Supreme Court annuls dismissal of salary claims due to statute of limitations interruption via legal notice.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially annulled the First Instance Court's decision dismissing the employees' claims for unpaid salaries. The employees argued that a legal notice requesting a new settlement interrupted the statute of limitations, whereas the lower court incorrectly ruled the notice insufficient. The Court held that the notice sufficiently defined the claims and thus interrupted the limitation period, ordering a remand for new judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticle 48(3) of Law 496/1974; Article 51 of Law 496/1974: A legal notice requesting a new settlement and payment of salaries for a specific period constitutes an interruption of the statute of limitations if it sufficiently defines the claims, even if it references a specific salary determination rather than explicitly listing every claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 580 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
ΕΟΤ. Οι αξιώσεις των υπαλλήλων επί των νομίμων αποδοχών υπόκεινται στη διετή παραγραφή, η περί της οποίας διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974 δεν είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Η παραγραφή διακόπτεται και με την επίδοση εξώδικης πρόσκλησης για νέα εκκαθάριση και καταβολή των αποδοχών συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, σύμφωνα με το νομικό καθεστώς που κατά την άποψη του υπαλλήλου έχει εφαρμογή. Αναιρεί εν μέρει.
Αριθμός 580/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 23η Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Α. Δ., 2) Λ. Γ., 3) Ν. Γ., 4) Γ. Α., 5) Β. Α., 6) Α. Γ., 7) Δ. Μ., 8) Γ. Θ., 9) Β. Κ. και 10) Σ. Κ., κατοίκων .... Οι 2ος, 3ος, 5ος και 8ος αναιρεσείοντες παραστάθηκαν μετά και οι 1ος, 4ος, 6ος, 7ος και 9ος παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Φωτίου Κλαουδάτου, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο 10ος αναιρεσείων Σ. Κ. απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, Φ. χήρα Σ. Κ., κάτοικος ..., Α. Κ., κάτοικος ... και Γ. - Μ. Κ., κάτοικος ..., οι οποίοι παρίστανται δια του ιδίου, β) το επώνυμο του 9ου αναιρεσείοντος, που αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως ως "Κ.", διορθώνεται στο ορθό "Κ." και γ) οι αναιρεσείοντες παραιτούνται του δικογράφου της αίτησής τους ως προς τις 2η και 3η από τους αναιρεσίβλητους.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ" (ΕΟΤ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Βλαχογιάννη, 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Αλεξάνδρας Βαβέτση και 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της προσθέτως παρεμβάσης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, όπου συνεκδικάσθηκε με την υπέρ του 1ου από τους αναιρεσίβλητους πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρίας "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ". Επί της αγωγής εκδόθηκε η 314/2002 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7540/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-12-2008 αίτησή τους (ημερομηνία κατάθεσης).
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως αναφέρεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 25-10-2009 έκθεση του ήδη κωλυομένου Αρεοπαγίτη, Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, μετά την ως άνω δήλωση παραιτήσεως, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης μόνο ως προς τον πρώτο από τους αναιρεσίβλητους, η πληρεξούσια της δεύτερης δεν αντέλεξε, ενώ ο πληρεξούσιος του πρώτου από τους αναιρεσίβλητους ζήτησε την απόρριψη της αίτησης. Καθένας ζήτησε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των αρθ. 294, 295 παρ.1, 297, 299 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, ολική ή μερική και ειδικότερα ως προς συγκεκριμένο μόνο από τους αναιρεσίβλητους, μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεσή του, πριν αυτός εισέλθει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο το διάδικο είτε από τον κατ' άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (ΚΠολΔ 94 παρ.1, 96 παρ.1, 98). Η ως άνω νομότυπη παραίτηση έχει ως συνέπεια το ότι η αίτηση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της κατάργηση της δίκης, είναι δε έγκυρη έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει στη συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, που έγινε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως περί αναιρέσεως της 7540/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δικάσει κατ' έφεση επί της 314/2002 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ως προς τους δεύτερη και τρίτη από τους αναιρεσίβλητους. Επομένως, η αίτηση πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα ως προς αυτές (ΚΠολΔ 294, 295 παρ.1, 297, 299).
ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Ακόμη, στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε (...)".
Επίσης, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.
Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους να θέση εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην κατά τα ανωτέρω έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως ενοχικά δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, όπως οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ' όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 2/2011, 40/1998).
Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου αυτής, που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.
Περαιτέρω, το ν.δ. 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" (ΝΠΔΔ) ορίζει στο άρθρο 44 παρ. 1 ότι "Παν χρέος προς το νομικόν πρόσωπον παραγράφεται, εφ` όσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη (...)", στο άρθρο 48 ότι "1.
Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφ` όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος. (...). 3. Ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ' αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαβών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών. (...)", στο άρθρο 49 ότι "Η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους καθ' ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις".
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εφαρμόζονται και επί του ΕΟΤ, καθ' όσον δεν περιλαμβάνονται στις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο μόνο του π.δ. 1143/1977 διατάξεις των άρθρων 4, 5 παρ.3, 6, 12, 13, 15-20, 24, 30-38, 40, 41, 42, 43 του ν.δ. 496/1974, από την εφαρμογή των οποίων και μόνον εξαιρείται ο ΕΟΤ, συνάγεται ότι οι αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ από καθυστερούμενες αποδοχές κλπ, οι οποίες οφείλονται απ' ευθείας από το νόμο και των οποίων την πληρωμή αρνείται ή καθυστερεί το νομικό πρόσωπο για οποιοδήποτε λόγο, ως εκ της εννοίας που προσδίδουν τα όργανά του στο νόμο, χωρίς, όμως, η άρνηση ή καθυστέρηση να παρακωλύει τη δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως, υπόκεινται σε διετή παραγραφή.
Η πενταετής παραγραφή, αντιθέτως, ισχύει όταν για τη θεμελίωση του επί των αποδοχών ή των πάσης φύσεως απολαβών δικαιώματος απαιτείται η έκδοση πράξεως του νομικού προσώπου, την οποία παρανόμως παραλείπουν να εκδώσουν τα όργανα του, δηλαδή όταν δεν πρόκειται για ευθεία αγωγή, λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής αποδοχών, αλλά για αγωγή αποζημιώσεως, λόγω παραλείψεως οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του νομικού προσώπου, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ.
Η προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας (διετία) είναι μικρότερος όχι μόνο από το χρόνο παραγραφής των παρομοίων αξιώσεων των υπαλλήλων ή εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων (ΑΚ 250 αρ.6 ή 17), αλλά και από το χρόνο παραγραφής (πενταετία) των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (άρθρο 44 του ν.δ. 496/1974), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και, συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (κατά μήνα) παροχές και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, πράγμα απαραίτητο για την προστασία της περιουσίας και της λειτουργίας αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Ακόμη, δικαιολογείται και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς, το οποίο διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των εν λόγω δύο κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες αυτών και το οποίο προστατεύει περισσότερο αποτελεσματικά τους υπαλλήλους των ΝΠΔΔ σε περίπτωση διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους.
Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, δεν αντίκειται ούτε στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ούτε στα άρθρα 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου αυτής (ΑΕΔ 9/2009, ΟλΑΠ 2/2011, ΟλΑΠ 31/2007, ΟλΑΠ 38/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε με αυτήν ότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων, που είχαν προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και εργάζονταν ως τεχνικοί υπάλληλοι τυχερών παιγνίων στο καζίνο της Πάρνηθας, το οποίο αποτελούσε μονάδα αυτεπιστασίας του πρώτου από τους αναιρεσίβλητους, προερχόμενες από διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1998, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, διότι στο τέλος των ετών 1999 και 2000, δηλαδή πριν από την επίδοση της ένδικης αγωγής στο πρώτο από τους αναιρεσίβλητους (27-6-2001), είχε συμπληρωθεί χρονικό διάστημα δύο ετών από τότε που είχε αρχίσει ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων που είχαν γεννηθεί εντός του αντίστοιχου έτους.
Με την κρίση αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, την οποία ορθώς εφάρμοσε, κρίνοντας ότι αυτή δεν αντίκειται ούτε στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ούτε στα άρθρα 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου αυτής.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 51 του ν.δ. 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" ορίζεται ότι "Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του νομικού προσώπου διακόπτεται μόνον : (...) β) Δια της υποβολής προς το νομικόν πρόσωπον αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή άρχεται εκ νέου από της χρονολογίας την οποίαν φέρει η έγγραφος απάντησις της αρμοδίας δια την αναγνώρισιν ή την πληρωμήν της απαιτήσεως Αρχής.
Εν περιπτώσει μη απαντήσεως η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως (...)". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να διακοπεί η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτήν η πληρωμή συγκεκριμένης απαιτήσεως, της οποίας δεν είναι αναγκαίο στην αίτηση να προσδιορίζεται το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται, όμως, να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που την εξειδικεύουν και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του ΝΠΔΔ να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν στον πρώτο λόγο της αίτησης ότι στην από 28-12-2000 εξώδικη διαμαρτυρία και πρόσκληση, που επιδόθηκε στο πρώτο από τους αναιρεσίβλητους την 29-12-2000, είχαν αναφέρει ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1998, ως τεχνικοί υπάλληλοι τυχερών παιγνίων στο καζίνο της Πάρνηθας, αμείβονταν σύμφωνα με την 78/1989 απόφαση του ΠΔΔΔ Αθηνών, που επείχε θέση ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ, ενώ θα έπρεπε να αμείβονται σύμφωνα με την 25/1990 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, όπως τροποποιήθηκε και ίσχυσε μέχρι την 31-12-1998, που επείχε θέση επιχειρησιακής ΣΣΕ και ήταν ευνοϊκότερη γι' αυτούς.
Ότι, κατόπιν αυτού, είχαν ζητήσει να γίνει νέα, ορθή εκκαθάριση και καταβολή των νομίμων αποδοχών τους για το εν λόγω χρονικό διάστημα, σύμφωνα με την ισχύουσα γι' αυτούς 25/1990 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών. Και ότι με αυτή την εξώδικη πρόσκληση, που αποτελούσε αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 51 του ν.δ. 496/1974, είχε επέλθει διακοπή της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών τους, περιστατικό οποίο είχαν προβάλλει παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η από 28-12-2000 εξώδικη πρόσκληση, με την οποία οι αναιρεσείοντες "ζήτησαν την καταβολή των από 1-1-1997 διαφορών και την εκκαθάριση των απαιτήσεών τους, δεν επηρεάζει την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων, δοθέντος ότι δεν αναφέρεται στις συγκεκριμένες απαιτήσεις και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να ληφθεί ως όχληση προς καταβολή τους".
Με την κρίση αυτή, όμως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε την ουσιαστική διάταξη άρθρου 51 του ν.δ. 496/1974, διότι για την εφαρμογή της απαίτησε περισσότερα στοιχεία από τα νόμιμα, δοθέντος ότι εφ' όσον οι αναιρεσείοντες ζητούσαν για το ένδικο χρονικό διάστημα να γίνει νέα εκκαθάριση των νομίμων αποδοχών αυτών σύμφωνα με την, κατά την άποψή τους, έχουσα εφαρμογή 25/1990 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών και να καταβληθούν οι διαφορές που θα προέκυπταν σε σχέση με τις ήδη καταβληθείσες αποδοχές, που είχαν υπολογισθεί σύμφωνα με την μη έχουσα εφαρμογή 78/1989 απόφαση του ΠΔΔΔ Αθηνών, η αίτησή τους ήταν επαρκώς ορισμένη και ικανή να επιφέρει τη διακοπή της παραγραφής των αξιώσεων που είχαν γεννηθεί εντός του έτους 1998.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το περιστατικό αυτό και προσάπτεται στην προβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος με το οποίο η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως παραγραμμένη για τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-1998 έως 31-12-1998 και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3).
Λόγω της μερικής ήττας του πρώτου από τους αναιρεσίβλητους, πρέπει αυτό να καταδικασθεί σε ανάλογο μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (ΚΠολΔ 178 παρ.1, 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΘΕΩΡΕΙ μη ασκηθείσα την αίτηση αναιρέσεως ως προς τους δεύτερη και τρίτη από τους αναιρεσίβλητους.
ΑΝΑΙΡΕΙ την 7540/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το πρώτο από τους αναιρεσίβλητους να πληρώσει στους αναιρεσείοντες εννεακόσια (900) ευρώ, για μέρος από τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11η Απριλίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ