχι του αποδεικτέου γεγονότος.

Δεν ιδρύεται, επίσης, ο παραπάνω λόγος, στην περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με την δεύτερη των άνω διατάξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλει την αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το με αριθμό .../19-7-1978 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μαραθώνος Αναστασίας Οικονόμου, με το να δεχθεί ότι από τη σύμπραξή της αναιρεσίβλητης στο ως άνω συμβόλαιο έλαβε ως τίμημα του ιδανικού μεριδίου επί ακινήτου εκτάσεως 11.000 τ.μ.

που βρίσκεται στον ..., το ποσόν των 600.000 δραχμών, το οποίο χρησιμοποίησε για την έκδοση της οικοδομικής άδειας και την ρίψη των μπετόν Α και Β ορόφου της προσθήκης επί παλαιάς οικίας που βρίσκεται σε οικόπεδο της ιδιοκτησίας της, απορρίπτοντας έτσι τον ισχυρισμό του, ότι η παραπάνω δαπάνη έγινε με δικά του αποκλειστικά χρήματα και συνιστά συμβολή στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης κατά την διάρκεια του γάμου τους, ενώ σύμφωνα με το παραπάνω συμβόλαιο η αναιρεσίβλητη συνεβλήθη ως τρίτη σ' αυτό και αναγνώρισε ότι το αναφερόμενο στο εν λόγω συμβόλαιο ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα σε τρίτο πρόσωπο, καθώς επίσης την εγκυρότητα της πώλησης που έγινε από τον τρίτο, χωρίς καμιά αναφορά στο συμβόλαιο αυτό ότι έλαβε ως τίμημα οποιοδήποτε ποσό.

Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει, αφενός μεν (και κυρίως) ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με την είσπραξη του παραπάνω ποσού από την αναιρεσίβλητη, το οποίο ακολούθως διέθεσε προς κάλυψη των προαναφερόμενων δαπανών για την προσθήκη των δύο ορόφων της παλαιάς οικίας της ιδιοκτησίας της, συνεκτίμησε το ως άνω συμβόλαιο μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), αφετέρου δε, δεν παραμόρφωσε το παραπάνω έγγραφο, καθόσον δεν δέχεται ότι σ' αυτό αναγράφεται ότι της καταβλήθηκε το άνω ποσόν για την σύμπραξή της ως τρίτης στο εν λόγω συμβόλαιο, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά ότι το ποσόν αυτό έλαβε συμβιβαστικά για το μερίδιό της από την πώληση του εκποιηθέντος με το ως άνω συμβόλαιο ακινήτου, το οποίο προήρχετο από κληρονομιά του πατέρα της, μετά την παραίτησή της από την αντιδικία που υπήρχε μεταξύ πωλητών και αγοραστών για την αναγνώριση της ανωμάλου (κατοχικής) δικαιοπραξίας του ακινήτου αυτού, προκειμένου να διευκολύνει την μεταβίβασή του από τους πωλητές στον τρίτο φερόμενο αγοραστή.

Τα παραπάνω, όμως, κατά τα προεκτεθέντα, δεν ιδρύουν τον εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 06-07-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5003/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ